28 Οκτ 2008

ΚΡΕΤΙΝΟΙ ΚΑΙ ΝΕΟΝΟΗΜΑΤΑ


Το ποίημα κινείται πάντα μεταξύ δύο σημείων. Το ένα σημείο βρίσκεται πίσω του˙ ας το πούμε χρόνο. Το άλλο σημείο βρίσκεται μπροστά του˙ χρόνος και αυτό. Βεβαίως, η διαπίστωση αυτή έχει προηγηθεί του κειμένου μου, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το νόημα του ποιήματος διαχέεται στα ανθρώπινα χείλη, ανακυκλούμενο και διαρκώς επίκαιρο. Ας επικαλεστώ κάποιον που διαπίστωσε τη διαπίστωσή μου πριν από εμένα: η βιβλιογραφία δίδει πάντοτε κύρος σε έναν ισχυρισμό.

Time present and time past
Are both perhaps present in time future,
And time future contained in time past

Ωραίο τρόπο διάλεξε ν’ αρχίσει ο συλλογισμός: στίχους του T.S. Eliot. Για να συνεχίσει, απαιτούνται εκφορές. Διαλέγω την παρουσία ενός ποιήματος του Κωνσταντίνου Καβάφη, ως παρελθοντικό σημείο αναφοράς.

Την μια μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι-
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλο μήνα.
Αυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.

Από το μέλλον, ας μη διαλέξω ποίημα και συνωστίσω έτσι βαριά-με ποιήματα-το ίδιο νόημα. Ας θυμηθώ μια ατάκα από το «Quills», το φιλμ του Philip Kaufman που εβγήκε εκεί, περί το έτος 2000.

we eat, we shit, we fuck, we kill and we die

Ενδιαμέσως παρελθόντος και μέλλοντος νοήματος, ο Μίλτος Σαχτούρης έγραψε το ποίημά του «Κύριε»-και μάλιστα, δεν το έγραψε εύκολα. Ενδεχομένως ο αναγνώστης να αναρωτηθεί πώς γνωρίζω ότι το ποίημα αυτό δεν εγράφη εύκολα, τουτ’ έστιν με τη γάργαρη ροή του αυθόρμητου. Η απάντηση είναι απλή: το διάβασα στο επίμετρο του βιβλίου του Γιάννη Δάλλα «Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης» , όπου και καταγράφονται τα λόγια του αείμνηστου ποιητή:

«Τα ποιήματά μου εγώ δεν τα γράφω κομματιαστά. Ούτε τα ανακαλύπτω σιγά-σιγά. Το είπα και άλλοτε, μου ξεπηδάνε από μέσα μου μονοκόμματα. Καμιά φορά δύσκολα, αλλά ολόκληρα. Άλλη ιστορία, αν μερικά τα παιδεύω και βδομάδες ολόκληρες, από δω και από κει. Είχα ταξιδέψει, θυμάμαι, ένα καλοκαίρι εκδρομή με τη Γιάννα. Εγώ κλείστηκα και δούλευα τρία ποιήματα μαζί: το «Κύριε», το «Πράσινο απόγεμα» και το «Καφενείο». Και τα τρία ταυτόχρονα. Ούτε κατάλαβα αν πήγα και πού πήγα εκδρομή. Αίγινα; Πόρος;»

Μπορεί, λοιπόν, το ποίημα «Κύριε» να ξεπήδησε, ως όλα του αείμνηστου ποιητή, ολόκληρο, πλην, όμως, εξ όσων αντιλαμβάνομαι από τα λεγόμενα που καταγράφει ο Γιάννης Δάλλας στη μελέτη του, ανήκει στα «δουλεμένα», στα ποιήματα που παιδεύτηκαν εβδομάδες ολόκληρες. Το ποίημα έχει ως εξής:

- Κύριε, είναι μεσημέρι κι ακόμα
δεν ξυπνήσατε
- Κύριε, δεν πήρατε το πρωινό σας
- Κύριε, ήπιατε πολλούς καφέδες
- Κύριε, ο ήλιος λάμπει, αστράφτει
βρέχει και χιονίζει
- Κύριε, ένα κόκκινο πουλί έχει κολλήσει
στο παράθυρό σας
- Κύριε, μια μαύρη πεταλούδα φάνηκε
πάνω στο στήθος σας
- Κύριε, πώς τρέχετε με το ποδήλατο!
- Κύριε, είστε παγωμένος
- Κύριε, έχετε πυρετό
- Κύριε, είσαστε νεκρός;

Εγείρεται εδώ το ζήτημα της πρόθεσής μου στο να πραγματοποιήσω τις αναφορές αυτές. Προτού, όμως, φθάσουμε στο γιατί, η σκέψη μου διακατέχεται από την υποχρεωτική έξαψη της διέλευσης από το πώς: επιθυμώ να φωτίσω το πώς ισχυρίζομαι, πριν καλά καλά ισχυρισθώ. Αποτείνομαι, λοιπόν, εκ νέου στη βιβλιογραφία.

Όταν ο φέρων το χαρακτηρισμό «Δαρβίνος ο δεύτερος» Edward Osborne Wilson δημοσίευσε κατά το έτος 1975 το σύγγραμμά του «Sociobiology: Τhe New Synthesis» (η κοινωνιοβιολογία ορίζεται ως η συστηματική μελέτη της βιολογικής βάσης όλης της κοινωνικής συμπεριφοράς), αφιέρωσε το τελευταίο κεφάλαιο του συγγράματος του σε παρατηρήσεις επί των ανθρωπίνων κοινωνιών. Η θεματική πρόταση του κεφαλαίου είναι η ακόλουθη:

Ας εξετάσουμε τώρα τον άνθρωπο υπό το ελεύθερο πνεύμα της φυσικής ιστορίας, σα να ήμασταν ζωολόγοι από άλλο πλανήτη που συμπληρώνουμε έναν κατάλογο με τα κοινωνικά είδη της Γης

Ένθερμη λίαν η δήλωσις του επιστήμονος!, όπως θα έλεγε και ο Αλεξανδρινός: σα ζωολόγοι από άλλον πλανήτη. Δεν ξέρω τι καταλαβαίνει ο καθείς εκ της δηλώσεως, εγώ, πάντως, καταλαβαίνω ότι η ψύχραιμη εξέταση της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς απαιτεί απόσταση από το αντικείμενο εξέτασης. Ως, δε, είναι γνωστό, η απόσταση δημιουργεί οπτικές απώλειες, δια της αποστάσεως, δηλαδή, κάτι χάνεται. Αν έχω δίκαιο και η θεματική πρόταση του κεφαλαίου γράφτηκε με το ψυχολογικό ηχόχρωμα της φοβίας, αυτά που ο κορυφαίος επιστήμονας θα ήθελε, μεταξύ άλλων, να χαθούν (αλλά δε χάθηκαν) είναι ο πολιτικός φανατισμός, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός και ο σκοταδισμός του όχλου. Να ξεκαθαρίσω: δε χάθηκαν από τον όχλο, όχι από το σώμα του επιστημονικού του δοκιμίου. O Wilson μπορεί ωραιότατα να ξεκίνησε το σύναλμα βιολογίας και κοινωνιολογίας, ο σάλος, παρόλα αυτά, στην επιστημονική και ευρύτερη κοινότητα δεν απετεύχθη, παρουσιάζοντας όλες τις ευγενείς εκδηλώσεις της βίας: ύβρεις, συκοφαντίες, ειρωνείες, ρίψεις ύδατος στο βήμα του ομιλητή.

Κρατώ την απόσταση για τη δική μου ανάλυση. Ο τρόπος της δικής μου ανάλυσης, το πώς της επιχειρηματολογίας μου, μπορεί να συνοψισθεί στο «ως αναγνώστης από άλλο πλανήτη». Καθίσταται, λοιπόν, σαφές, ότι, ως αναγνώστης από άλλον πλανήτη, θέλω κάτι να εξαλείψω˙ όχι από τον όχλο (δεν τρέφω αυταπάτες), αλλά από την ανάγνωσή μου. Αυτό που θέλω να εξαλείψω (όσο μπορώ, που θα έλεγε και ο Αλεξανδρινός) είναι η αύρα του ονόματος. Να το πω διαφορετικά. Επιθυμώ η απόκρισή μου, η εκ της αναγνώσεως εκπορευόμενη, να μη διαθέτει πλακούντα σίτισης καμωμένο από τη στάση της ιστορίας απέναντι στον ποιητή που διαβάζω. Φιλοδοξώ, λοιπόν, να διαβάζω έφηβος εφημερίδα σε έναν υποθετικό ναζιστικό κόσμο μιας άλλης έκβασης του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, διερωτώμενος αν, πράγματι, στέκει λογικά η θέση του αρχισυντάκτη περί της εξολόθρευσης των Ισραηλιτών. Για να μην παρεξηγηθώ: τον αρχισυντάκτη της ιστορίας δεν τον αμφισβητώ εκ προοιμίου. Από την άλλη μεριά, ούτε τον αποδέχομαι εκ προοιμίου. Το παραδέχομαι: με τον αρχισυντάκτη της ιστορίας είμαι καχύποπτος. Η καχυποψία μου αυτή έχει διάφορα κλωνιά συνεπειών. Ένα από αυτά είναι ο κρετινισμός και η προστυχιά που επισημαίνεται εντός μου, όταν κάποιος μου πει ότι δε δικαιούμαι ούτε να σκέπτομαι ούτε να ομιλώ, επειδή για το αντικείμενο των συλλογισμών μου έχει αποφανθεί πριν από μένα (για μένα) ο αρχισυντάκτης. Διερωτώμαι: γιατί ο κατ’ εμέ κρετίνος και πρόστυχος δεν αντιμετωπίζει τη σκέψη μου με τη δική του σκέψη, αντί να επικαλείται την ετυμηγορία του αρχισυντάκτη; Διερωτώμαι: πού εμφωλεύει η αλαζονεία, στην εκφορά της σκέψης ή στο στείρο αρχισυντάκτην επικαλείσθαι; Διερωτώμαι: το μονοσύνολο του επιχειρήματος «ο αρχισυντάκτης ομίλησε» δε βλέπει τους μακελάρηδες, τους αρριβίστες, τους ανίκανους, τους ατάλαντους, τους δημαγωγούς που έχουν προσκυνήσει οι λαοί στο παρόν που τρέχει και τη στατική ιστορία τους;

Φθάνω αισίως στο ποίημα του Αλεξανδρινού, την ατάκα από το φιλμ και το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη. Έχω την άποψη-αναμένοντας πάντοτε με ισχυρή διάθεση την εκφορά μιας άλλης-ότι τα δύο ποιήματα και η ατάκα φύονται πραγματευτικά ενός νοήματος. Το νόημα αυτό, ως και κάθε νόημα που εμφωλεύει σε ποίημα, δεν είναι όσο συγκεκριμένο είναι το γράφημα της ημιτονοειδούς συνάρτησης ή ο αριθμός των γραμμάτων της ελληνικής αλφαβήτου. Από την άλλη μεριά, δεν είναι ούτε άπειρο νόημα, αλλά νόημα που σαλεύει εντός νοητών συνόρων, τα οποία και θα αποπειραθώ να χαρτογραφήσω. Ιδού το νόημα: η πλήξη της επανάληψης, το αίσθημα της απονέκρωσης μέσα στην καθημερινότητα, το ανικανοποίητο της δράσης του υποκειμένου ως βιώνεται στην καθημερινή πρακτική του, ο στραγγαλισμός του ρομαντισμού εκ της ασκούμενης πίεσης της τρέχουσας ανάγκης, η πεζή και αφυδατωμένη διάσταση της ζωής, η διαρκώς παρούσα φοβία του σωματικού τέλους, ο κατατρεγμός της δίψας για ουσιαστικότερη διαβίωση από τον περιορισμένο χρόνο και τις υποχρεώσεις. Το νόημα αυτό της «υπαρξιακής αγωνίας» αλλά και της τοποθέτησης απέναντι σε αυτήν δεν εφευρέθηκε, κατά τη γνώμη μου, ούτε από τον Αλεξανδρινό ούτε από τον Σαχτούρη ούτε από τον σεναριογράφο του Quills. Σε ό,τι με αφορά, μπορώ να φανταστώ άνετα τους πρώτους Homo sapiens sapiens προ διακοσίων χιλιάδων ετών να πρωτο-σκέφτονται (με την έννοια της πρώιμης σκέψης) ότι τη «μια μονότονη μέρα η άλλη ακολουθεί». Μπορώ, επίσης, να τους φανταστώ με αυξημένους καρδιακούς παλμούς και έντονη εφίδρωση πάνω από τους νεκρούς που διαπιστωμένα ενταφίαζαν. Το ίδιο μπορώ να φαντασθώ και για τους Homo sapiens neanderthalensis που τώρα, ευτυχώς ή δυστυχώς, έχουν εξαφανισθεί από προσώπου γης.

Αν δεχθούμε, λοιπόν, ότι το νόημα αυτό συνιστά κοινό τόπο όχι για τον ποιητή αλλά για τον άνθρωπο (και δη σε όλο το χρονικό εύρος της ύπαρξής του), δεχόμενοι, παράλληλα, ότι όντως υπάρχει νοηματική σύγκλιση μεταξύ των δύο ποιημάτων και της ατάκας από το φιλμ, οδηγούμαστε, νομίζω, στο συμπέρασμα ότι η καλλιτεχνική επιτυχία δεν έγκειται στην ανάδυση μιας ολοκαίνουριας, πρωτόγνωρης, ανατρεπτικής αλήθειας, αλλά στον τρόπο που επελέγη από τον καλλιτέχνη να εκφράσει την «υπαρξιακή αγωνία» ή/και την τοποθέτηση του απέναντι σε αυτήν. Να το θέσω διαφορετικά. Το «ξένο» στοιχείο που έρχεται να συγκινήσει τον αποδέκτη της τέχνης δεν είναι ο τόπος επί του οποίου ο καλλιτέχνης διάλεξε να εκφρασθεί (διότι ο τόπος αυτός είναι κοινός τόπος για καλλιτέχνες και μη) αλλά ο τρόπος που διάλεξε να εκφρασθεί επί του τόπου αυτού.

Ας δούμε, λοιπόν, το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη υπό το πρίσμα αυτό: ως ποίημα φυόμενο στον κοινό τόπο της υπαρξιακής αγωνίας. Κατά δήλωση του ίδιου του ποιητή, πρόκειται για ποίημα το οποίο κατανάλωσε χρόνο ως την τελειοποίησή του. Διερωτώμαι: ο χρόνος καταναλώθηκε επί της αποφάσεως του κατά πόσο το ζήτημα της υπαρξιακής αγωνίας θα προσεγγιστεί μέσα από αλλεπάλληλες παρατηρήσεις/διαπιστώσεις που απευθύνονται στον ήρωα του ποιήματος, τον «κύριο», σε λόγο ευθύ; Αν ναι, τότε απαιτήθηκε χρόνος για μια απόφαση καθοριστική για τη δομή του ποιήματος, η οποία, παρεμπιπτόντως, οδήγησε σε μια μάλλον απλοϊκή στρατηγική. Αν ο χρόνος δε δαπανήθηκε εκεί (κάποιος έχει κάθε λόγο να υποθέσει κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι ο Σαχτούρης ισχυρίζεται ότι τα ποιήματά του ξεπηδούν, καταρχήν, ολόκληρα, έστω κι αν δουλεύονται στη συνέχεια), τότε ο χρόνος δαπανήθηκε στην εύρεση των συγκεκριμένων παρατηρήσεων/διαπιστώσεων που απευθύνονται προς τον «κύριο». Αυτό, όμως, φαντάζει άτοπο, δεδομένου ότι πρόκειται για απλές, απλούστατες παρατηρήσεις/διαπιστώσεις, εντελώς καθημερινές, παιδικές θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί. Διερωτώμαι: πού εντοπίζεται, τελικά, η ποιητική αξία του εν λόγω ποιήματος; Στην επιλογή της προσέγγισης του ζητήματος της υπαρξιακής αγωνίας δια των παρατηρήσεων/διαπιστώσεων που απευθύνονται στον «κύριο»; Στην πρωτοτυπία, την ισχύ, τη διεισδυτικότητα των συγκεκριμένων παρατηρήσεων/διαπιστώσεων; Υπάρχει, άραγες, κάποιος που φαντάζεται τον ποιητή να μοχθεί επί της αποφάσεως του αν ο «ήρωας» του ποιήματος του-ο κύριος-πρέπει να παρατηρηθεί επί του αν πήρε το πρωινό του, ήπιε πολλούς καφέδες, δεν έπλυνε το πρωί τα δόντια του ή δεν άλλαξε εσώρουχα; Υπάρχει, άραγες, κάποιος που φαντάζεται τον ποιητή να μοχθεί επί της αποφάσεως του αν ο «ήρωας» του ποιήματος του-ο κύριος-πρέπει να πληροφορηθεί κατά παραθετικό τρόπο τις εναλλαγές του καιρού (από καλοκαίρι σε χειμώνα) ή τις εναλλαγές των χρωμάτων των φύλλων (από καλοκαίρι σε χειμώνα); Μήπως η ποιητική αξία κείται στην τελευταία ερώτηση προς τον κύριο; Κατ’ εμέ, όχι. Η τελευταία ερώτηση με πληροφορεί ότι το ποίημα πραγματεύεται την υπαρξιακή αγωνία. Κατά τα άλλα, έρχεται ως αρμονική συνέχεια ενός ποιήματος που α) Κινείται επί νοηματικού κοινού τόπου β) Ακολουθεί μιαν απλοϊκή έως παιδική στρατηγική έκφρασης γ) Απαρτίζεται από αδύναμους, ως προς την εικονοπλαστική τους ισχύ, στίχους δ) Υπεισέρχεται σε ένα σοβαρότατο, με βάθος ως τη μεταφυσική, θέμα, κατά τρόπο αφελή, άνευρο και επιφανειακό.

Αυτά βλέπω εγώ, εξ ου και βρίσκομαι πλησιέστερα των κριτικών του Αιμίλιου Χουρμούζιου επί της ποιητικής Σαχτούρη (η σύμπτωση των σκέψεων μου εδώ, με τις σκέψεις μου για τα περισσότερα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη είναι μεγάλη) και όχι του Γιάννη Δάλλα. Επιστρατεύοντας τη φαντασία, μπορώ να εικάσω τι βλέπει κάποιος άλλος από την αντιπέρα όχθη. Βλέπει, ίσως, μια ποίηση αρχετυπική, που μέσα από το «πρωτόγονο» στοιχείο της αναδεικνύει την τραγικότητα της καθημερινότητας και τη ματαιότητα της μεταφυσικής ανησυχίας. Βλέπει, ίσως, μια έκφραση τρομώδη, η οποία ξεσκεπάζει με τον πιο ωμό και ρεαλιστικό τρόπο την εφίδρωση του θανάτου και το πενιχρό της ύπαρξης. Βλέπει, ίσως, μια συγκλονιστική αντι-ποίηση, γοητευτική ως αντι-ήρως σε χολυγουντιανό φιλμ της δεκαετίας του εβδομήντα. Όμως το δοκίμιο αυτό δεν εγράφη εξαιτίας αυτού που στέκεται στην αντιπέρα όχθη. Με τον παρατηρητή της αντιπέρα όχθης, μπορεί και πρέπει να υπάρξει ώσμωση, οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα κι ενδεχομένως γόνιμη.

Το δοκίμιο αυτό δεν εγράφη ούτε γι’ αυτόν με τον οποίο καμία ώσμωση δεν μπορεί να υπάρξει. Αυτόν που, σε ένα χώρο όπου τα σχόλια θ’ ανοίξουν για να σχολιαστεί μια ποιητική, θα επιδείξει το ήθος και την ευφυΐα του, ισχυριζόμενος ότι κάθε αρνητισμός σχετικώς με την ποιητική-η οποία αναρτάται, μεταξύ άλλων, για να σχολιαστεί-συνιστά «αυταρέσκεια» (ιδού το νεονόημα: ως αυτάρεσκος ορίζεται κάποιος που σχολιάζει ποιήματα). Αυτόν που, διαφωνώντας με μια τοποθέτηση επί κάποιας ποιητικής, επικαλείται τη «σωφρονιστική» ισχύ της ιστορίας για να επιχειρηματολογήσει.

Το δοκίμιο εγράφη για εκείνους που σιωπούν, για να κλείσει όπως άρχισε: με στίχους του Εliot.

If all time is eternally present
All time is unredeemable
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

24 Οκτ 2008

ΠΑΙΓΝΙΑ ΔΥΟ

Κατόπιν προσκλήσεως του αγαπητού πατρός Παναγιώτη Καποδίστρια, της αγαπητής Roadartist αλλά και της αγαπητής Καλλιόπης, συμμετέχω εις παίγνια δύο. Πάμε, λοιπόν. Ξεκινάμε με τον πίνακα "Η πτώση του Ίκαρου" του Pieter Bruegel.



Nα πω, τώρα, και την ιστορία που έφερε τα μάτια μου στον αγαπημένο αυτό πίνακα. Πρωτοετής φοιτητής του θρυλικού και ταραγμένου Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, κατέβηκα τουρίστας-πώς αλλιώς-να δώσω το Σεπτέμβρη μάθημα: Αγγλικά. Μαζί μου κατέβηκε και ο φιλαράκος Pipes, διαβόητος blogger Pipe smoker. To διαγώνισμα είχε δύο σκέλη εξέτασης: σκληροπυρηνική ορολογία το πρώτο (ύπερος, στήμονες, ορθό, να τα κάνεις αγγλικές λέξεις) και ένα ποίημα με τρεις ερωτήσεις. Η ορολογία στο πρώτο μέρος ήταν τόσο ιλιγγιώδης (και γω τόσο αδιάβαστος) που ξέχασα κι αυτά που ήξερα. Να φανταστείτε, υπήρχε μια ερώτηση που ζητούσε "the gland that produces bile", την οποία απάντησα "bile gland" αντί για "liver", δίχως να αγνοώ πως στο ήπαρ παράγεται χολή, πως η χολή είναι bile, πως gland είναι ο αδένας και liver το ήπαρ.
Το δεύτερο σκέλος, όπως διευκρινίστηκε από τη διδάσκουσα, ήταν προαιρετικό, τουτ' έστιν δε χάνονταν βαθμοί αν δεν ασχολιόσουν μαζί του. Αν ασχολιόσουν μαζί του, όμως, έπαιρνες βαθμούς. Ρόιδο καθώς τα είχα κάνει στην ορολογία-κινούμουν κυριολεκτικά περί του μηδενός-το 'ριξα στην ποίηση. Διάβασα, το λοιπόν, μανιασμένα το ποίημα και με τη δύναμη των εικοσιοχτώ θαλασσών και δεκαεφτά ηπείρων (και της Ετέρνια) συμπύκωσα στην άκρη της γραφίδος κύματα ποταμών και ραδιοκύματα, καταξεσκίζοντας τις ερωτήσεις.
Δίδω το γραπτό απογοητευμένος και βαδίζω προς την έξοδο. Τρία βήματα απομακρυσμένος από την πόρτα εξόδου, ακούω "κύριε, κύριε, περιμένετε...". Ήταν η φωνή της διδάσκουσας. "Ωχ", σκέφτομαι, "εκτός της ξεφτίλας του χαριστικού τρία, το πρόγραμμα θα έχει και κατσάδα εκ του σύνεγγυς". Με πλησιάζει ενθουσιασμένη η διδάσκουσα και μου λέει: "Ασχολείσαι με την ποίηση; Κατάλαβες το ποίημα! Έλα από το γραφείο μου να συζητήσουμε, να σου δώσω βιβλία...αυτά που γράφεις μου θύμισαν την "Πτώση του Ίκαρου" του Bruegel..."
Στο μεταξύ, βγαίνει όξω ο Pipes με τη Νικολέττα. Μεθυσμένος από έπαινο και ποίηση, αρχίζω να απευθύνω προσταγές μιξαρισμένου Eliot στη χαρίεσσα συνάδελφο, η οποία εκτελούσε λαμβάνοντας τις κατάλληλες εκφράσεις:

"Νikoletta, stand on the highest pavement of the stair with a fugitive resentment in your eyes, weave, weave the sunlight in your hair!..."

Tελειώνει, τελοσπάντων, και αυτό το happening, οπότε πιάνω κουβέντα με τον Pipes περί του τι γράψαμε. Ο φιλαράκος είχε σαρώσει στην ορολογία. "Το ποίημα το 'γραψες;", τον ρωτώ. "Όχι", μου απαντά ο Pipes. Προς το κυλικείο, παρατηρώ ότι κρατά ένα φύλλο χαρτί. "Τι είν' αυτό, ωρέ Pipes;", τον ρώτησα. "Το ποίημα", μου απαντάει, "ήθελα να το έχω". Ο Pipes ζήτησε από τη διδάσκουσα να ξεκολλήσει την τελευταία σελίδα του διαγωνίσματος, για να την έχει: το ποίημα. Το ποίημα που δε θυμάμαι πια. Αυτή τη μάχη της ποίησης την είχα χάσει. Το στομάχι μου σφίχτηκε.
Πάμε στο απόφθεγμα:
Κοιμήσου καραμέλα μου για να σε πιπιλήσω
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Aγαπημένο ποίημα:
ΤΟ ΠΛΗΣΙΕΣΤΕΡΟ
Κάτι πρωτόβγαλτα ως φαίνεται
στον κόσμο και τους νόμους του πουλάκια
κι εντούτοις ήδη κουρασμένα
γιατί δεν είναι τα φτερά
άπτωτη εύνοια και προνόμιο,
ρωτούν εμένα, ποιόν, εμένα,
πού ειν΄το πλησιέστερο κλαδί
για ν’ ακουμπήσουν.
Δεν είμαστε καλά. Αν ήξερα εγώ
πού είν’ το Πλησιέστερο
ότι έχει και βαθμό συγκριτικό
το ανύπαρκτο πλησίον,
θα ΄τρεχα να το πιάσω πρώτη εγώ,
όλο και απαραχώρητο,
κι ας ψόφαγαν πουλάκια
δίκαια και προτεραιότητες
-κλαδιά σπασμένα το αλληλέγγυο.
Ας πάνε τα πουλάκια
τη μεγάλη Πείρα να ρωτήσουν
ν’ ακούσουν ό,τι είπε και σ’ εμένα
όταν ξεθεωμένη από κούραση άφτερη
τη ρώτησα πού είναι ν’ ακουμπήσω
το πλησιέστερο κλαδί.
Δεν είμαστε καλά είχε καγχάσει
η μεγάλη πείρα: αν ήξερα εγώ
που ’ναι το Πλησιέστερο
θα ’τρεχα να το πιάσω πρώτη,
όλο κι απαραχώρητο,
κι ας ψόφαγες εσύ
γιατί το πλησιέστερο κλαδί
είναι ο θάνατος σου η ζωή μου.
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
Τέλος, επτά αλήθειες για μένα:
1. Οι πρώτες λέξεις μου ήταν "Κούλα, καφέ" (πρόκειται περί συνεκφοράς).
2. Χάνω τον προσανατολισμό μου και μες στο σπίτι μου.
3. Σιχαίνομαι τους φασίστες και τις κότες.
4. Φοράω σχεδόν πάντοτε μαύρα.
5. Καπνίζω τσιγάρα, πίπες, πούρα εις ποσότητας.
6. Απεχθάνομαι το ψέμα.
7. Είμαι συντηρητικός.
Όπως πάντα, συνεχίζει όποιος επιθυμεί.

15 Οκτ 2008

ΟΙ ΣΤΡΟΦΕΣ ΤΩΝ ΑΡΓΑΛΕΙΩΝ

Διαβάζω την "Πρόσκληση του Σώματος". Οι Kansas, κατόπιν θερμής παράκλησης, παίζουν το "Lonely Wind". Η Vanessa ζωγραφίζει τον πίνακα "Μemories".

Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Εσύ που άντεξες μαζί μου στο δωμάτιο
ώσπου στα έγκατά μας να τριφτούν
τα δέρματά μας
κι η γη μας να σειστεί απʼ τη διείσδυση
όνομα χρειάζεσαι, χρειάζεσαι ελάφι.

Γυρίζω το κεφάλι˙ σʼ άκουσα

κι αντί να φύγω τρομαγμένος
που μέσα μου δεν άφησες φωτιά
να μην ανάβει
σε λέω Αλουραίμ και σε κοιτώ
στα μάτια:

στο λαιμό σου ερεθίζεται το πιο αγνό χρυσάφι
(ποιο χρυσάφι να σʼ αντέξει
ποιο χρυσάφι να σε πει;)
στο στήθος σου εκκρίνονται τα ξαναμμένα χείλη
(ποιο ποίημα να σʼ αντέξει
ποιο ποίημα να σε πιει;)
και στους μηρούς σου απορροφάται
το ηλιόμαγμα
ώστε αν μικροπράγματα
ποτέ σʼ απασχολήσουν
(μια κοσμική καταστροφή)
να θυμηθείς πώς ήταν στο δωμάτιο
και με την πρόσκληση του σώματος
να στείλεις

το φως ξανά στη θέση του στο κέντρο.


ΑΘΗΝΑ-ΠΑΤΡΑ

Διακόσια πενήντα χιλιόμετρα
ως τον προορισμό μου˙
διακόσια πενήντα ακριβώς.
Να πω πως ξέρω αν θα τα διανύσω
δεν μπορώ. Ξέρω καλά
πως όσο χρόνο θέλει η απόσταση
θα τον καταναλώσω.
Όπου κι αν είμαι, τότε
από βαθιά αποτυχία θα κυριευθώ
πʼ ούτʼ ένα δρόμο δεν κατάφερα
να γκρεμίσω
ούτε μια ουτοπία να επιβάλλω
δεν μπορώ
κει που ταλαιπωρία
ιδροκοπούν οι κληρονόμοι
κι οι θάνατοι αυξάνουν
τις στροφές των αργαλειών.

ΣΥΝΗΘΕΙΑ

Θα σας μιλήσω εγώ για τη συνήθεια
με των ανάπηρων αισθήσεων το στόμα
και τη χροιά της απώλειας.
Εκ γενετής τυφλός βρίσκει για μια
στιγμή
το φως του
κι άλλη στιγμή δεν έχει να διηγηθεί
από εκείνη που πλημμύρισε
το μάτι του.
Και χίλια χρόνια τύφλας τα ξεχνά.

Άλλος τα βλέπει καθαρά
ώσπου κι αυτός το φως του χάνει
στιγμιαία
κι άλλη στιγμή δεν έχει να διηγηθεί
από κείνη που σκουντούφλησε
στα έπιπλα της τύχης.
Τα έργα της δε συνηθίζονται με τίποτα
όταν στο τίποτα δίχως γιατί
σε παλουκώνουν. Ο ποιητής
ξυπνά κουφός από τη μέσα ησυχία
και μες στο έξω του χαμού

το ποίημα γράφει κρότος.

ΤΟ ΘΕΡΙΟ

Όταν ο αγριότερος των ανθρώπων
έπεσε στην παγίδα του
κοίταξε γύρω για θηράματα.
Όταν δε βρέθηκε κανένα
στην πλοκή του
ξέχασε να σκαρφαλώσει έξω
απʼ την ενέδρα του
κι άρχισε τις σάρκες του να τρώει
από θυμό
μέσα στο λάκκο πʼ έσκαψε η κακία.

Όταν τον ξαναείδαμε
αγνώριστος˙
καλοβαλμένος, ξυρισμένος
πράος κι ευωδιαστός.
Τι έγινε στο λάκκο του δε μάθαμε.
Απόμεινε, λέει, μόνος του
κι έφερε δώρο μέλι

το θεριό.

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΕΙΣ

Το ποίημα έχει πάντοτε μια λέξη
περιττή
πʼ ούτε με λάστιχο μπορείς
ούτε με το σφουγγάρι να τη διώξεις
γιατί όταν λέξη μες σε ποίημα
σταθεί
από την αγαλλίαση του στίχου της
δε βγαίνει.

Ένας τρόπος για νʼ απαλλαγείς
είναι να τη σαγηνεύσεις
να της τάξεις άλλο ποίημα
καλύτερο
και τραγουδώντας της την καινούρια αρχή
σʼ έναν καινούριο δρόμο να τη βάλεις.

Ο άλλος τρόπος είναι να τη σβήσεις
να σπρώξεις τη χούφτα σου στο στόμα σου
τη γλώσσα να σου ξεριζώσει
και με το αίμα της στο χέρι σου
να τρίψεις πάνω στο χαρτί
τα λόγια που δεν έπρεπε να πεις.

ΒΙΝΥΛΙΑ

Μιας και το θες κι εσύ
καινούρια ηλικία
θα τα παίξω
τα παλιά μου τα βινύλια
μα όχι όπως πρώτα.
Έτσι όπως τρίφτηκαν
οι δίσκοι με τα χρόνια
παλιό αυλάκι δε θʼ αναγνωρίσει
η βελόνα
κι οι μελωδίες θʼ ακουστούνε
σκεβρωμένες
σαν τʼ άκαιρα, τρωτά
εκτρώματα της νήπιας σκέψης.
Τη βελόνα θʼ ακουμπήσω
πάνω στο χαρτί
στα κυβερνά αυλάκια
της μασκοφόρου μόδας
έτσι˙ για να δω ποιος με
υπνώτισε
ποιο εν αγνοία μου πρόσωπο
μονοπωλούσε το αυτί μου.
Αφού σκιστεί καλά η ετικέτα
αφού σπάσουν τα κόκαλα
όλων των συντελεστών
το δίσκο μου θα παραδώσω
δίχως τρύπα στο παιδί

να βρει αυτό πού θα τον στερεώσει.

ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΟΡΥΦΗΣ

Ένα κολοκύθι γνέθει το χακί˙
το κεφάλι ντύνεται με κράνος.
Ένας βόθρος στέλνει τη βροχή˙
στο ποτήρι πίνεται το χάος.
Ένας τυφλός μοιράζει την τροφή˙
το έλεος τρώγεται με πάθος.
Τυφλό του βόθρου κολοκύθι
πώς γράφεις έτσι ιστορία
πολέμους και ρακοσυλλέκτες
πώς αναπαράγεις
ώσπου να λιώσουμε στην όξινη οργή;

O ΣΠΑΓΚΟΣ


Στον Σωτήρη Παστάκα
επειδή χαμογελά



Στο μάθημα της ανατομίας
πήγαινα πάντα άπλυτος
αφού γυμνός δε μου επέτρεπαν
να ζήσω.
Έχοντας εξασφαλίσει απομόνωση
μάθαινα κατάκοπος πλούσια ονόματα
πʼ έδεναν στο κορμί μου κόμπους
στο σωμάτιο του Μαλπίγγι
στην περιοχή Μπροκά
στο φύμα του Φάτερ
και στον Δωδεκαδάχτυλο
τον περιβόητο μαρμαρωμένο βασιλιά.

Στο μάθημα της ανατομίας
έμαθα από ανθρώπους
πόσους ανθρώπους έχω μέσα μου
κι αφού κατάφερα
όλους να τους μαζέψω σε μιαν αίθουσα
τους είπα επιτέλους την αλήθεια:

Κύριοι, το χειρουργείο σας
ανώφελο
η μια άκρη του σπάγκου
είναι παντού
κι η άλλη στον αέρα.

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Ποιείν.

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΕΝΟΣ ΝΟΗΜΑΤΟΣ


Όταν καμιά φορά με ρωτάνε «τι εννοείς;» παρεξηγούμαι σε βάθος. Σήμερα θα αποπειραθώ να εξηγήσω γιατί. Στο ταπεινό μου σπιτάκι-διεθνώς γνωστό Soul for Poetry-έχω κατά το παρελθόν παραθέσει τη στροφή (την εξέθεσα στην Αδελφότητα της Θλίψης):



Πόσο διαφορετική
Θα ’ταν άραγε η ανάγκη
Αν αντί νερό απ’ το τηγάνι
Σου πετούσα λάδι απ’ το σταχτοδοχείο


Την αξία της μπορεί ο καθείς να την κρίνει-μα μόνο εγώ μπορώ να μιλήσω, με μια ειλικρίνεια που μου σπάει τα δόντια, για την καταγωγή της στροφής αυτής. Ξεσκονίζοντας παλαιά χαρτιά, ξέθαψα το ακόλουθο δεκαετές κείμενο:

Ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους μάθαμε ότι φυλακίστηκε εντός κατάλευκου κελιού, με ολίγα μπλε ράφια για τα βιβλία και τους δίσκους του. Η φυλάκιση ήταν μονάχα προσωρινή-τουλάχιστον αυτό πίστευαν οι φιλεύσπλαχνοι αναγνώστες του και ο ίδιος-και το σφουγγαράκι του λουτρού που του προσφέρθηκε, ήταν ποτισμένο με τα υγρά και τις τρίχες του μοναδικού σ’ αυτόν γνώριμου εφηβαίου. Μέσα στο κελί του ο εκκολαπτόμενος ποιητής έμαθε όλα τα μυστικά της σύνθεσης, μετέχοντας σε σατανιστικές τελετές απίστευτης λαγνουργίας, τρίβοντας στην επιδερμίδα του λαίμαργα με το ίδιο αυτό ροζ σφουγγαράκι, που συχνά πυκνά αναρωτιόταν αν θα ’βρισκε κάτι για την επόμενη μέρα να πει. Η Eρασμία, βεβαίως, εξακολουθούσε να έχει τη συχνά απαντώμενη διάθεση καλλιέργειας των σχέσεων με τον έξω κόσμο, αφού συχνά τη συναντούσε στην οθόνη του οικιακού του κινηματογράφου, πότε να περπατά αγέρωχη προς το σπίτι της σηκώνοντας τη φούστα της ψηλά για όλους τους θαυμαστές-διμοιρίτες, πότε να χάνει τις αισθήσεις της αποκαμωμένη απ’ τις γευσιδοκιμές των απανταχού εμπειριών και ερωτικών αποκλίσεων. Ήταν κάθε μέρα, συνεπώς, και πιο σίγουρος πως η Ερασμία μεγάλωνε εκεί έξω, μα ο στίχος που του είχε ψιθυρίσει εκείνο το βράδυ του Ιουνίου τυχαία είχε διαπεράσει ευηχώς τους πόρους του τοίχου του, ξεπλένοντας τον από καιρό ατροφικό ομφάλιό του λώρο˙ τον αλυσιδωτό αυτό σωλήνα που τον συνέδεε με την αλλόκοτη κίνηση των κοινών θνητών. Η αληθινή ποίηση-είχε καταστεί πλέον προφανές-βρισκόταν αλλού. Καθώς τριβόταν ξανά και ξανά με το ίδιο εκείνο σφουγγαράκι, μοιραία άρχισε να μονολογεί για εκείνο το μορφασμό των μισάνοιχτων χειλέων. Πόσο διαφορετικός θα ήταν εκείνος ο μορφασμός, αν το πρωί δεν της είχε δώσει το γάλα της μέσα στο κουτί αλλά το ’χε σερβίρει μέσα σ’ ένα γυάλινο-ή, καλύτερα, κρυστάλλινο-ποτήρι, μ’ ένα καλαμάκι περιβεβλημένο από αγνό κακάο. Πόσο διαφορετικός, στ’ αλήθεια, θα ’ταν ο κόσμος, αν αντί να την καταβρέξει με το νερό απ’ το τηγάνι, της έριχνε λάδι απ’ το σταχτοδοχείο. Ίσως, τότε, να μη γυρνούσε την πλάτη της τα βράδια. Ίσως τότε να χανόταν νωρίτερα εκεί έξω στο πλήθος ή να κοιμόταν κάθε βράδυ ολοένα και πιο χαμογελαστή. Πάνω στο στήθος του. Στο στήθος του, που όταν το τρίβει στο λουτρό θυμάται πόσο γλιστερή γινόταν η γλώσσα της πάνω του και τότε η καρδιά του χτυπά δυνατά. Και τότε ο ποιητής, φορώντας το στέμμα του αδιακρίτως, γράφει για το ένα ακόμη νεύμα της θύμησης που μετέωρο κρέμεται απ’ τους στίχους. Κι η θύμηση κι η αμφιβολία γίνονται δίδυμες αδελφές που διαποτίζουν τα χαλιά του και γαργαλούν τις πατούσες του. Τα κβάντα του ερωτισμού της μιας στιγμής γίνονται τόμοι. Κι η Ερασμία εκεί έξω, μ’ όλους αυτούς γύρω της, κοιμάται ανυποψίαστη.
Το παραθέτω αυτούσιο κι ουχί λογοτεχνικό. Το πράγμα έχει την πλάκα του-μ’ αρέσει να χαλαρώνω. Αυτά επί της καταγωγής ενός νοήματος.

ΥΓ: Το καλύτερο που έχω ακούσει για τη στροφή είναι το εξής: αν ρίξεις νερό απ’ το τηγάνι, θα κάψεις. Το λάδι από το σταχτοδοχείο δε θα κάψει. Κατά τα άλλα, να θυμόμαστε ότι το αριστουργηματικό πιάνο κονσέρτο Νο 1 αφιερώθηκε, αρχικώς, σε κάποιον που αηδίασε-οπότε, εν συνεχεία, αφιερώθηκε αλλού.

13 Οκτ 2008

ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΛΩΣΤΗ ΣΟΥ


ΧΡΥΣΟΜΥΓΑ


Πάλι έδεσα τα πόδια μου
Στην κλωστή σου

Δεν θα κάνω παιδιά
Υπνωτίζουν

Δεν θα έχω χαλιά
Καταπίνουν τις σκέψεις μου

Τα κρεβάτια αιχμαλωτίζουν το σώμα
Αιώνια θα ξαπλώνω

Η τηλεόραση επιπλέει
Δίχως να γεννά
Καμία ανάγκη για αγάπη

Δεν θα έχω βιβλία
Ξεραίνεται μέσα τους η αλήθεια
Όπως στα φυτολόγια

Θα έχω μόνο πόδια
Να τρέχω μακριά
Από όσα χρειάζομαι

ΠΕΝΝΥ ΜΗΛΙΑ

12 Οκτ 2008

BAD COMPANY

Σήμερα έβλεπα τον "Hannibal".



Κάποια στιγμή διέκοψα, για να πετάξω τα βρομερά σκουπίδια μου. Κοντά στον κάδο βρήκα ένα τσαλακωμένο χαρτί, το οποίο μού τράβηξε την προσοχή. Έγραφε:
Σήμερα χώρισα με την Τζένυ. Την είπα ψεύτρα και κοινή, με είπε ελεεινό παλιάνθρωπο. Μέχρις εδώ καλά. Μα στο τέλος συμπλήρωσε: "Ζωγράφε της δεκάρας". Γεια σου Τζενάρα! Μαζί με τα κάδρα καίγονται κι οι πίνακες. Ας το 'λεγες απ' την αρχή πως δε σ' αρέσουν.

Αυτά είναι τα δράματα του ζωγράφου της πολυκατοικίας, σκέφτηκα. Κι ύστερα έβαλα το τραγουδάκι, με το μειδίαμα μιας σελίδας ημερολογίου.


ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΚΥΡΙΑΖΗ

Ακούμε τον Ιωάννη Ν. Κυριαζή να απαγγέλει απόσπασμα του ποιήματός του "Η Παραφορά του Ερωταφίου" (Κονιδάρης, 2008).

Όλες οι μέρες κάθισαν απαρηγόρητες πάνω απ΄το κεφάλι της Μεγάλης Παρασκευής. Μια μέρα που μεγεθύνει τις απώλειες μέσα σου. Απ΄το πρωί οι καμπάνες σκορπούνε δάκρυα κι αναμνήσεις περασμένων Επιταφίων. Ο ήλιος χαϊδεύει ηδονικά τους τρούλους των εκκλησιών, αναρριγούν οι σταυροί επάνω τους. Οι θεοί που κήδεψα στη ζωή μου θα με συντροφεύουν ως το θάνατό μου. Μαντεύω την ύπαρξή τους από το άρωμα της πασχαλιάς που σκορπούνε γύρω μου. Ραγισμένα τραγούδια στο ραδιόφωνο-μελωδικά ανασαίνει ο πόνος για να τον εκπνεύσει ο άνθρωπος. Μες στο φλιτζάνι πικραμένος ο καφές, νοσταλγεί τη χαμένη συντροφιά της ζάχαρης. Ούτε και σήμερα θα τους τα φτιάξω... Ανοίγω την πόρτα και καταπίνω ανόρεχτα το δρόμο προς την εκκλησία. Επάνω, δυο σύννεφα βουτηγμένα στο μπλε οινόπνευμα-βαμβάκι για τις πληγές μου. Και κάτω, ένα ζευγάρι να φιλιέται χωρίς συστολές, στη μέση του διαστελλόμενου θρήνου-πληγή για τα μάτια μου. Μες στο ναό, αμήχανος-σαν Θεός χωρίς πιστούς..., σαν άπιστος χωρίς κι ανθρώπους. Μπροστά μου, ο Ιησούς, κάτω από ένα ανοιξιάτικο σεντόνι-κανείς δεν τον τραβάει, μήπως και δεν τον δει. Μόνο μαζεύουν ροδοπέταλα, για να μυρίζει ο ύπνος τους υπόσχεση Ανάστασης. Μα εγώ, ο ιερόσυλος, προσπαθώ να μαντέψω ποια βιολέτα διαλέγοντας, θ΄αγγίξω τα δάχτυλά σου που την έκοψαν. Και σαν να ΄θελα να μπω σ΄ένα τούνελ του χρόνου που θα΄βγαζε σ΄εσένα, έσκυψα να περάσω κάτω απ΄τον Επιτάφιο.

11 Οκτ 2008

THE INDOMINABLE SPIRIT OF MAN


Μ' αρέσει ο πίνακας αυτός του LeRoy Neiman-σαν τα χρώματα να συγκεκριμενοποιούνται στις φιγούρες των πυγμάχων. Mου αρέσει και το τραγούδι των Survivor-stalks his prey in the night.




To πρώτο Rocky, γραμμένο από τον άσημο τότε Stallone σε ένα δωμάτιο, από το κρεβάτι του οποίου έκλεινε πόρτα και άνοιγε παράθυρο ταυτόχρονα, μου αρέσει πολύ. Τις ταινίες τις ξαναθυμήθηκα, καθότι τις δίδει δώρο το κυριακάτικο Έθνος. Την πρώτη, βέβαια, την είχα ήδη-μου άρεσε κάργα να βλέπω τον διάσημο Stallone στα extras, να περιγράφει το μονοδωμάτιο και τις συνθήκες πώλησης του σκύλου του, εξαιτίας οικονομικών δυσχερειών.


Why? Because she fills gaps...

10 Οκτ 2008

CALIFORNIA JAM

Όταν γράφω κάνα τραγουδάκι για το φίλο μου τον Βασιλάκη, καμιά φορά διαμαρτύρεται: Είναι μικρό, μου λέει. Τι να τους κάνεις, φίλε μου Βασίλη, τους πολλούς στίχους; Καλημέρα και καλό Σαββατοκύριακο, γιομάτο ηρεμία και κέικ σοκολάτας με μερέντα απ' όξω.

MISTREATED


I 've been mistreated, I 've been abused
I 've been struck downhearted, baby,
I 've been confused
'Cause I know, yes, I know I 've been mistreated
Since my baby left me I've been losing my mind,

you know I have.

I 've been lonely, I 've been cold
I've been looking for a woman to have and hold
'Cause I know, yes, I know I 've been mistreated
Since my baby left me I've been losing, I've been losing
I've been losing my mind, baby baby babe.

I 've been mistreated, I 've been abused
I 've been looking for a woman, yeh,
I 've been confused
'Cause I know, yes, I know I've been mistreated
Since my baby left me I've been losing, losing
I've been losing my mind, baby baby babe
Oh oh oh, oh woman, oh woman, oh woman.

I've been losing my mind.

9 Οκτ 2008

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ




Άκουσα να λένε ότι ο Ελύτης έχει επηρεαστεί από τον Ελυάρ. Δεν το βλέπω πουθενά αυτό. Εκτός από κάποια επίδραση του “Poisson Soluble” του Μπρετόν στα εφτά ποιήματα των «Προσανατολισμών» που έχουν τον τίτλο «Διόνυσος», ο Ελύτης είναι πρωτότυπος και προσωπικός. Δεν έχω την τιμή να τον ξέρω, και, όπως έμαθα, είναι σήμερα μόλις 23-24 χρονών. Ε, ποιος άλλος ποιητής μας, και ο μεγαλύτερος ακόμα, έγραψε στα είκοσί του χρόνια στίχους όπως αυτοί:

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Στο σημάδι ετούτο που παλεύει
Πάντα κοντά στη θάλασσα
Νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος
Με στήθος προς τον άνεμο
Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος
Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος
Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες
Στιγμές του, με νερά τα οράματα
Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του
Α, Ζωή
Παιδιού που γίνεται άντρας
Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος
Τον μαθαίνει ν' ανασαίνει κατά κει που σβήνεται
Η σκιά ενός γλάρου
ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
Καλέ μου Στέλιο,
Υπάρχουν στιγμές απογνώσεως που βάζει κανείς κατά μέρος και τη ντροπή και όλα, που ξεχνάει υποσχέσεις και αποφάσεις, και κάνει πράγματα για τα οποία είναι μοιραίο να ντρέπεται σε όλη του τη ζωή! Αυτό συμβαίνει και σε μένα απέναντί σου. Πόσες φορές δεν έχω ορκισθεί να μη σ' ενοχλήσω, έστω κι αν βρίσκομαι στο χείλος της αβύσσου, κι όμως όταν έρχεται η τρομερή στιγμή της υλικής ανάγκης, τότε ξεχνάω για μια ακόμη φορά τους όρκους μου.
Το ίδιο κάνω και σήμερα. Η άμεση, κ' επιτακτική ανάγκη 250 δραχμών με κάνει να σου στείλω το γράμμα αυτό και να σε θερμοπαρακαλέσω να μου τις δώσεις.
Είναι, φαίνεται, της μοίρας μου αυτό...είναι η κατάρα μου...Χίλιες φορές καλύτερα να είχα γεννηθεί μπακάλης παρά που γεννήθηκα ποιητής. Ποιητής!... Δηλαδή σκατά!...
Με πολλή αγάπη και τρομερή αγανάκτηση εναντίον
του εαυτού μου και του σύμπαντος,
Μήτσος Παπανικολάου
Υ.Γ. Με την ευκαιρία αυτή, σου στέλνω μερικά πρωτότυπα ποιήματα μου και μεταφράσεις μου για να τα διαβάσεις, όπως σου είχα υποσχεθεί.
Και βέβαια...



Μέσα στη βουή του δρόμου
ήταν να βρω το όνειρό μου...
να το βρω και να το χάσω
και ούτε πια που θα το φτάσω

Μια στιγμή πέρασε μπρος μου
και ήταν η χαρά του κόσμου
η χαρά που μας ματώνει
σαν η πιο μεγάλη πόρνη

Όνειρο γλυκό και ξένο
και παντοτινά χαμένο
σε κρατώ στο νου μου ακόμα
σαν τριαντάφυλλο στο στόμα

Πέρασες όπως περνούνε
όσα δε θα ξαναρθούνε
σε κρατώ στο νου μου ακόμα
σαν τριαντάφυλλο στο στόμα

Πέρασες όπως περνούνε
όσα δε θα ξαναρθούνε
πουλιά που έχουν φτερουγίσει
σύννεφα μέσα στη δύση

Και άφησε το πέρασμά του
πέρασμα ζωής θανάτου
στην καρδιά μου σαν σφραγίδα
μία πεθαμένη ελπίδα

ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

8 Οκτ 2008

ΠΟΜΠΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΩΝ








ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ

Τη θαμπή σου οθόνη κοιτάζεις να δεις
Πώς ξεφτίσαν τα λόγια σου και πού να κρυφτείς
Του φιλιού την αγχόνη η ανάσα ανταμώνει
Στο αβέβαιο νήμα της πώς να σταθείς

Τα τσιγάρα σου καίγονται φάροι χλομοί
Τι γυρεύουν να σώσουν του φόβου οι θυμοί
Πάνω στο μαξιλάρι καράβι σαλπάρει
Ακολουθείς του καπνού του τη μαύρη γραμμή

Σε παλιές αυταπάτες η ώρα γυρνά
Στο ρολόι μοιραία μια μπόρα ξεσπά
Κι οι τρελοί λεπτοδείκτες κυνηγάνε τις νύχτες
Κι οδηγούν το καράβι στα πιο μαύρα νερά

Σε λαβύρινθο η τύψη σιωπηλά σε τραβά
Σε είχε κάποτε πνίξει στο λαιμό της θηλιά
Ανεκπλήρωτος μύθος της Αριάδνης ο μίτος

Άλλος ένας Θησέας δεν αλλάζει πανιά

ΣΠΑΘΙ

Είμαι ένα σπαθί που μπαινοβγαίνει στην αλήθεια
Έχοντας διανύσει μοίρες-360-θανάτων τραγικών
Γόρδιους δεσμούς και κύκλους κόβω από συνήθεια
Αυτοβιογραφώντας την πομπή παραπομπών


ΜΕΛΑΣ ΧΥΜΟΣ

Πάνω στο σκουπόξυλό μου-μπορεί ρομφαία-
Νέμω σημάδια σε πλανόδιους ερωτιδείς
Υγρά σκούρα της κατάποσης
Του πιο ήπιου από τα μυστικά μου
-καταπίνω χρόνια μυστικά μαζί με τους σκουριά τους-
Εκεί στο μαύρο παιδικό μου σώμα
Εκεί στο μαύρο παιδικό μου χέρι
Εκεί στο μαύρο παιδικό μου φύλλωμα
Ορθώνεται ο μέλας χυμός, πίδακας ορχηστικός
Του πιο αχρείου παραληρήματος ο αγγελιοφόρος
Προστάτης του παροξυσμού μου
Διεποτίσθην από το προσωρινό του χαρακτήρα του
Και τώρα άλλο μέλημα δεν έχω
Από τη διαφύλαξη της κολάσεως
Του περιφλεγούς περιβλήματος


Από τη συλλογή ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΠΝΙΖΟΥΝ
της ΧΑΡΙΤΙΝΗΣ ΞΥΔΗ (ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, 2008)

Χάριτα, σε ευχαριστώ από καρδιάς για την αποστολή και την τρυφερή αφιέρωση κι εύχομαι-τελευταίος-χρόνια ποιήματα.

7 Οκτ 2008

ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΟΥ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ

ΒΑΛΣ

Σα στήθος δροσερό το μίσος πιάνω˙
με ρούχα και με αμφιέσεις πάω βολίδα,
μακριά κοιμάμαι.

Δεν είμαι, δεν μπορώ και ξέρω πως πλέον
του δάσους και της θάλασσας δεν έχω
σ’ αυτό το σπίτι μου όπλα.

Με νύχτα ραίνω και νερό το στόμα˙
σελήνη ανθεκτική βουτά και λύνει
τι εγώ δεν έχω.

Ό,τι έχω σβει στη μέση των κυμάτων:
νερένιοι κεραυνοί και ημέρες αίθριες,
βυθοί ατσαλένιοι.

Ασπίδες, ρούχα και απόνερα δεν
υπάρχουν, μήτε λύση απύθμενη μία
ή βλέφαρο να βλάφτει.

Ζω ξάφνου μονάχος και ακολουθούν με.
Αγγίζω μια μορφή και με σκοτώνει.
Δεν έχω χρόνο.

Μη με γυρέψετε γυρίζοντας στο
γνωστό άγριο σύρμα ή στου συρμού το λάγνο
αμπέλι των αιμάτων.

Μη με φωνάζετε: δουλειά μου αυτή είναι.
Και μη με ρωτάτε πώς με λένε, τι είμαι.
Στη μέση αφήστε με του φεγγαριού μου,
στο πληγωμένο χώμα.

PABLO NERUDA

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

6 Οκτ 2008

Η ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΩΝ ΚΡΙΤΙΚΩΝ

Aν παρουσιαζόταν ένας αθλητής με το ύφος επιταχύνσεως του Michael Johnson ή τη χορευτική σάρωση του Muhammad Ali, ουδείς θα ενδιαφερόταν για τη σύμπτωση των τρόπων, όσο, τουλάχιστον, θα ενδιαφερόταν για τη θέση του στην κατάταξη. Αν τα χρυσά μετάλλια και οι παγκόσμιες επιδόσεις επιτυγχάνονταν, ο διάδοχος θα διεκδικούσε επάξια τη θέση του στο πάνθεον των σπουδαίων αθλητών, κι ας θύμιζε άλλες, περασμένες δόξες. Όμως στα ποιητικά δε συγχωρούνται οι ομοιότητες.

Βρισκόμαστε στα 2144. Τα λογοτεχνικά περιοδικά της Ελλάδας (το Κέντρο, η Έλξη κ.λ.π.) φιλοξενούν απαξάπαντα το ποίημα και την είδηση: βρέθηκε νέο χειρόγραφο ποίημα της Κικής Δημουλά. Γόνος φιλικής οικογένειας της μεγάλης ποιήτριας ανακάλυψε σε μια λησμονημένη οικογενειακή κασέλα μια κιτρινισμένη από την πολυκαιρία σελίδα, και προς έκπληξή της διαπίστωσε ότι περιέχει (από το ίδιο το χέρι της ποιήτριας) ένα άγνωστο ως τώρα ποίημα.

Εδώ. Πάνω στο τζάμι του χνώτου σου
περιφέρω με στ’ αρχικά της ανάμνησης
πώς κοίταξα αγχωμένη στον καθρέφτη
αν ήμουν χτενισμένη όταν με πρόσεξες
ή αν δαγκώνεται η μάνα μου ντροπή.

Εδώ. Κι αν είναι προϋπόθεση
να κοιμηθώ μια μονιμότητα του ύπνου
για να ξυπνήσεις
βαλ’ το καλά στην απουσία σου:
εμένα θάνατος
δε με ξαναπαντρεύει.

Εδώ. Ρούπι δεν το κουνάω
απ' το παράθυρο.
Δεν αστειεύομαι. Θα ’ρθείς.

Oι κριτικοί της εποχής λιβανίζουν με τη ζέση των εγκωμιαστικών τους σχολίων το γραφτό. Και τότε, η ανακαλύψασα Κική Ηδμουλά, αποκαλύπτει τη σκηνοθεσία της: το γραφτό είναι δικό της. Προμηθεύτηκε χαρτί του εικοστού πρώτου αιώνα (αναμφισβήτητο το μύρο του ορυκτέλαιου εντός της κυτταρίνης) και έστρωσε πλαστό ονοματοσέντονο, ίνα αποδείξει πως κακώς ηγνοήθη προκλητικώς επί έτη και έτη από την επίσημη κριτική, καθότι και η ίδια (ως η πλάνη και η βρώση των κριτικών απέδειξε) τυγχάνει ποιήτρια ολκής. Μόλις οι κριτικοί μαθαίνουν την αλήθεια, απαξιώνουν την Ηδμουλά βαναύσως, καίνε τα περιοδικά στο Σύνταγμα και αστεΐζονται σε βάρος της μετά ευφάνταστων μιγμάτων δηλητηρίων.

Η παραπάνω ιστοριούλα, οφείλω να ομολογήσω, δεν είναι δική μου (μόνο το ποίημα είναι δικό μου, το οποίο συναρμολόγησα αφενός για τις ανάγκες του άρθρου, αφετέρου για πλάκα). Ευρίσκεται ελαφρώς παραλλαγμένη στο δοκίμιο Ποίηση και Παραποίηση του Ευάγγελου Παπανούτσου: Η Κική Ηδμουλά είναι ο John Shmarb, το χειρόγραφο δεν περιέχει ποίημα αλλά μια άγνωστη συμφωνία του Brahms- κατά τα λοιπά, ψιλοταΐδια. Ας δούμε, τώρα, πώς αποτιμάται η κατάσταση από τον Παπανούτσο: Το λάθος του [του Shmarb], βαρύ και ανεπανόρθωτο, είναι ότι αντί να αφήσει ελεύθερη την προσωπικότητά του (το αίσθημα, τη φαντασία, το νου του) να εκφραστεί μουσικά με το δικό της τρόπο, και με τη δική της καλλιτεχνική ευθύνη, ο ίδιος την υποδούλωσε στο πνεύμα και στην τεχνική, στην προσωπικότητα ενός άλλου. Και έτσι ακρωτηρίασε το τάλαντό του που, αν το εκτιμούσε και το σεβότανε πραγματικά, αυτό θα τον οδηγούσε όχι στην παραποίηση, αλλά στην αυθεντική, στη γνήσια δημιουργία.

Επί του ζητήματος αυτού, διακατέχομαι εκ νέου από μια σκέψη και μιαν έξαψη, να διατυπώσω ορισμένες αγνοημένες, κατά την άποψή μου, συνιστώσες.

Πόσο εύκολο είναι να μιμηθεί κανείς τα εκφραστικά μέσα των αναγνωρισμένων δημιουργών, παράγοντας έργο που οι επαΐοντες-κριτικοί αδυνατούν να αντιληφθούν ότι δεν είναι το τέκνο της ποίησης (και άρα των αναγνωρισμένων δημιουργών) αλλά το τέκνο της παραποίησης (των τυχάρπαστων Shmarbs και Ηδμουλάδων);

Αν στο άνω ερώτημα η απάντηση κείται εγγύτερα στο εύκολο, τότε μήπως η αξία της ποιητικής της Δημουλά, π.χ., δεν έγκειται στο νόημα του ποιήματος (τα γνωστά: η αγωνία του θανάτου, το σχιζοειδές του έρωτος, το σηψαιμικόν του διλήμματος, η ανία της επαναλήψεως, το σφυροκόπημα της απουσίας), αλλά στην ευρεσιτεχνία μιας μανιέρας (επιτυχής αναμόχλευση της σωματοποίησης εννοιών, της αναρχικής χρήσης των μερών του λόγου και της «μικτής» γλώσσας, καθώς λεν οι φιλόλογοι, δηλαδή της χρήσης εκφράσεων της «χυδαιότερης» γλωσσικά καθημερινότητας) που διασφαλίζει τη συγκίνηση του αναγνώστη;

Πώς είναι δυνατόν η αποτίμηση ενός έργου από μέρους του κριτικού (ή και του οιουδήποτε for that matter) να σχετίζεται στο ελάχιστο με τη γνώση του ονόματος του δημιουργού; Είναι δυνατόν ένα έργο να είναι μεγαλειώδες αν και μόνο αν αποδίδεται σε συγκεκριμένο δημιουργό; Είναι δυνατόν η προκαλούμενη ψυχική ανάταση από το ποίημα ή τη μελωδική γραμμή να διαφοροποιείται εκ της γνώσεως του ονόματος του δημιουργού;


Αν η αξία του μεγαλόσχημου ονόματος κείται πολύ πέρα μιας ήσσονος σημασίας μανιέρας (αν δεχθούμε ότι το προβάδισμα της γνήσιας Ποιήσεως δίδει η κατάθεση ψυχής και όχι τα, απαραίτητα μεν, αλλά δευτερευούσης σημασίας ιδιαίτερα εκφραστικά μέσα, τα οποία καθίστανται, ενδεχομένως, ευκόλως αντικείμενα μιμήσεως), τότε δε θα αναμέναμε και την εύκολη αναγνώριση, από μέρους του επαΐοντος, του προϊόντος της Ποιήσεως από το προϊόν της παραποίησης;

Γνωρίζει κανείς το ακριβές γεωγραφικό μήκος και πλάτος της περιοχής όπου συναντώνται (αλλά δεν επιπροβάλλονται) τα στρατόπεδα της φθηνής απομίμησης και της υγιούς επιρροής;

Ποία η αμαρτία όποιου τέρπεται αδιαφορώντας για την ακολουθηθείσα συνταγή;

Εγώ το παραδέχομαι. Διαβάζω Αλλού αλλού να κοιτάζω και κατάματα να σε βρω και σκέφτομαι «Ελύτης». Όμως δεν είναι δικό του. Είναι της Ιουλίτας Ηλιοπούλου. Και δε μου καίγεται καρφί. Την υπόκλιση, βέβαια, τη φυλάγω για τον ίδιο. Γιατί; Όχι γιατί η λατρεία της φύσης και η ελληνοπρέπεια (ούτε καν η μεταφυσική του φωτός) συνιστούν «νέα νοήματα»-αλλά γιατί τη ρημάδα τη μανιέρα, όπως και να το κάνουμε, είναι τραγικά δυσκολότερο να την επινοήσεις από το να την ακολουθήσεις.

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Ποιείν.

4 Οκτ 2008

ΦΡΟΥΔΑ

Τον θυμάμαι να έρχεται εκεί στο πατρικό, στου Ρέντη, και να παίζει κιθάρα για να τραγουδήσει η παρέα. Να παίζει κιθάρα για να τραγουδήσει ο παππούς.



Τραγούδησε γλυκιά μου αγαπημένη
Της νιότης μας το τραγούδι ευτυχισμένη
Τραγούδησε λατρευτή μου γλυκά τραγούδα
Τρύγησε τη χαρά σαν την πεταλούδα

Τραγούδησε της ζωής μας το καλοκαίρι
Όνειρο αγαπημένο μικρό μου ταίρι
Τώρα μες στις καρδιές κελαηδούν αηδόνια
Πριν τα σγουρά μαλλιά μας σκεπάσουν χιόνια

Γέλα αγάπα και τραγούδα ο καιρός γοργά περνά
Γέλα αγάπα και τραγούδα είν' όλα εφήμερα και όλα φρούδα
Άσε και την καρδιά σου ν' αγαπήσει
Γιατί ό,τι φεύγει δεν ξαναγυρνά

Τραγούδησε γλυκιά μου αγαπημένη
Γοργά η ζωή κυλά κι ο καιρός διαβαίνει
Και σβήνει και τα τραγούδια από τα χείλια
Τα όνειρα, τους πόνους και κάθε ζήλια

Και γέλασε τώρα που όλη γελάει η πλάση
Αύριο η ζωή μας θα συννεφιάσει
Άγριες θα 'ρθουν μπόρες και καταιγίδες
Να σβήσουν τα όνειρα μας και τις ελπίδες

Όταν βγήκε το αυτοβιογραφικό του βιβλίο, του ζήτησα να μου υπογράψει.


Άλλες εποχές. Άλλα τραγούδια. Άλλες ευχές. Άλλο ήθος. Κτήματα.

2 Οκτ 2008

ΔΟΞΑ ΣΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ

Κάποτε κάποτε κάθομαι στην πολυθρόνα.



Δεν είμαι μόνος μου. Είναι και άλλοι εκεί: η Αλουραίμ, ο Pipes, o Βασίλης, ο Άρης, ο Ηλίας, οι σκέψεις μου. Αίφνης, παίζει ένα τραγουδάκι στη σοφίτα που τα λέμε. Είναι από αυτά που μας αρέσουν: καινούριο απ' τον παλιό.


Εκεί που καμιά σκέψη μου δεν το περιμένει, θυμάμαι τον πατέρα μου που ξέχασε. Μου μίλησε τόσες φορές γι' αυτό το φιλμ, αλλ' ουδέποτε ανέφερε πως χτίστηκε γύρω από ένα ποίημα. Υπάρχει, άραγε, περίπτωση να μην το ξέρει;




Επαναλαμβάνω κατειλημμένος...

Though nothing can bring back the hour of splendour in the grass
of glory in the flower
we will grieve not
rather find strength in what remains behind.


Θυμάμαι γεμάτος...

Aν κι η ώρα δε θα ξαναρθεί της λάμψης στο χορτάρι
της δόξας στο λουλούδι
εμείς δε θα θρηνήσουμε
έχοντας τη δύναμη σ’ ό,τι απομένει πίσω.


Θυμίζω γερός...