30 Σεπ 2008

WHEN YOU WISH WITH ALL YOUR MIGHT

Η μουσική χωρίζει τους ανθρώπους,
τους δείχνει έναν τρόπο να ταιριάζουν.



One warm summer night
He rode into sight
On a wild mare that was so perfectly white
I'd dreamed he'd return and I was right
Wishes can come true when you wish with all your might

One look in his eyes
I had realized

His life was so simple he had no disguise
He lived day to day, no promise he would stay
But in these few words he stole my heart away

He said: My life's not to lead
Through power or greed
I am but a poor man when I'm cut I bleed
A more humble man you never will meet
And here is my heart for only you to keep.

In the shade of the willow tree
My poor peasant promised to me

No scholarly thoughts, he couldn't pay high costs
And sometimes it feels like he's totally lost
But he said this true and he said it loud
I promise you my heart with this solemn vow.

One warm summer night
He rode into sight
On a wild mare that was so perfectly white
I'd dreamed he'd return and I was right
Wishes can come true when you wish with all your might.

In the shade of the willow tree
My poor peasant promised to me.

27 Σεπ 2008

ΤΑ ΠΑΥΣΙΠΟΝΑ ΒΥΖΑΚΙΑ ΣΟΥ

Τα παυσίπονα βυζάκια σου.
Οι μυροφόρες παλάμες σου.
Το βάλσαμο της αγάπης σου.
Για πόσον καιρό θα τα σκέπτομαι;

Πόσον καιρό θα με βασανίζουν;

Έξι μήνες; Ένα χρόνο;

Κάποτε, το ξέρω, θα γίνουν:
Αδιάφορα βυζιά, παλάμες
Ανύπαρκτες, αγάπη.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ

25 Σεπ 2008

TREMBLING THROUGH THE GROUND

ΦΟΒΟΣ ΗΛΕΚΤΡΟΠΛΗΞΙΑΣ

M’ έχαναν οι δικοί μου
όταν κοβότανε το ρεύμα

πού ’ν’ ο Δημήτρης
πού ’ν’ ο Δημήτρης

άφαντος.

Παιδί με θαλασσί πουλόβερ
και μία μπεζ, μακριά καμπαρντίνα
πλησίαζα αθόρυβα τη σαρκοφάγο
πρίζα
κι έχωνα μέσα της τα δάχτυλα
βαθιά
να πάει από κει που ’ρθε
η απαγόρευση.
Κι όταν αργότερα ερχότανε
το ρεύμα
δίχως να πάρει τις φωνές
του φόβου ηλεκτροπληξίας

ποτέ να μη με βρείτε
σκεφτόμουν με μανία
εγώ, με δάχτυλα ζεστά της
αταξίας
όταν θα μεγαλώσω, θα γίνω

ποιητής.

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

24 Σεπ 2008

WHY SO SERIOUS?

ΠΕΤΡΩΝΙΟΣ


Όχι μόνο δεν επέτρεψε
στο Νέρωνα
ν' απλώσει χέρι απάνω του
μα
ούτε στο Θάνατο δεν καταδέχτηκε να πάει.

Άλυπος, αόργητος, αρρενικός
κάλεσε γύρω του συμπότες
διέταξε: φώτα
εδέσματα
αυλούς
κ' ενώ οι παίδες γέμιζαν τους κύλικες
πήρε το μαχαίρι
το σίδερο δίστασε- εκείνος όχι
το νερό ταράχτηκε- εκείνος καθόλου
οι φίλοι είπαν μη- εκείνος δεν είπε τίποτα
με μια κίνηση έκοψε τις φλέβες
-δίχως να κόψει την κουβέντα-
και γύρεψε κρασί.

Το κύπελλο έκανε κύκλο
κάποιος πέταξε ένα πείραγμα,
εκείνος το γύρισε πίσω,
μάλωσε για κάτι ασήμαντο στον υπηρέτη
και
συνέχισε ν' ανοίγει και να κλείνει την πληγή
αφήνοντας το Θάνατο να περιμένει
σαν αχθοφόρος- έξω.

Κανείς δεν τόλμησε να προσέξει
τη χλωμάδα π' απλωνόταν σιγά- σιγά
στ' αγαπημένο πρόσωπο.
Φρούτα και γέλια ζωντάνευαν τα στόματα
κι όταν το αίμα σώθηκε
κι ο Πετρώνιος ανεχώρησε
και μπήκε ο Θάνατος
-να διεκδικήσει το κουφάρι-
μόνον οι φλόγες των πυρσών
δεν μπόρεσαν να κρατηθούν
κι άρχισαν να τρέμουν.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΟΦΙΑΝΟΣ

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Ρε γαμώτο, δε γράφονται εύκολα τέτοια ποιήματα (Κυριαζής λέγει κι εγώ σιγόντο).


22 Σεπ 2008

ΤΟ ΝΟΥΦΑΡΟ

Σχέδιο της Μαριάννας Ταμβάκου




Στο μικρόφωνο ο Robbie Williams




Αν πάρω αγκαλιά τον εαυτό μου
αν τα δάχτυλα ακουμπήσουνε στην πλάτη
θα νυστάξει το νούφαρο που στέκομαι
και θ' αναπνεύσω το νερό

που με φοβίζει.

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

13 Σεπ 2008

YOU KNOW MY NAME

Eίμαι εδώ. Το καλοκαίρι τελείωσε (η Άνδρος απόμεινε πίσω). Η ποίηση-ευτυχώς-όχι (όσο το σώμα πάλλεται και θερμαίνει, η Άνδρος το κατοικεί και φυσά). Το όνομά μου το γνωρίζετε. Ξεκινάμε με δύο ποιήματα.

ADAGIO

Ψάξε ένα μέρος να κρυφτείς
ας πούμε ένα μέρος άξενο
γείρε πάνω στα χείλη της ακρίδας
που απέρριψε το σμήνος.
Ας πούμε μια άξενη ζωή
γείρε πάνω στα χείλη της ακρίδας
κι άσε τις άλλες να σαρώνουν
τις καλλιέργειες των ανθρώπων.
Γείρε πάνω στα χείλη της ακρίδας
ντύσου μια σιωπηρή ασπίδα
κι αγάπα τους ανθρώπους
με τον τρόπο σου
σ’ ένα άξενο κελί που δεν
τους καταδέχεται
όλους μα όλους τους
τους τρόπους.
Ας πούμε σα μονάκριβος αρπιστής
σαν αντιρρησίας της συνείδησης της μοίρας
σπείρε πάνω στα χείλη της ακρίδας
θρύλους σαν άσπρα στίγματα
που ξέχασαν οι κύκνοι
μες σε φιλιά κοράκων.

ΠΑΡΟΧΗ

Να παραδοθώ θα πει να παραδώσω
το εγώ μου σε μια όμορφη γυναίκα
ξανθιά, με μάτια τσακίρικα
φωνή σα χαρακτηριστικά λεπτή
αλλά βαθιά
να ανατέμνει ανασφάλειες
με θήλαστρα
και στο γάλα να τις πνίγει.
Αλλά πώς να παραδώσω
έτσι το εγώ μου
δίχως νερό για να ποτίζει τα λουλούδια της.
Πρέπει να το αναγραμματίσω
να απορρίψω τη βαθύτερη δομή του
κι ύστερα το έκδυμα να φάω:
γεώ
τα κατάφερα, στο τελευταίο γράμμα
ο τονισμός, εντάξει η τελειότης.
Και τώρα, η μόνη λύση για να ποτίζει
τα λουλούδια της:
γεώτρηση
μόνιμη παροχή οφθαλμών στους κήπους της
οξυνόμενο, περισπώμενο, αιώνια σκλαβωμένο
ωμέγα στο σώμα της
κι άλφα η πρώτη φορά που την είδα.

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Βακχικόν.