27 Μαρ 2008

YΔΡΟΒΑΤΗΣ

ΥΔΡΟΒΑΤΗΣ


Οι λέξεις συστεγάζουν κρούστα στην επιφάνεια της θάλασσας
Γιατί εγώ χαμογελώ στο σκοτάδι
Αφού ξύπνησα αργά κι αργά θα κοιμηθώ
Αποσύρω πευκοβελόνες από διαστημόπλοια
Λέω: θα γράψω μ’ ό,τι έχω
Πλέκω οδοντοτρίχια Van der Waals
Tινάζω κάπα αδαμαντόνημα στα μούτρα των απορημένων
Φορώ το στέμμα μου αδιακρίτως
Ορίζω: Ελευθερία
Η τακτοποίησις προμετωπίδος θύρας
Ατάκτως ειρημένης
Συμβατής φούχτας κουνημένης φωτογραφίας
Αφυψηλού θεώρησης του ακατανόμαστου
Υποκλοπής διακροτήματος διαχείμασης
Εξηγώ: συσπάσεις σφιγκτήρων, ξεψυχίσματα νυχτοπεταλούδων
Ημιτονοειδώς να στεγνώνουν την εξόρυξη του λίθου μου
Κέρας πολύτιμο στου προσώπου μου το άτι
Σμίγω:χαρακτηριστικά κοινά ασύμπτωτης κυκλοθυμικότητας
Απαισιοδοξία και αλαζονεία
Συμφωνώ: την παραγγελία μου με τη σερβιτόρα
Και την περίσσεια του στήθους της
Σαν αντίπαλος φιδιού
Τρίζω ουρές σκορπιού και ξεκινώ
Για τους λεπτοδείκτες
Που αρνούνται ραχιαία γωνιογένεση
Για τα χτενίσματα
Που βίτσες κατασκευάζουν με πλαστελίνη
Για τα τσιγαρόχαρτα γλυκόρριζας
Που πυρπολούν υποβρύχιους νεροχύτες
Συνθήκες καταβύθισης ιζήματος: απειροστά μοιρογνωμόνια
Συνθήκες καταβύθισης ιζήματος: κλεψύδρες δωματίου
Απειροστά μοιρογνωμόνια και κλεψύδρες δωματίου
Είναι τα μόνα που κάτι τέτοιες ώρες έχω
Σα διαλύτης στη σοφίτα μου
Ή σαν αγοραστής δυνάμεων συναφείας
Στρώνω περιπάτους στα σύνορα ρευστού και ατμόσφαιρας
Ιούδας φορώ διαβάσεις θαυματοποιού
Προδοσία στις πίστεις τους οι υδροδιαβάσεις
Γιατί οι λεξεις συστεγάζουν κρούστα στην επιφάνεια της θάλασσας

26 Μαρ 2008

ΤΡΟΦΙΜΟΣ ΜΙΝΩΙΚΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ

Σε ομματίδια αναλύομαι θραυσματικής χρησικτησίας
Γλωσσιάζοντας ιδρώτα κόκκινο αδημονίας
Εκτόξευσης ηθικής
Αγέρωχος μεριάζω με ιδιωτείας
Ράμφος τους φοίνικες της θηλής της
Κατηφορίζοντας στον ομφαλό της
Υπέρλαμπρος κατολίσθησης
Άπαντα τα ξύστρα μειδιούνε
Του ανεξίτηλου αναδυόμενα μεμβρανών
Νηκτικών του ουράνιου οφθαλμού
Ερετικά φτερά σε σειρές παρατάσσονται
Καρδιακής φτερούγας σαλπίζοντας
Την τρομερή
Υποστολή των συμβόλων
Στης ξαφνικής μου στάσης την εύρεση
Οψιβαδιστικού καταφυγίου
Στα σκέλη της στρουθοκαμηλίζω συνθετικές
Ευμενίδες κι ύστερα αποσύρομαι
Στη διάπυρη μήτρα της με ταυ περιττό

Άξια είναι άξια η αυτότητα
Θρέψης του δόγματός μου
Μνήσθητί του, Κύριε
Τον εύστοχο σταυρωτή:

ΤΡΟΦΙΜΟΣ ΜΙΝΩΙΚΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ
ΦΙΔΟΚΡΑΤΕΙΡΑΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ
ΤΟΥ ΑΦΑΛΑΤΩΣΗΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ

H Φαίδρα με τους λόγους του Οδυσσέα Ιωάννου:

Θα συνεχίσω να γλιτώνω τον πόλεμο, ετοιμάζω καταγωγή για τα παιδιά μου, αν έρθουν, θα συνεχίσω να ξεφτιλίζω ρήματα, θα σκαρφαλώνω σε ρόγες και θα γκρεμίζομαι ως την κοιλιά, και πάλι, αναξιοπρεπής, κλόουν στο τσίρκο των γυναικείων σωμάτων, στην παιδική χαρά τους, προσκυνητής στις μπρούμητες θέσεις τους, σαν τετράχρονος μπροστά σε στολισμένο δέντρο...

Ο Ωσηέ λέγει:

Την ώρα που με έπιασαν
τα απόνερα
εβυθίστηκα μαζί τους
για να βρω την πρόστυχη γοργόνα
που μ’ εφώναζε
να της απαγγείλω ένα ποίημα

Δεν είμαι ποιητής της λέω
είμαι ένα όνειρο που είδες
ή εφιάλτης

25 Μαρ 2008

ΣΑΡΞ ΥΓΙΗΣ


Τον Σπύρο Σφενδουράκη τον πρωτογνώρισα πρωτοετής φοιτητής εντός του βιβλιοπωλείου «Πρωτοπορία», την ώρα που αγόραζα με ζήλο την «Κοινωνιοβιολογία» του E.O.Wilson. To όνομα του βρισκόταν στη θέση του μεταφραστή-όμως δεν είχε σκοπό να μείνει εκεί. Λίγο αργότερα, κατόπιν μιας παραίτησης (το ξαναλέω: κατόπιν μιας παραίτησης), ήρθε Λέκτορας στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Αισχύνη: δέκα το πρωί με δέκα το βράδυ, με την πόρτα διαρκώς ανοιχτή. Δαρβινικό ωράριο πανεπιστημιακού-ντροπή της εγχώριας παραγωγής Διοικητικού και Ερευνητικού προσωπικού. Επιβλέποντας τη διπλωματική μου εργασία αλλά και την εργασία του διπλώματος ειδίκευσης, η αλήθεια είναι πως δε με έμαθε πολλά: μόνο τι σημαίνει διαδικασία, τι σημαίνει πραγματισμός και τι παθαίνεις όταν δεν έχεις πάντα πρόχειρο ένα αδιάβροχο. Σήμερα μου αφιερώνει ένα ποίημά του για να με τιμωρήσει-εγώ προτείνω στον ντουνιά να το διδάσκει. Σαρξ υγιής: ανίχνευση μετάλλων του αίματος, σιωπή, μπουνάτσα. Ο Δάσκαλός μου είναι ΚΑΙ ποιητής.
Ανάστατο το βλέμμα της ατέλειωτης συμφωνίας
Σε χρόνο εκκρεμούς σκέψεις απόρθητες

Αδιάβατος κορμός ξαφρίζει την ανάσα του πλαγκτού
Η μυρωδιά του σκίνου αόρατη

Ομοούσιος κρίνος προσφέρθηκες στην απουσία
Διαφανούς φορέματος φως διάχυτο
Στις λέξεις σου άχθος συνωστισμένων τσιγάρων
Ορυκτός πόθος σε λειμώνες χειμασμένους

Η δύση προσεύχεται απρεπής
Αλώβητη αισχύνη μακάριων ολογραμμάτων
Ελλέβορος βους επί της γλώττης
Χαρίεσσας ηθολογίας νομοτέλεια

Ως καταπέλτης νους βραδύποδος
Προμαχώνας ήθους ενστικτώδης ατέλεια
Καίριες δόξες κερνώντας δειλά
Περιπλέοντας τη ματαιότητα

Στα νέφη του Ωρίωνα ανέστρεψα πορεία
Του αίματος τα μέταλλα να ανιχνεύσω
Σαρξ υγιής -
Σιωπή, όπως αρμόζει στη μπουνάτσα

ΧΑΣΜΟΥΡΙΟΥΝΤΑΙ

ΛΟΓΩ 25ης ΜΑΡΤΙΟΥ
Στον Γιάννη Κυριαζή


Απ’ την εξέδρα ο ομιλητής λόγο διαβάζει.
Τους μαθητές όμως δεν νοιάζει η ιστορία
και η φωνή του σβήνει μες στην φασαρία.
«Παλαιών Πατρών» για ν’ ακουστεί βροντοφωνάζει
κι εκεί στην λέξη «Γερμανός» ανατριχιάζει:
μπίιιιπ κάνει ένα κινητό – άδεια μπαταρία!

Σφίγγει τα δόντια και πιο κάτω προχωράει.
Στάζει συγκίνηση η συνέχεια του λόγου.
Δίπλα η γυμνάστρια το στήθος άνευ λόγου
προτάσσει λίγο κι ο φιλόλογος κοιτάει,
μες στo βαθύ της ντεκολτέ η ματιά βουτάει –
σαν μια Σουλιώτισσα απ’ τον βράχο του Ζαλόγγου!

«Ζήτω το Έθνος!» λέει ο έρμος, μα ελπίδα
να τον προσέξουνε καμιά – ένας χασμουριέται!
Κάποιος χοντρός καθηγητής αναρωτιέται:
«Έθνος; Λες σήμερα να βγαίνει εφημερίδα;»
Κι ανατινάζεται, απ’ τη θέση του πετιέται –
σαν μια φλεγμένη απ’ τον Κανάρη ναυαρχίδα!

Κάπου εδώ τελειώνει ο λόγος του κυρίου
καθηγητή κι οι συναδέλφοι τον συγχαίρουν
χωρίς γιατί καλά καλά κι αυτοί να ξέρουν,
ενώ ορμάνε προς την πόρτα του σχολείου
με ουρλιαχτά οι μαθητές – να καταφέρουν
μια νέα έξοδο σαν του Μεσολογγίου!


Δ.Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΑ ΑΠΟ ΠΡΙΝ

Round and round στο ξύλινο τραπέζι
Το μήλο για να φαγωθεί καταπίνει τα κουκούτσια
Του
Ζαλίζονται οι αισθήσεις κι οι γουλιές μου
Καπνός ή καφές ε
ίναι αυτός που ζεσταίνει το στήθος μου
Ή μήπως είναι αυτός ο πέτρινος τοίχος
Σαν κύμα στων ματιών σου τις προσταγές
Να μαστιγώνεται απ’ τα βλέφαρά σου ξανά και ξανά
Προλογίζοντας το ένα ακόμη σου βλέμμα με δυο μάτια
Μεγαλύτερα από πριν

24 Μαρ 2008

ΝΑ ΒΡΑΣΕΙ ΤΟ ΜΕΛΑΝΙ

Πολτό από τα πέταλα ανθέων του βυθού
Σπάνια στο χαρτί θυμάμαι να αλείψω
Κι εσύ ρωτάς
Φύλλα μαζεύω που ξέβρασε η θάλασσα
Προσεύχομαι στο στήθος μου να βράσει το μελάνι
Κι ύστερα πλέκω θύμησες με πράσινες βελόνες
Κι εσύ ρωτάς
Πού είναι τα χρώματα που νόμισες πως είδες
Σα να μην ήξερες απ’ την αρχή
Πως για να γράψω πρέπει να μ’ αγκαλιάσεις

22 Μαρ 2008

ΟΣΤΡΑΚΟ ΣΤ' ΑΥΤΙ


της σιωπής

Αν οι κουβέντες δεν αγγίζουν
θα εκτροχιαστούν
Τα λόγια τα ανάξια σαπίζουν
Δεν την φοβάμαι την σιωπή
Μιλώ για να μπορέσω κάποτε
να κάνω το αντίθετο

[από την ενότητα "ΕΦΟΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΥΣΙΜΩΝ", σελ. 16]


ηθικό δίδαγμα

Όχι: μην τρέχεις
γιατί θα πέσεις
Αλλά: αν πέσεις
σήκω και τρέχα


[από την ενότητα "ΕΠΙΒΙΒΑΣΗ", σελ. 25]


μοιρολόι

Έβαλα τ΄όστρακο στ΄αυτί
ήχος δεν ήρθε από την θάλασσα
ήρθε από την καρδιά σου
Ήτανε κλάμα δίχως δάκρυα
σαν την κραυγή χωρίς μιλιά
που χύνεται στα μάτια
Και το τραγούδι στέναξε
κι έγινε μοιρολόι

[από την ενότητα "ΚΕΝΑ ΑΕΡΟΣ", σελ. 68]

τελικά

Για να ζητάς τα ρέστα
από τους άλλους
πρέπει πρώτα να πληρώνεις
Κι ύστερα να ορίζεις
ένα καλό φιλοδώρημα

[από την ενότητα "ΚΕΝΑ ΑΕΡΟΣ", σελ. 69]
Από τη συλλογή "Πτήση (στο φως ενός κεριού)", εκδόσεις Δωδώνη (1996)
[ΜΑΖΕΥΤΗΚΑΝ...]
Μαζεύτηκαν από πάνω μου όλα τ’ άστρα
και μ’ έραναν με σκοτάδι.

Πουθενά δεν είσαι

σαλπάρει η Σαλαμίνα για τ’ ανοιχτά του φεγγαριού
σαλπίζει ο άνεμος το σιωπητήριο της θάλασσας
σαλτάρουν οι νότες απ’ τον πέμπτο
του πενταγράμμου

πουθενά δεν είσαι

σκίζεται ο καιρός για να περάσει η μνήμη
σκοράρει το Μηδέν στο τέρμα του Ενός
σκουντουφλά ο άγγελος πάνω στις κλειστές του φτερούγες
κι ο θεός τριγυρνά ανάμεσα στις λέξεις σου
απελπισμένος που δεν υπάρχει

πουθενά

δεν είσαι μέσα στο ποίημα αυτό
που μαστιγώνει τις σιωπές του
για να κραυγάσει η αγάπη.

(Μου ’γινε η Άνοιξη ανοιχτή πληγή
που βιάζομαι να κλείσω.)
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ

ΓΟΤΘΙΚΑ

Στην «Αυτοπροσωπογραφία σε λόγο προφορικό», ο Οδυσσέας Ελύτης λέγει πως δεν εξέδωσε, παρά μόνον όταν έγινε κάτοχος ορισμένων εκφραστικών μέσων. Γεγονός. Ένα άλλο γεγονός είναι πως η Κική Δημουλά, από ένα σημείο και μετά, δέχεται πλείστες όσες κατηγόριες περί «κατάχρησης» και «εξάντλησης» μιας ποιητικής «μανιέρας».

Το κείμενο αυτό αναρτάται μαζί με την άποψη μου. Εγώ, λοιπόν, δε δίνω δεκάρα για ρεύματα, τάσεις, κατηγοριοποιήσεις και ποιητικές πατέντες (γι΄αυτό και παραξενεύομαι από κείνους που γράφουν μόνο ρίμες ή μόνο σονέττα ή μόνο χαϊκού από τη μια, και από την άλλη δεν καταλαβαίνω διατί είναι ζητούμενο τα «ορισμένα εκφραστικά μέσα» ή οι όχθες του τύπου «υπερρεαλιστής», «συμβολιστής», «ιστής»).

Εκφράζομαι όπως μου ’ρθει, αναλόγως διάθεσης και οδύνης. Είμαι παντού ο ίδιος, στην ΚΟΠΗ ΠΙΤΑΣ, στο ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ, στα ΧΑΪΚΟΥ, στα ΣΟΝΕΤΤΑ, στα πεζά μου, και παντού διαφορετικός. Αλίμονο αν δεν ήμουν.

Κλείνω με Χρίστο Λάσκαρη...

Δε θέλω να ξέρω κανόνες για την Ποίηση
ούτε τι γράφουνε γι’ αυτήν οι σπουδασμένοι.

Θέλω μονάχα να με απορροφάει
όλο να με απορροφάει η μουσική

για να μπορώ μέσα στα ποιήματά μου
να σωπαίνω.

...σας βάζω και ωραίο άσμα. Τι άλλο θέλετε;

ΥΓ: Oύτε Roy Orbison ούτε Celine Dion. Cindy Lauper.

20 Μαρ 2008

ΓΕΝΝΗΣΗ


Ποια ορχήστρα μπορεί στ’ αλήθεια
Να απαντήσει
Πού βρήκε τόση ζέστα το βιολί
Και πώς, με τόση επιληψία
Το δοξάρι πυρπολείται στο αυτόκαυστο
Αδειάζοντας από το σώμα αφρό
Κάτω απ’ τ’ ακανθώδες σκέπασμα;

Αφρό θαλάσσης ψάχνει η προπέλα μου

Κι όμως, απλώς κοιμάμαι˙
Και τίποτα δεν ακούω
Παρά τους ήχους των ονείρων μου
Και τίποτα δεν ονειρεύομαι
Παρά τους ύπνους των παιδιών μου
Βαθύς αγέρας μπάζει τις χαραμάδες
Στη ζωή μου
Ανασηκώνοντας τερπνά τις κουρτίνες
Του σπιτιού
Φορέματα γυναίκας καμωμένης στο λευκό
Από κάτω να κρυφτώ ν’ αρωματίζω ποιήματα
Με χιόνι

Φταίει που ’ναι βαθιές οι χαραμάδες
Και χωρούν όλο το μήνυμα σε στίχους
Γι’ αυτό και οι χασμωδίες δεν αντέχουν τη ροή μου
Και φράσσουν με το παραμικρό
Το παράλογο του κόσμου, εφιάλτη
Που μένει με την αφύπνιση
Ιδρώτας στο μέτωπό μου
Σύμβολο μιας ακόμη μάχης με τις στάλες

Πότισε η κάμαρα απ’ το σώμα μου-κοιμόμουν
Όλα τώρα με κοιτάζουν
Βουβά τα πάντα με αγαπούν
«Πατέρα, αφηγήσου», μου φωνάζουν
Με παιδικές φωνές οι μύθοι
Κι αρχινάω

Λέξη τη λέξη η σιωπή
Γίνεται ησυχία
Πόνος με πόνο στο χαρτί
Σπρώχνει το ποίημα
Χέρι με χέρι στο λαιμό
Κόμπο, γαϊτανάκι, βάσανο, τραγούδι, κλάμα!
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

ΦΩΝΕΣ Σ' ΕΝΑ ΜΠΑΛΟΝΙ

ΑΡΓΥΡΩΝΗΤΟΣ


Σαν τη γάτα που παγίδευσε φωνές σ’ ένα μπαλόνι
Συλλέγω τις στέρξεις μου πνιχτές
Aυτοκινήτων ανοδικές εγκαταλείψεις
Κι είναι το φως ερμητικού στροβίλου πέταγμα
Που ρέει το θηλυκό νυχιάς καρυοθραύσμα
Εκκρεμές στη ησυχίας τον αέρινο σκακιστή
Ωραίος αυτός υγρής
Kαι πέτρας σκοτεινής
Ζεσταίνει των πύργων μου τη γύρη γοτθική
Σ’ όλων των μηκών τα τετράγωνα
Κατάλευκα περιστέρια
Μα κι αν αντλώ στα χέρια μου
Kαρδιά μικρού ανθήρα
Ειν’ των πλοχμών οι λέξεις μου αληθινά γελοίες
Που μου ’ταξε ο Όσιρις την πίστη μου χρυσή
Αρκεί του άλγους μου την οιμωγή
Για πάντα να σιγήσω
Αρνήθηκα εγώ στην πλάστιγγα με Λεβιάθαν
Την τέχνη μου χρυσή να τάζει πειστικά
Κι αν το αντί ζύγισα πενιχρό
Το βάρος της προσφοράς ενταφίασα εντός μου
Σα ντροπαλή ιθύσφιγγα μάταιης αυτοέκδοσης
Σαν αυτοάνοσο κεντρί ατάλαντης αντιύλης

19 Μαρ 2008

ΦΟΒΟΥ ΒΩΜΟΣ

Αφήστε κοντά μου να έρθουν τα παιδιά
Να ρωτήσουν γιατί τον ύπνο τους μαζεύει
Ο Θεός
Από εκεί που η πέτρα γίνεται φόβου
Βωμός στο μαξιλάρι τους

Παραμύθια θα τους πω-μη με φοβάστε-πτήσης
Για μια φορά κι έναν καιρό στου υγρού
Σπηλαίου τα στασίδια π’ έλαβε τρομερός
Το λόγο τότε ο βαρκάρης
Γιατί μονάχα εκείνος ήξερε πως όλη η ζωή
Το θάνατο φοβάται
Και το Θεό ο άνθρωπος

Παραμύθια θα τους πω-μη με φοβάστε-πτήσης
Για τον άνθρωπο που ντύνει αμετανόητους
Με ράσα πανωλόβλητους ίκαρους επί γης
Κι ανεπαρκείς αναίσχυντους της πτητικής γενειάδας
Όσους μήτε το θάνατο μήτε Θεό φοβούνται
Μα από την τόλμη τους κάποτε
Μοιραία θα το έβρουν

18 Μαρ 2008

18.03.96


Εύκολα που περνώ απ’ τα μάτια σου στον ουρανό
Απ’ το μανίκι του νερού στο πρόσωπο της θάλασσας
Απ’ το μικρό σου δάχτυλο στου ζαφειριού το αστέρι
Έλπιση φήμη του φωτός έχταση απέραντη
Ό,τι κοιτάω με τη ματιά με θρέφει.

Ό,τι κρατάω με την αφή με θρέφει
Σώμα του πόντου δροσερό ή αγέρας
Γλόμπος του άπιαστου όνειρου ή κρύα σαπουνόφουσκα
Της παρθενιάς σου η γεωγραφία που δε με μέλει
Κι ένα μεταξωτό για τσαλαπάτημα
Ένα κουκί καμπάνας γυάλινης για τους κουφούς
Που ντύνουν με φελλό την πιο βαριά τους κούκλα.

Η κούκλα μου είναι η κούκλα σου είναι η γαλαζούλα
Ολόγυμνη που διασκεδάζει τρυπημένη με άστρα
Και κάνει μπάνια στη νυχτιά και γαργαλάει τους γρύλους.

Μα μήτε η στάλα της Αυγής πιωμένη απ’ το γλαυκό
Μήτε της πονηριάς του αηδονιού η ανάσταση
Μήτε της σβούρας ο ίλιγγος μήτε η λιγοθυμιά
Της ώρας που σκορπάει μες στο κενό τα πούπουλα
Δεν πίνουν από την πηγή σου την πηγή που λεν ελευτεριά.

ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ ΤΡΟΥΛΟΣ ΑΝΕΡΑΣΤΩΝ

Γνωρίζει άραγε ο ομιλών πόσο ευτυχισμένος κοιμάται μ’αυτήν
Την ενδυμασία
Αισθάνομαι αόρατος μες στην τόση προσήλωση
Kαι χάνω τ’ ασημί μου στυλό
Θέλω, άραγε, να σωπάσω
ή ν’ αλλάξω στα ερωτηματικά δωμάτιο
Με κύκλους μικρούς που ο ένας στον άλλο ακουμπά
Θέλω να γεμίσω τα λευκά χαρτιά
Μα εκείνος θα τιμηθεί σε ξύλινες αίθουσες
Όταν εγώ στίχους θα συνταιριάζω
Μήπως καταφέρω αυτά τα άλλα χαρτιά
Τα γεμάτα
Να επιπλεύσουν
Άκου
Χάθηκε κι ο δεύτερος ανθυποπλοίαρχος
Του ιστιοφόρου με τ’ ασημί πανιά
Τα πανιά από λέξεις σε πλεξούδες φυγόκεντρης υφάνσεως
Το τριχωτό κτήνος εξορμά στη στεριά
Στίχους μουρμουρίζοντας απελπισμένων ναυαγών
Επιτίθεται σ’ ανυπεράσπιστους περαστικούς
Στραγγίζοντας τις σάρκες απ’ το αίμα
Προτού ηδονικά τις καταπιεί αφυδατωμένες και κίτρινες
Αποκολλά λίγο απ’το ρούχο της νύχτας
Και το πετά στην πύλη επιβλητικής εκκλησιάς
Γονατίζει και φιλά το βρωμερό πεζοδρόμιο
Που τόσοι αθώοι έχουν διαβεί
Όλες οι ψηφίδες της δημιουργίας
Σπεύδουν να υπακούσουν στη φωνή της κολάσεως
Ζωγραφίζοντας στο θόλο τ’ ουρανού το πρόσωπό του
Σ’ έναν άλλο χρόνο παράλληλο
Με μια γενειάδα περιποιημένη και δυο μάτια μικρά κι ακλόνητα
Το θηρίο βρυχάται
Κι o θόλος τ’ ουρανού στροβιλίζεται
Σε παγωμένο μετεωρίτη
Που κατακρημνίζει τον εσταυρωμένο τρούλο
Των ανέραστων
Καθώς ο παράλληλος χρόνος εκδικείται
Εκ μέρους μιας αριστοκρατίας μοιραία ανώτερης
Της αριστοκρατίας των σταυροφόρων που δεν ερμήνευσαν
Βράζοντας σε καζάνια γνωστής οδού και αριθμού
Σε θερμοκρασία ανάλογη της έντασης της φωνής τους
Το θηρίο βρυχάται και κοινωνά
Σώμα και αίμα Χριστού
Το θηρίο παγιδεύεται σ’ οριζόντια καρδιογραφήματα τετραδίου
Άκου
Ξαφνικά χαλάζι στη συμφωνημένη αρμονία της πανδαισίας των ήχων
Κιμωλία, σάρκα και μυαλό σε έγχορδες και ζεστές βιρτουόζικες δοξαριές
Οι φορές που μελάνι σπαταλήθηκε
Σε πενιχρές αναλύσεις ταχύτητας ερυθροδερμούν
Το πετραχείλι της παλιάς μου χωρίστρας
Σφυρίζει την τελετή έναρξης του αέναου κυνηγιού
Λέξεις ιδιόχρησης γνωρίζουν μοιραία τον έρωτα
Στην αγκαλιά της εποχής μιας μουσικής για ξυπνητήρια
Ακριβώς εκείνη την ώρα του αντιγεγραμμένου θεωρήματος
Σ’ όλα τα τετράδια τριγύρω

17 Μαρ 2008

ΕΚΤΟΣ ΑΝ ΜΑΝΑ ΕΙΣΑΙ ΝΑΥΤΗ

Δεν είναι κύματα αυτά και ήχοι
Λεοπαρδάλεων της μυσταγωγικής
Νυχτιάς με σφυρίγματα του σπινθηροβόλου
Ξυραφιού
Αυτά είναι τα ήσυχα αυλάκια όπου
Κρυφτήκαμε ασφαλείς τα καλοκαίρια
Ξεπλένοντας του χειμώνα την άλυσι
Πίστες είναι αυτές που πατήσαμε
Με πέδιλα πτήσης ονειροβάτες
Της στιγμής πως έτσι πάντοτε
Θα ’μαστε ξέγνοιαστοι

Του ουρανού ιδιοκτήτες

Ρυτίδες είναι αυτές ρεζιλεύουσες
Και το πιο σφοδρό καρδιοχτύπι
Της κούρσας μας που τώρα μόνον
Προέκταση, το χέρι φοβάται ν’ απλώσει
Στα παιδιά
Στα παιδιά, που ξεφωνητά αφήνουν
Στις ηλιαχτίδες να στηθούν αυτές
Μαριονέτες αθωότητας βαλσαμωμένες
Άμμου, στου ανέμου το ταξιδιάρικο κάτοπτρο
Εαρινή είναι αυτή γιορτή του βαποριού
Της περιέργειας ιωδίου και αστακού
Εκτός αν μάνα είσαι ναύτη

16 Μαρ 2008

I AIN'T GOT NO BODY

Υoung Frankenstein, η ταινία. Όποιος δεν την έχει δει, ας τη δει. Μπορεί και να γελάσει. Μπορεί και να τη λατρέψει. Ξεκινάμε με τη σημαντική φιλοσοφικά παρατήρηση I ain't got no body/And nobody (give?cares?δεντακούωκαλά)

Θυμάμαι την ερώτηση στο Trivial Pursuit. Ποιος έπαιζε το ρόλο του τυφλού ερημίτη; O που τον έπαιζε, δε χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ για να λυθείς. Χαίρε, Gene Hackman. Παρακαλώ προσοχή και στο βλέμμα του τέρατος μετά το τσούγκρισμα.



-Τhere wolf, there castle...

-Why are you talking that way?

-I thought you wanted to

-No, I don't want to

-Suit yourself, I'm easy...


Tα παραπάνω κατόπιν καλέσματος της αγαπητής Roadartist

15 Μαρ 2008

ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ

Ω πόση ευτυχία θα σύριζε στην πλάτη μου
Αν από τα θαύματα μπορούσα
Μόνο τη λάμψη να τυλίξω στο Ναό μου
Θα μπορούσα τότε στα σίγουρα
Χειρουργικά να αφαιρέσω λυτρωμένος
Απ’ το χαστούκι το κίνητρο
Και στον κάλαθο να πετάξω των αχρήστων
Όλου του κόσμου τον υποκειμενισμό
Μα δεν αντέχω τέτοιο κρίμα
Γιατί ρομαντικός επιμένω να κοιμάμαι
Με την ηθική του μέλλοντος
Στο προσκέφαλό μου

Την αισθητική της τεκμηρίωσης

14 Μαρ 2008

ΒΑΘΕΙΑ ΑΥΛΑΞ

Καληνύχτα...
Με κούρασε πολύ η Κυριακή.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Με κούρασε κι αυτός ο γάμος "στις οκτώ",
ο λόγος ο αμετάφραστος έσονται εις σάρκα μίαν-
κορίτσι πάλι η σκέψη, και ταξίδευε
μ' άσπρα ανοιχτά σεντόνια.

Κι ύστερα όλ' αυτά τα Κολωνάκια που κατέληξα
μεγάλωσαν την κούραση.
Μπορεί να έφταιγε ο καιρός,
κάτι σαν φθινοπωρινός
και λίγο σαν χαμένος.
Μπορεί να φταίξανε
οι νέες και οι έφηβοι.
Ως σημαιούλες υπερχρόνου εορτάζοντος
περνούσαν, όπως περνούσα κάποτε,
και με κούρασαν.
Αλλά κι αυτά των κυριών τ' άρρωστα μάτια-
τα μάτια αρρωσταίνουνε βαριά
όταν θέλουν να δούν τί είναι πίσω από άλλα μάτια.
Είδα να 'χουν πιαστεί σε κάποιο δίχτυ νοσταλγίας
που το τραβούσαν σκοτεινοί στην πρόθεση ψαράδες
-καιροί αλιείς.
Αδιέξοδες κυρίες...
Είδα, όπου πηγαίνει η ώρα τους, να βρέχει.

Εκείνο το εις σάρκα μίαν
ακόμα δεν μου επέστρεψε τη σκέψη-
κορίτσι ακόμα η σκέψη, ταξιδεύει
μ' άσπρα ανοιχτά σεντόνια.
Αλλού εγώ κι αλλού η σκέψη,
μεγάλη πάντα κούραση.
Με κούρασε πολύ αυτό το "πάντα".

Κάποιος μιλάει δίπλα μου για ασκήσεις, θαρρώ
"βαθεία αύλαξ" λέει.
Ναι. Βαθεία αύλαξ.
Καληνύχτα.

Πικρίζει ο Λυκαβητός μέσα στο βλέμμα.
Με κούρασε πολύ αυτή η γεύση,
κι αυτά τα δέντρα που βαδίζουν μόνα τους
κάτω από φυλλορροημένες συναντήσεις.

Καληνύχτα.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Ένα σκληρό χαμόγελο στο πρόσωπο του κόσμου.
Με κούρασε πολύ το πρόσωπο του κόσμου.
Κι εσύ να είσαι ένα ποτήρι
στο πάνω πάνω ράφι
που δεν φτάνω.

ΥΓ: Στον καθένα αρέσει ό,τι θέλει κι ό,τι μπορεί. Εμένα μου αρέσει το παχύ και κίτρινο.

ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΠΟΥΛΩΝΕΙ Η ΟΡΑΣΗ

Το μπλε εξαντλώ της γομολάστιχας
Με κόκκινο δεν καταδέχομαι να σβήσω
Ό,τι με κόκκινο συγγράφω

Εμπειροτέχνης είμαι επιφυλακτικός
Των ενατενίσεων που συμπίπτουν
Θέλω στην αλόγιστη σπατάλη μου
Επιμελώς να κρύβονται νυστέρια
Όσα δεν επουλώνει η όραση

Απ’ το σοδομισμό του πράσινου αδύνατο να λείψω
Άλλος καθώς φαίνεται σ΄ άλλο ξοδεύει χρώμα
Φαίνεται θα ’ναι αναερόβια η καύση
Όσων στα όργανά του βιοσυσσωρεύει

13 Μαρ 2008

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΑΡΗΣ;

Βλέπει στ’ όνομά του τρόπο
Να τον κράζουν οι άνθρωποι- δεν είναι Χάρης
Νικόλαος είναι εν οίκω σίγουρα
Και σίγουρα για το λαό σημαντικός
Αν και θέασης οχληρός ονόματος εξωφύλλου

Αλλιώς βλέπω εγώ τα χαϊδευτικά


Με το ικρίωμα στ’ όνομα και το δήμο
Σκαλοπάτια γι’ αναρρίχηση βάζω ταυ
Χάριν ευφωνίας και ήττα χάριν ευειδούς
Ορθογραφίας: Δημήτριος

Αν πάλι μου χρειάζεται το κάππα
Το κρατώ με ύψιλον για να πω κείνο
Που εννοούσα απ’ την αρχή: Δημήκρυος
Ο Χάρης νικητής χάριν επίπλευσης

Είμαστε ενίοτε κατ’ ήχον συνονόματοι

To ποίημα στις σελίδες 61-62 του Υδροβάτη μου

12 Μαρ 2008

ΚΑΤΑΣΤΙΞΗΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ

Έχτισα ως εδώ κατάστιξης εργαστήρι
Του πόνου την παράλυση
Ληνό ζωγράφισά σε
Της στροφορμής οινοβριθής
Βαρύς της σάρκας κωπηλάτης
Μόνο για μια ευχή σαΐτας του λαγγέματος
Να σπάζει στο σαγόνι μου κρότους αδυναμίας
Έστω για μια φορά˙
Για μια φορά ανέστησα τρωτά προσευχητάρια
Με όλες τις δακρυδόχους ήπια για μια φορά
Προτού κερδίσω αληθινή
Υπόφρυα του ποιήματος έξοδο τρανή
Σ’ αελλοφόρο του ελαχίστου σείουσα αγορά
Ομματοβάμονων παλμών που σβήνουν δυνατά
Με βλέφαρα θαλάσσια την καληνύχτα σου

ΖΩΗ ΑΠΕΙΡΟΥ ΚΕΝΟΤΑΦΙΟ

ΑΝΑΤΟΜΟΣ

Απ΄ του ιερού περιβόλου
Του σεπτού τεμένους των μουσών
Εξέρχομαι
Κι ορίζω τη ζωή απείρου κενοτάφιο
Οι βίοι σκακιέρες που επιπροβάλλονται
Κι οι μέρες δρόμοι των τρελών
Ποτέ μόνο μαύρες
Ποτέ μόνο λευκές
Ημιτόνου περιηγήσεις σε όρη και κοιλάδες
Τυχερές ως 2π αν απέφυγαν το νωρίτερο θ
Σ’ έναν όροφο έχουμε-δεν έχουμε νερό
Σ’ άλλον έχουμε-δεν έχουμε σκάφος
Ευθεία μόνο δεν έχουμε ποτέ
Κατηρτισμένος νίπτω τις αφθονίες στα quadrat
Mετρώ επαρκώς της φύσης τα τετράγωνα
Που έχει κατά νου η διπλανή μου
Σεργιανίζοντας στο αεί που η αλήθεια εξαπολύει
Όταν στην παρασιτική λήθη επικρατεί ο έρωτας
Ιδανικός εντός της
Και ορκίζομαι πτυχιούχος και Πολυμερικός
Σύγχρονος κακέμφατος μεστής παλιάς Αθήνας

11 Μαρ 2008

ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΟΥ ΗΛΙΟΥ

Κλειδώνω σου τα δάχτυλα κόμπους μπογιάς
σ’ ακυβέρνητο περβάζι
Τριγύρω ταραχή ξεφλουδισμένων κόμπων
Δροσοσταλιάς το μπλε σκουριάζει την καθήλωση
Την πτώση μου της άγκυρας, του σεντονιού την πτώση
Του μπλε της αγκαλιάς, φρουτένιας χαραμάδας
Εκρηκτική σιωπή
Κλειδωμένα στους μηρούς σου μονοπάτια ψηλαφίζω
Βάφω τους τοίχους κόκκινους μ’ ιδρώτα και πνευστά
Περιδιαβαίνω ήρεμος
Αδειάζουν τα πνευμόνια μου τις πρώτες ηλιαχτίδες
Καφές στο πιοτό μου, πεύκα στα τσιγάρα μου
Ταξίδι παγωμένο στη σάρκα σου που χάνεται
Μαζί με τ’ οξυγόνο κυνηγημένου ήλιου

10 Μαρ 2008

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ...


...στην Fuji, επειδή μου το ζήτησε
κι επειδή δε θα έγραφα αλλιώς...



Κοσμοσυρροή˙
Αμολάω καλούμπα
Για να αντέξω



COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

ΤΟΝ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ


ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ

Ο ιθύνων νους των γεγονότων
Αδιαφορεί γιατί τρέχεις
Μόνο αν είναι Θεός νοιάζεται
Γιατί
Είναι, άραγε, ελιάς κλαδί που κυνηγάς
Ή στίχου σφυρηλάτηση;
Διάζευξη προβληματική
Είναι, άραγε, ελιάς κλαδί που κυνηγάς
Ή μοιάζει;
Συνεκφορά προβληματική
Είναι, άραγε, κλαδί που κυνηγάς
Ή μοιάζει;
Κατ’ εικόνα ερωτική
Ερώτηση της εφικτής αφαίρεσης
Σοφίας
Ψάξε, λοιπόν, εσύ για ενός κλαδιού υπόσταση
Όσο ο ιθύνων νους των γεγονότων
Τα μοιράζει αριθμημένα στους Αποστόλους δώδεκα
Τον υποτακτικό της συγκυρίας
Και συγγενείς αυτού
Ένδεκα
Να δεις εδεμικός στη γη τι θα σου μείνει

9 Μαρ 2008

ΕΧΩ ΑΡΚΕΤΗ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

ΦΡΙΚΤΩΡΙΑ

Δε σου διαβάζω ποτέ
Γιατί αντί να με προσκυνήσεις
Σιωπάς
Τι να την κάνω τη σιωπή σου
Έχω αρκετή μέσα μου
Τη συλλέγω, την κλαδεύω, την ποτίζω
Με όλα τα υλικά του έμβιου
Να θεριεύει με αντίστροφη μεταγραφάση
Στης ποίησης την προειδοποιητική λυσιγονία
Στάσου κλώνος δίπλα μου συμπληρωματικός
Όσο τουλάχιστον αυτή εξερευνά
Του σύμπαντος την τραγική
Γενετική του τρισωμία
Όσο αυτή μαθαίνει να αποδιώχνει
Το φως άστρων που σίγησαν
Μες στα κενοκήπια της καθημερινής
Αβάστακτης φρικτωρίας
Από καιρό σε καιρό να θυμάσαι
Στο μη μου τους τάραττε θα ξεκινήσει λυτικός
Προσβάλλοντας βαρύ το χώμα που τις σκεπάζει
Τις μέρες που φοβήθηκα
Βαττόσπαρτος την απόκρισή σου

ΑΠΟ ΣΤΟΡΓΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΓΝΟΥΣ ΔΙΑΒΑΤΕΣ

Γύπες κεντούν ανάσαρκα τα χνάρια
Περαστικού που αγνάντεψε εναγής
Όση φιλοξενία χώρεσα στο χαμόγελο
Της στοργής μου-πολλοί αποπειρώνται
Να φουρνίσουν της χειραψίας το ενυδρείο
Κυρίως γιατί ξεχνιούνται μ’ ένα κομμάττι
Κρέας στο στόμα του κινδυνεύοντος προβάτου

Παρηγοριέμαι-με έλαια αιθέρια
Και μοναχορητίνες
Απαλείφονται μεμιάς του νου οι ξηραντήρες
Και των ιχθύων οι μυσαροί
Προδότες της ευγενείας
Αφού πρόβατα τους φαντάζομαι
Με έκσταση στο στόμα ολογραμμάτων μου
Που τρώνε ανθρώπους από στοργή
Προς τους αγνούς διαβάτες

8 Μαρ 2008

ΓΥΝΑΙΚΑ

Mέσα σου εκσπερματώνω και γεννιέμαι
Γυναίκα
Και δυο φορές μαθαίνω πώς
Να σ’ αγαπώ: μάνα κι ερωμένη

Τι σημαίνει να πάλλονται
Οι φωνητικές χορδές του αηδονιού
Δεν έχεις καταλάβει: ούτε γιατί
Η αψάδα στο λαιμό του κομμένου
Τριαντάφυλλου
Σου προσφέρει πορφυρή την αμαρτία του κόσμου
Ύδωρ ανθισμένο στους μηρούς σου
Ανάσα άνασσας λαβωματιάς

Δεν έχεις καταλάβει, όμως αντέχεις˙
Με την κοιλιά να σε βαραίνει
Τρέχεις στα χωράφια να στυλώσεις
Τα σπαρτά
Γυναίκα-είσαι η ελπίδα της καμένης σάρκας
Να λιώσει ένα ακόμη μέταλλο
Πάνω σε μια αξιοπρέπεια
Προτού χαράξει η μέρα που όλους θα μας
Καταπιεί

Γυναίκα, δεν έχεις καταλάβει-δεν πειράζει
Είμαι εδώ απ’ τα πόδια σου να εξηγώ
Ποιον διάλεξε η Φύση στη φουρτούνα
Ποιος με κρατά καθώς σκουντουφλώ
Και προσπαθώ αγόρι μικρό να περπατήσω
Εδώ που μ’ έφερες

Κι όπως μέσα στις τόσες απαιτήσεις μου
Κλαις και διαμαρτύρεσαι
Εγώ δε σε παρεξηγώ-τόσα μπορεί το φως
Και άλλα τόσα
-παύει η ομορφιά ποτέ της να εργάζεται;

Κι αν κάπου κάπου
Την πλάτη σου γυρνάς και με προδίδεις
Παίρνοντας πίσω βίαια
Όλες μου τις αισθήσεις απ’ τη σάρκα μου
Όπως μόνο η σάρκα μου μπορεί
Εγώ πάλι ανάπηρος στο ποίημα ανεβαίνω
Και κλείνω με τους ίδιους στίχους
Τα ίδια πνιγμένα δάκρυα στα μάτια


Μέσα σου εκσπερματώνω και γεννιέμαι
Γυναίκα
Κι απ’ τα χείλη σου περιμένω το Θεό:
Μάνα κι ερωμένη της ζωής μου
Πλανεύτρα της βαρύτερής μου ήττας
Ουσία του ευάλωτου αγγίγματος

Παλαίστρα της τρανότερης αγάπης μου

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

7 Μαρ 2008

Σ' ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ ΤΗΝ ΕΚΤΑΣΗ

ARS GRATIAE ARTIS


Η έμπνευση αναδύεται γνήσια ως τηλεπισκόπηση σταυρανθέος. Έκαστο πέταλο οφείλει να ματώνει σε αποστολή διατεταγμένη πολυφασματικού ορίζοντα. Συνειδητοποιώντας το κοινότοπο της διεκδίκησης του όλου, εγκλείεσαι σε δωμάτιο κατοχύρωσης κλιβάνου σωματικών υγρών, τη μαθηματική ολοκλήρωση του ελαχίστου χώρου ψυχανεμιζόμενος. Κατοχυρώνεις εσωτερικά το αυτονόητο δικαίωμα του ανεπανάληπτου αρωματοποιού- αρκεί γι’ αυτό το σώμα- και συμπορεύεσαι με τη λέξη στην ιδιωτική επικονίαση. Η απεικόνιση προκύπτει ως αναπαράσταση ψηφίου προσωπικής φωτογραφικής οικοσκευής. Η αποκάλυψη πάντοτε δείχνει το Βορρά και βορά γι’ αυτό γίνεται των Πολύχαιτων οσμών του εμπορίου. Ουδέποτε, όμως, επιμένεις στην ηθολογία τους, καθότι ο δείκτης του νότου Νοτιά θα φέρει ως Δαναός εκθαλάσσωσης- κι αποχαιρέτα τη τη λέξη. Η αποκάλυψη γρατζουνά ποικιλοτρόπως τους λείους μυς της έμπνευσης. Ξημερώματα νομίζεις πως κατήργησες τα πλεοπόδια ως μέθοδο διαχωρισμού του φύλου των ισοπόδων εφευρίσκοντας τον ετεροφυλετικό μεταεκδυτικό χρωματισμό. Άλλοτε ταυτίζεις τις γραμμώσεις χειλέων γυναικός με τις μοιροφέρουσες γραμμώσεις της παλάμης σου ως επιταγές μεταφυσικής. Πότε πότε αιωρείσαι στην τροπόσφαιρα του τσίρκου, καπνίζοντας ένα το τσιγάρο ως προνόμιο των ριψοκίνδυνων που πολλά καπνίζουν και εννοούν. Οι αχρείοι. Φθάνεις τότε στο τέταρτο πέταλο του σταυρού που μη μου άπτου διπλώνει προστατευτικά το πρόσωπό σου στου γνώριμου ύδατος την εμφάνιση. Γεννάς ηλεκτρισμό σ’ όλων των ατμόπλοιων τις διασταυρώσεις. Το κύμα υδρολύεις σ’ όλης της άμμου την έκταση. Ο αντίχειρας στο ζυγωματικό, τα δάχτυλα ελεύθερα έννοιας, μεταξύ δείκτη και μέσου καπνός. Εσώκλειστος της μοναξιάς σου, εμφανίζεσαι άτρωτος: Αυτός είσαι. Με τη φαντασία απαραιτήτως κόσμημα σε δέρμα χαμαιλέοντος.

6 Μαρ 2008

ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Ι.

Είπε ο Θεός στον ποιητή:

Δειλέ και ανάξιε της αλήθειας εραστή
Τι κι αν κρύβεις σου την ένδεια
Σε άδοξους υπαινιγμούς
Οι λέξεις είναι αρκετές
Τη γυναίκα για να σμιλεύσεις
Σου’ δωσα τη σάρκα μου βροχή
Και αίμα του καταμεσήμερου
Μα εσύ μιλάς για κόκκινα βελούδα
Κουκούτσια ανύπαρκτων καρπών
Που σφίγγουν το ζουμί σου με το φίδι
Κατά πόδας
Μονάχος σου να ξέρεις χτίζεις του νοήματος
Κατασάρκιο στο κενό

Το λόγο έλαβε τότε ο Αντίχριστος:

Κείνο που σύνορο θωρείς
Του πρόσφατου και σύντομου κορμιού σου
Και της Φύσης
Είναι ο λώρος σου ομφάλιος και κρυπτικός
Του άκτιστου Θεού σου

Δεν έχει σύνορα η Φύση

Τα μάτια σου αιώνια θα κλείνεις φοβισμένος
Μαζί με τα ισόποδα κάτω από τις πέτρες
Ίδιος κι απαράλλακτος

ΙΙ.

Το δέρμα μου αναρριχάται στης κεφαλής
Μου τα κουδούνια
Κύριοι, φαιδρά τα αινίγματά σας!

Ουδείς γνωρίζει πως βλάσφημος ουδείς

Και πως της συγκυρίας σύντομο
Το κράτος της Κινάβρας
Μοιραία εκκλησιάζεται
Με βρώση σάρκας

Ως πότε θ’ αγνοείται η πάχνη του περάσματος
Ρομφαίας απ’ τις λέξεις στην αλήθεια
Πέρα από τα δερμικά της σάρκας σύνορα;
Είναι ετούτη η κλωστή του ποιητή
Π’ αλείφει μανιασμένα την επίμαχη δροσιά
Που πότε πότε λέτε αμβροσία
Με ό,τι ονειρώδες μέσα σας σκιρτά
Το νόημα της κάθυγρης γλώσσας

Τα λόγια του γελωτοποιού θύμωσαν τον Αιμίλιο:

Στραβόζαβο το δόντι σου μπορεί και αψηφά
Σονέτα του γεννήτορα ελαίου παστουρμά
Μα αν εσύ αδέξιε τα ξες τόσο καλά

Ξήγα μας τη γένεση
Στα μαθηματικά

Και ο γελωτοποιός:

Τριών εμού το άθροισμα των διαδοχικών
Ακέραιων το λάκτισμα το πανηγυρικόν
Διαίρεση ζητά με φίνο διαιρέτη
Τον δεύτερο, τον μέγα μου, τον νεφεληγερέτη


Πηλίκο ειν’ μακρύτερο το άλγος που βιώνεις
Μόνιμο και βαθύτερο, το κόλον να τεντώνεις

Κι αν δεν καταλαβαίνεις μου το νόημα στα λογάκια
Κράτα για επαλήθευση
Τα πρόσημα σταυρουδάκια

III.


(Δίπνευστοι σαρκοπτερύγιοι
Δώστε μου λαλιά για επαφή
Για συμβουλή γυναίκα
Να σπαρταρά το κλάμα της ζωής
Ρήσεις αναιμωτί)


Την ηλεκτροπληξία κλαίει η Guinevere
Ρεμβάζοντας την ευήθεια
Στ’ ανήλιαγα πουλάκια μαζικών αφανισμών

Ίσως γι’ αυτό το φως φορτώνεται σκιά
Του πλοίου ν’ ακολουθεί το ταξίδι
Μου στο τζάμι του λεωφορείου
Κρουνηδόν, τι μου θυμίζει πως ποτέ
Ξανά δεν παύει η ώρα να αναδεύσω

Τα πουλάκια ρεμβάζουν την ηλεκτροπληξία

Καινόγνωρα κεντρίζοντας το πάθος των καιρών
Ανηλεώς για τους συρμούς μιλιάς εκθάμβειας
Για το φιλώδινο αυτό
Βαγονάκι του χαμογέλου σου
Που επιστρέφει όλο κεραύνεια απορία

Ρώτα με για τ’ άγκιστρα
Στης φούχτας μου τον κλέφτη
Του ανέμου ποιήματα
Αν θέλεις να σου πω

Είναι στ’ αλήθεια όμορφη η ζωή
Με σένα μες στις λέξεις
Που σφύζουν από φυλλωσιές
Της στοίχισης των μύθων
Στα μαλλιά σου

Με τ’ άπαντα της έμμετρης ζωής
Τρίγωνα των πυξίδων
Τη ζέστα αναζητώ
Αγνού χελιδονιού στο πρόσωπό σου
Σαν χάδι και θρυαλλίδα καταβροχθίζουν
Φθογγηδόν ερωτικής ανάδυση
Αντωνυμίας

Σημάδι
Ουράνιου
Ύδατος

Τον κλέφτη καθηλώνει
Όλων σου προσκυνητή
Προσωπικό

Ξανά σου το υπόσχομαι:

Σημάδι
Ουράνιου
Ύδατος

Τον κλέφτη καθηλώνει
Όλων σου προσκυνητή
Παντοτινό

ΜΟΙΡΑΙΑ ΑΓΓΙΖΟΜΕΝΑ ΣΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Ανδρόγυνη μορφή παραμόνευε μεστή
Στ’ ακροδάχτυλα παιδιού της καταχνιάς
Πριν καν σε δει˙
Μ’ ένα κονσέρτο για τέσσερα χέρια
Μοιραία αγγιζόμενα στη σύνθεση
Του συνθέτη, έπαψε το λιανοκέρι
Σε ματζόρε την οργή
Πληγών που λιώνουν στα κλειδιά
Κατάφωρα σφραγίδες

Τις παρτιτούρες πάρε από μπροστά μου
Δικαιολογίες δε χρειάζεται η γνήσια μουσική
Αυθόρμητα συνδέεται ο ήλιος
Με τα έγκατα της γης:

Ντο ρέκτης τείνω σε φωτιά
Μι Φαέθοντας της ραχοκοκκαλιάς σου
Σολ λάβρα της φαγέδαινας αποτάσσομαι τραχύ
Σιγματισμό διείσδυσης

Τα μάτια σου ποτέ ξανά
απλά δε θα κοιτάζουν

ΣΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΤΟΥΣ ΚΛΩΝΟΥΣ

Οδηγώντας στη λιακάδα την αρμύρα
Δε μένει χρόνος για οραματισμούς επικήδειων λόγων
Μερικές μοίρες μακριά από βέβαιο θάνατο
Χαλάρωνα σ’ άχρηστα χθεσινοβραδυνά προσευχητάρια
Παρεξηγώντας το θερισμό του διπλανού χωραφιού
Φωτογραφίσαμε ατάραχοι τους ληστές να βγαίνουν απ’ το παράθυρο
Τριπλοκλειδώσαμε τις πόρτες φεύγοντας
Και καυγαδίσαμε στον πηγαιμό για αναμμένους θερμοσίφωνες
Στην εφηβεία του και το πιο καυτό
Σπάνια να γράψει στίχους κολυμπώντας
Τα σαγόνια της μαρίδας αυτής
Μοιάζουν απελπιστικά με όλο μου το κεφάλι
Ένα ισόποδο ξυπνά την τελευταία μοναξιά του
Μέσα στην άδεια τηλεόραση
Μια κούνια νιαουρίζει μ’ ό,τι απόμεινε από τούτο τον κόσμο
Κι όλα τα παιδάκια ουρλιάζουν δαιμονισμένα
Γιατί κατάλαβαν
Πως στων καιρών τους κλώνους
Ο θάνατος παράφορα μητέρες ερωτεύεται

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Kαλωσήρθες στο σπίτι μου, γλυκόπικρη στεντόρεια
Τα μάτια μου στα σύννεφα παράφορα να γλείψεις
Πάρε καπνό και μη ρωτάς στα χείλη σου ανάμεσα
Τη ζέστη του δωματίου αυτού στ’ αυτί σου να δροσίσεις

Ψιθύρισε στα στήθη σου τις λέξεις μου σ’ ανάμνηση
Της νύχτας που λαμποκοπά στην αγκαλιά του κύκλου
Πάρε το σκάλισμα του σεντονιού ως ήχηση
Ψυχής ανείπωτης μαβιάς, αθέατης του ύπνου

Δώσε φωτιά στη θύμηση, σπάσε ξανά το σπίρτο
Του ουρανού που ευχήθηκα μέσα στο μπλε τασάκι
Χόρεψε το γέλιο σου στο δάκρυ τ’ απροστάτευτο
Τη νότα που αναζητά στο πάτωμα να κλαίει

Ξιπόλυτη κάποτε ανάσαινες δίπλα μου
Τους φόβους μου συνόδευες μακριά απ’ το μελάνι
Όσο κι αν ορκίστηκες δεν έσβησες το χέρι μου
Απ’ τη στιγμή αυτή που το δικό σου τώρα αναζητάει

Σφίξε στο βλέμμα σου την κυνική ματιά σου
Τα βλέφαρα μου πέταξε αντί για τα λουλούδια
Σπείρε φιλιά στη σκόνη τους που βάφτισες δική σου
Φοβού τα εξωτικά του σκοταδιού τα χάδια

Ξόρκια πουλούν τριγύρω σου, στριγγλίζουν μεθυσμένα
Στη στέγη του ονείρου σου που πρόσωπο αλλάζει
Γονάτισε στ’αστέρια τους, γεύσου την όρεξή σου
Δες με να τρέχω πίσω σου στην ώρα που προστάζει

Φόρα το νυχτικό λευκό μέσα στο ξύλο
Του κρεβατιού της ηδονής μέσα σου που δονείται
Στ’ άλλο το αλάβαστρο ο καπνιστής στο μώλο
Τσιγάρο άναβε ξανά, ξανά μονολογούσε

Τούτη την ώρα η θύμηση χαμένη μες στο ξύλο
Το αίμα μου υπόσχεται στη θάλασσα να δώσει
Τη γλώσσα σου που αχάριστη πήρε τον ερχομό σου
Τη γεύση της ευτυχίας σου στον τοίχο θα ματώσει

ΑΚΡΟΣΤΟΙΧΙΣΕΙΣ

ΛΑΜΔΑ

Λαβύρινθος χρωμάτων η πρώτη μου απόκριση
Υψίφωνος γλείφει τ’αυτί μου σε σπειροειδή ανατριχίλα
Διαμάντι το λίγο ακόμη στα πέλματα καρφώνει
Ίπτανται για πάντα στο στήθος σου που χρόνο μου βυζαίνει
Άρχισα να καταλαβαίνω και τούτο το χάδι

ΜΙ

Μέλι στων ματιών τις κόρες μου αγρυπνώ
Αφήνοντας τα σύμφωνα στα χείλη μου ν’αφρίσουν
Ρω και μι στις νότες μου και μπλε στα όνειρά μου
Ίκαρος μες στα στήθη σου
Ανάσα μου τα μαλλιά σου

ΜΙ (Reprise)

Mατώνω στων νυχιών τις ρίζες μου γυμνός
Ανάσκελα στα μάτια μου τσιγάρα ξανασβήνω
Ρεμβάζω εξαντλημένος
Ιπτάμενα φιλιά σε φόντο μπλε
Άστραψαν και χάθηκαν

ΝΥΧΙΑ ΓΝΩΡΙΜΟΥ ΥΔΑΤΟΣ

Take a turn στη μπογιά του θρανίου
Γλίστρα στο πράσινο και μη χασμουριέσαι
Αύριο ή μεθαύριο τα βράχια και το κύμα
Πάλι πάνω απ’το τσάι σου θ’ αχνίζουν
Βελονιστές οι ατμοί θ’ αγγίξουν το πρόσωπό σου
Αποκαλύπτοντας τους διακόπτες της προσωπικής σου χρονομηχανής
Τότε το χαμόγελο θ’ αρχίσει και πάλι να διψά
Για τα φλέγοντα νύχια του γνώριμου ύδατος των ματιών σου
Κι όταν κάθε δάκρυ που εξατμίστηκε μέσα σου
Σ’ εσένα θα θέλει πάλι να επιστρέψει
Μια απολύτως προσδιορισμένη μορφή αυξημένης ατμοσφαιρικής πυκνότητας
Το σκοτάδι θα ξαπλώσει γύρω απ’ τα πέτρινα σκαλοπάτια
Του πεζόδρομου με τις καμπάνες
Νανουρίζοντας, τότε, στα χείλη σου:

«Δεν ξέρω γιατί το φόρεμα σου είναι λευκό
Καθε που μ’ επισκέπτεσαι σαν σ’έχω ανάγκη
Κάθε φορά που με παρηγορεί η πιθανότητα πως υπάρχεις
Η φωνή σου προφητεία που τις στιγμές μας σφυρηλατεί
Εκ γενετής φιλοδοξία του μελαγχολικού παιδιού
Το γνώριμο σ’ εσένα άγγιγμα του ποιητή
Που με τις εκπνοές του λαξεύει λέξεις για να μην έχεις αμφιβολία

Ότι ξέρω καλά
πως θ’ αντέξεις μονάχη σου
το χρόνο προ της διασταύρωσης

Ότι ξέρω καλά
πως το είδωλό μου
στο σημείο συνάντησης των αχτίδων
που στο σύμπαν πλανώνται
ως προέκταση των χειλιών σου

Ότι ξέρω καλά
πως τους καλικάντζαρους που σου μοιάζουν
το βλέμμα μου τους έδιωξε
μέχρι να ξημερώσει»

ΑΝΤΕΡΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΓΕΙΤΟΝΕΣ

Κοίτα τους
Είναι ασπρόμαυροι στις εφημερίδες με τα μάτια τους μισόκλειστα
Γκρινιάζουν για το γάλα τους το βράδυ και φωνάζουν
Πυροβολούν αντεραστές και γείτονες
Άλλοτε θέλουν να γίνουν ηθοποιοί και καλλιτέχνες
Φλερτάρουν με ναρκωτικά και διαρρήξεις
Πότε τα μαλλιά τους πιάνουν σε κοτσίδες
Πότε κουρεύονται και παντρεύονται
Κι ακούνε μουσική διαμαρτυρόμενη
Ή δεν ακούνε μουσική γιατί το ξέχασαν
ή γιατί δεν άκουσαν ποτέ
Περπατάνε βαριεστημένα
Στην αγορά, στο καφενείο και στο πολιτικό γραφείο
Με το κενό τους κλαίνε τα βράδια και τις απόκριες
Κλαίνε μια και δυο φορές και καθόλου
Και σέρνουν το αλέτρι
με φωνές και με ψιθύρους
και μπουζούκια και βιολιά και γαλόνια και βλαστήμιες
Είναι όλοι τους όμοιοι
Άλλοι κρατούν λευκές τις θείες τις προκλήσεις
Kι άλλοι τις μαύρες τις φωνές πνίγουν στις καταδύσεις
Μα πώς να τους ξεχωρίσεις
Δίχως τα χείλη της μάνας
Αφού κι ο ποιητής δεν ξέρει αν θέλει να τσιμπήσει ή να πιει
Ή αν απλώς του φταίει ο κόσμος
Που στα πέντε του χρόνια τον χτύπησαν μια φορά και ποτέ ξανά
Όταν τα χαστούκια είχαν σημασία
Όταν χρειάζονταν τα χείλη που ξέρουν να χαμογελούν και να περιμένουν
Το άνθος και όχι τ’ αγκάθι
Είναι όλοι τους όμοιοι

5 Μαρ 2008

ΒΡΟΧΕΣ Σ' ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Εγγαστρίμυθος

Τα χείλη συσπώνται:

«Εδραίος οργανισμός απορρίπτει
τις πνευμονοπληρούσες εισπνοές
των τελευταίων νυχτερινών ωρών
Καθηλωμένος διερωτάται περί της άλλης τροπής
Περιστρέφει στο Σταυρό το περίεργο σχήμα της μύτης του
Απαιτεί την ισότιμη ανακύκλωση των πατητηρίων του στήθους του
Στο ένα χέρι φρικιαστικά ασσόδυα των αοιδών της Αιγύπτου
Στο άλλο χέρι πόνος δωματίου. Συγκυριακός.»

Τα μάτια αντιφωνούν:

«Φύλαξα ένα τραγούδι δίχως δρόμους
Στάθηκα άοπλος κάτω απ’ την κηλίδα
Σκιαμαχώντας φοβισμένος με μελανόκορμο μανιτάρι
Ρωτώντας με αν οι στίχοι μου ανήκουν

Βρυχήθηκα ανέγγιχτος σ’ εντός μου κεραυνούς
Το σώμα μου άδειασα από κάθε μου θλίψη
Ζήτησα απ’ τη μελωδία ν’ απλώσει τα πλοκάμια της
Στο άβατο δικό μου να με ταξιδέψει

Αργά το πικραμύγδαλο έβαλα στο στόμα μου
Μα γρήγορα ευχήθηκα σα σάβανο να λιώσει
Πέρα από τούτη την ανθιστάμενη βελονιά
Παράτησα βροχές σ’ αποδημητικά σύννεφα

Ούρλιαξα σ’ αυτόν που σκάλισε στο κρεβάτι
Ένα παιδικό απόγευμα αποκαμωμένου ύπνου
Γέμισα αγέρα τα σπόρια των πνευμόνων μου
Σκόρπισα τ’ άγνωστο σε κάθε δικό μου

Πίσω απ’ τη φτέρη έκαψα κόκκινο χαρτί
Τα χέρια του πατέρα μου άφρισα σε χαρακιές στον τοίχο
Φίλησα κρυφά το ξύλο ορθογραφίας της Αγγελικής
Ονειρεύτηκα αριστουργήματα και χειροκροτήματα

Το τραγούδι ψιθύρισε κατά μήκος κατάτμηση
Ακτινωτή συμμετρία ταξιδιών στον αγέρα παρέδωσε
Σ’ εσάς που το μάθατε χαστούκισε τη θύμηση
Πνίγοντάς την σ’ αυτές τις άλλες

Τις δικές μου»

ΣΑΝ ΚΟΝΤΟΛΑΙΜΗ ΚΑΜΗΛΟΠΑΡΔΑΛΗ

Στα ψηλά λατρεύουν τα δρεπάνια
Όταν ως κύτταρα αντέχουν
Σε κωνώπων επιθέσεις
Της ελονοσίας

Με αηδία αποτάσσονται παντού
Τον άρρωστο αιμομίκτη
Γιατί και το παιδί του άρρωστο
Θα ’ναι και μολυσμένο
Σαν κοντόλαιμη καμηλοπάρδαλη

Κάπου τις γάτες αποστρέφονται
Ιδιαιτέρως μαύρες

Αλλά κι αυτό το μίσος
Σ’ επίγνωση βαθιά ζαριού ενεδρεύει
Της φύσης που με το τίποτα
Το μένος προλογίζει της μαυρίλας

ΩΣ ΜΗΤΡΑ ΜΗΤΡΙΚΗ

Σ’ ένα ξωκκλήσι αλμυρό μάζεψες μόνη σου ενσάρκωση
Φωτός που λάμπει μετρική καρδιάς φτερολογούσας
Ποιητή, προσκυνητή ολόγιομων ριζών
Και στοχαστή των πάντων του ανθρώπου

Είπα: «Θεέ μου, γράφω»
Και πάντοτε ας μύριζα το μυστικό λιβάνι
Κι απ’ την αρχή ας στήριζα την κόμη της γυναίκας
Δε γνώριζα του κόσμου ν’ αγαπήσω τις στροφές
Γιατί ήταν αυτές ακάνθινες χορδές ενός «ανήκω»
Αυτών που άσχημες τις φτύναν ως δικές μου

«Άσχημος είμαι», έλεγα, «Θεέ μου, δεν αντέχω»
Και θέριευαν εντός μου του κόσμου οι στροφές
- γιατί εντός μου ήταν οι άνθρωποι
και οι στροφές δικές τους ήταν –
Ώσπου με είδωλο απέσπασες
Του κόσμου την ασχήμια από μέσα μου

«Θεέ μου», είπα τότε
Πάρε από την Αλουραίμ καθρέφτη κοσμοκτόνων
Και στους ανθρώπους δώσε τον ως μήτρα μητρική
Να γεννηθεί ο άνθρωπος ξανά μες στη γυναίκα
«Όμορφος είσαι» που αγρυπνά εντός μου και δακρύζει

4 Μαρ 2008

ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ


Έχω την άποψη ότι οι κοινωνικοί μας θώκοι είναι προκατασκευασμένοι. Τούτο σημαίνει ότι η εξέδρα επί της οποίας αναρτάται ο τραγουδιάρης υπάρχει (και μάλιστα:μέσα μας) πριν τον τραγουδιάρη. Το θέμα είναι ο τρόπος οδήγησης του τραγουδιάρη στην εξέδρα. Πριν φθάσω, όμως, σε αυτό, θα δείξω παραδειγματικά διατί με απασχολούν οι τρόποι ανάρτησης επί θώκων. Να εξηγηθώ: Η οργή μου είναι βασισμένη σε μια αυθαίρετη παραδοχή. Θα την πω και αυτή. Έχουμε το ακόλουθο ποίημα του Ιωάννου Κυριαζή:

Η πένα μου είναι σε στύση
και χύνει ξανά στο χαρτί
μιαν Άνοιξη για να γεννήσει
της Άνοιξης ίδια, φτυστή.

Και γράφοντας, το φουστανάκι
σηκώνω, τη χλόη να δω
και γάργαρο ακούω ρυάκι
και μια μαργαρίτα μαδώ.

Γυρνάει αλλού το κεφάλι
της σκάω στο στόμα φιλί -
στα πόδια προτού να το βάλει
το νέκταρ της απ’ τη θηλή

ρουφάω κι αθάνατος νιώθω
το αίμα κυλά ποταμός -
στον Όλυμπο φτάνει τον πόθο
γλυκιάς ηδονής ο σπασμός.

Τη βίασα, το δίχως άλλο-
μαζεύει τα ρούχα απ’ τη γη.
Την πένα στη θήκη πριν βάλω
στο ποίημα ξανά θα ’χει μπει.

Ιδού η αυθαιρεσία: Αν το ποίημα αυτό μπορούσε να «αναμετρηθεί» με το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη που ακολουθεί, θα «κέρδιζε». ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΕΥΡΕΙΑΣ ΕΚΤΑΣΗΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ. Τι σημαίνει, όμως, «αναμετρηθεί»; Απλή στατιστική. Αν δώσουμε τα δύο ποιήματα προς αξιολογική ιεράρχηση σ’ ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού, ο Ιωάννης Κυριαζής θα επικρατήσει. Συνοψίζω: ΠΟΛΛΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΟΥ ΔΕ ΒΛΕΠΟΥΝ ΟΥΤΕ ΜΕ ΤΑ ΚΙΑΛΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΔΡΑ, ΘΑ «ΚΕΡΔΙΖΑΝ» ΕΥΚΟΛΑ ΑΠΑΘΑΝΑΤΙΣΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΞΕΔΡΑΤΩΝ-ΑΝΘΟΛΟΓΑΤΩΝ, ΑΝ ΥΠΗΡΧΕ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗΣ, στο πλαίσιο που η αναμέτρηση τοποθετήθηκε εδώ. Το φαινόμενο έχει, στα μάτια μου, ενδιαφέρον, διότι ο Ποιητής, στα μάτια μου πάλι, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΜΗ ΠΟΙΗΤΕΣ: ΝΑ ΣΥΓΚΙΝΕΙ ΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Όπως, λοιπόν, (περί αναλογίας πρόκειται) ουδεμία απαίτηση έχομε από τον μη χειρουργό να χειρουργεί, το αυτό έπρεπε να ισχύει και για τους μη ποιητές και τη συγγραφή ποιημάτων. Η σωτηρία θα έπρεπε να βρίσκεται στα χέρια του χειρουργού, ουχί του αλμπάνη.

Η πληγωμένη Άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της
οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους
κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα το αίμα
απ' όλες τις σημαίες που πονέσανε
από τα κυπαρίσσια που σφάχτηκαν
για να χτιστεί ένα πύργος κατακόκκινος
μ' ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θά 'ρχεται ένα σύννεφο
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θά 'ρχεται ένα ξίφος
το σύννεφο θ' ανάβει τα γαρίφαλα
το ξίφος θα θερίζει το κορμί της

Επειδή ως παρατηρήθηκε από τη διασημοσολογιότατη συγγραφέα ΚΨΜ εξ ενός διαδικτυακού σχολίου μου (στο πλαίσιο της ενασχόλησης της όχι με μένα αλλά με το σχόλιο μου), είμαι (εγώ; το σχόλιο; αυτό, ομολογώ, το ψάχνω ακόμη) ΞΙΠΑΣΜΕΝΟΣ και ΜΕΓΑΛΟΜΑΝΗΣ, θα πραγματοποιήσω και μια σύγκριση ενός δικού μου ποιήματος και ενός ποιήματος του Χάρη Βλαβιανού-και τα δύο ποιήσεως αυτοαναφορικά:

Το δικό μο:

Ο γλύπτης εκτελεί σκοπιές στο μάρμαρο
περιμένοντας να σκάσει
η οβίδα μιας μορφής στο κεφάλι του
να του δείξει του αγάλματος τα σύνορα.
Ο πόλεμος αρχίζει.

Ο γλύπτης εισχωρεί στο μάρμαρο
σκόνη γίνεται το ρούχο της μορφής
χιόνι πέφτει στο έδαφος
φροντίζοντας για κρυοπαγήματα.
Μα τα σύνεργα δε λυγίζουν
όταν έχεις βλέψεις
όταν στο έργο σου θέλεις να φωλιάσει κάτι
απ’ το αεροπλάνο που σε βομβάρδισε.

Ο ποιητής ανάποδα
το σκάλισμα αρχίζει απ’ τα μέσα.
Αλλού είναι τα δικά του σύνορα.
Όταν τελειώσει
μια τρύπα μένει στο μάρμαρο κενή
με γύρω της τη γλώσσα.
Είναι το ποίημα καλό; Δεν ξέρει. Περιμένει.
Τα ποιήματα πάντοτε σιωπούν
είτε πολλά έχουν να πουν είτε τίποτα.

Όταν τα ποιήματα έχουν πολλά να πουν
τα πουλιά εγκαταλείπουνε τα δένδρα
στριμώχνονται στην τρύπα του μαρμάρου
και φτερουγίζουν μες στη γλώσσα δυνατά.

Τέτοιο φτερούγισμα ακούγεται
ως τις μορφές του γλύπτη
το άγαλμα αρχίζει τις φιγούρες
χορεύει με το πάθος στα λευκά.

Του Χάρη Βλαβιανού:

Κι εγώ την απεχθάνομαι·
ασφαλώς και υπάρχουν
πιο αναγκαία πράγματα στη ζωή
απ' αυτό το ατέρμονο scrabble
με τις ξαφνικές κρίσεις λεκτικής ευφορίας.

Διαβάζοντάς την όμως
με απόλυτη αποστροφή
ανακαλύπτει κανείς
μέσα στις άχρωμες σελίδες της
έναν τόπο προορισμένο για το αυθεντικό:
έναν φανταστικό κήπο
με πραγματικές αλέες
όπου το πτυχωτό φόρεμα της κ. Μουρ
σαρώνει με ρυθμική μεγαλοπρέπεια
τα νεκρά φύλλα των ενδοιασμών μας.

Ο καθείς είναι ελεύθερος να πιστεύει ό,τι θέλει˙ όπως, ας πούμε, ότι τα ποιήματα των Κυριαζή και δικό μο χωρίζονται με αβύσσους από τα των Βλαβιανού-Σαχτούρη. Ότι αν τα ποιήματα αυτά γράφονταν σήμερα από αγνώστους και στέλνονταν με ψευδώνυμα στα λογοτεχνικά περιοδικά, οι πεφωτισμένοι editors θα θαμπώνονταν από τα των Σαχτούρη-Βλαβιανού και θα αηδίαζαν με τα των Κυριαζή-δικό μο. Ότι αν μοιράζονταν σ’ ένα ευρύ δείγμα φιλολόγων και μαθητών που αγνοούν τους συντάκτες (υπάρχει τέτοιο δείγμα, και είναι ευρύτατο) θα έπεφτε σε κώμα (το δείγμα) καταντικρύ της αυτονόητης υπεροχής του πτυχωτού φορέματος της κ. Μουρ και της πληγωμένης άνοιξης, που αμφισβητήθηκε δια φαιδρής και βέβηλης συγκρίσεως. Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά. Για μένα, τα ποιήματα είναι χειρουργικές επεμβάσεις. Προτιμώ τις επεμβάσεις των Κυριαζή-δικό μο από των Βλαβιανού-Σαχτούρη (στις τελευταίες, παρεμπιπτόντως, ο ασθενής απεβίωσε). Το αποτέλεσμα αυτό θεωρώ ότι θα δικαιωνόταν εξ αναμετρήσεως-το δικαίωμα στην πεποίθηση αυτή είναι και δικαίωμα στη μεγαλομανία. Και να μην επιβεβαιωνόταν, όμως, Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗΣ-ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ-ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΔΕΔΟΜΕΝΗ. Όποιος αυτό δεν το αντιλαμβάνεται, είναι είτε ανόητος είτε διαπλεκόμενος. Ας φθάσουμε, τώρα, και στην ψηφοφορία. Να σχολιάσω τις επιλογές:

α) Όποιοι συγκίνησαν τις πλατιές λαϊκές μάζες: Λίγοι το έχουν πετύχει αυτό, υπό τις εξής (εξ όσων γνωρίζω) συνθήκες: μελoποιήσεις του έργου των κατόπιν επίτευξης «μεγαλοσύνης» του προσώπου των. Η ποίηση, σήμερα, είναι εμπορικώς νεκρή.
β) Όσοι συγκίνησαν διάσημους ομότεχνούς τους: Κάποιος βγάζει κάποιον απ’ την αφάνεια επειδή συγκινήθηκε. Mόνον. Πόσο συχνά, άραγε, συμβαίνει αυτό;
γ) Όσοι έγραψαν σπουδαία ποιήματα: Μήπως τα ποιήματα που χαρακτηρίζονται σπουδαία (από την ιστορία, εννοώ) ανήκουν σε «διασήμους»; Μήπως ποτέ δεν χαρακτηρίζονται έτσι ποιήματα ασήμων; Μήπως η αξιολόγηση έπεται της διασημότητας; Μήπως η έλλειψη διασημότητας θεωρείται τελικά έλλειψη ταλάντου; Πρέπει να ρωτάμε: σπουδαία από ποιους και για ποιους;
δ) Όσοι έγιναν αποδεκτοί από το λογοτεχνικό κατεστημένο: Αν την πετύχει κανείς (την αποδοχή, εννοώ), φαντάζομαι ότι με το ατέρμονο scrabble δημοσιεύεται πάραυτα στην ΠΟΙΗΣΗ, στο ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Με το στρίμωγμα στην τρύπα του μαρμάρου (και γύρω γύρω γλώσσα), δημοσιεύεται σταρ ίδια μου. Το αυτό και με το βιασμό της Ανοίξεως (συγγνώμη, Γιάννη). Αυτά.

Νομίζω μένουν τα ερωτήματα (εντός και εκτός Ποιήσεως). Προσκυνώ: Ποιους και Γιατί; Είναι, νομίζω, χρήσιμα.
Eίναι, νομίζω, χρήσιμο να γίνουμε καχύποπτοι με την εξέδρα που κρύβουμε μέσα μας.-

3 Μαρ 2008

ΕΤΣΙ ΑΣ ΕΙΣΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ

Μ’ ένα αντέχω που δεν άντεξε και φίλιωσε
Καλώ το μυρμήγκιασμα κάτω από την πέτρα
Τη φίμωση να ξεκινήσει των νυχιών
Του ποδιού μου με σφυριές
Στους άκαμπτους αγκώνες των επίπλων

Τι να’ ναι αυτό που ασβεστώνει
Στο σβέρκο μου φολίδες τα τρόπαια
Όσων με κοίταξαν με γνώρισαν
Κι ορκίστηκαν πιστοί να μείνουν
Στους ρυθμούς τους με έδρα παραφύσει
Στο συκώτι μου;

Είναι μια βουτιά σιδηρόσφαιρας
Στο μέσο οισoφάγου που υποφέρει
Ανακοπή κυκλοφορίας βαρομετρικών
Ασφυκτιώντας με έντεχνη φιλοσοφία
Μες στων πνευμόνων μου την άφυπνη μυθοβλάστη

Μες στων πνευμόνων μου την άφυπνη μυθοβλάστη
Στέκουν κι οι γυρεόκοκκοι του μυθικού νησιού μου
Σπέρμα των υποθέσεων και σφιχταγκαλιασμάτων
Πως αν για την αράχνη βόλτα είναι ο ιστός
Κι ο υδροβάτης περπατά μ’ ασφάλεια στο νερό
Είναι δουλειά δική μου τα σμήνη τους να θρέψω
Ρέοντας μέλι ενδιαμέσως νοήματος που ανασταίνεται
Ως ψαλμός ανίδωτης ομορφιάς:

Ας είναι ας χαζεύεις φιδοκέφαλος
Την κορμοστασιά τους ανυπόμονος
Έτσι ας είσαι ζωντανός

Μα δεν είναι αρκετός-άχρηστος είναι
Ο ψαλμός δίχως τη μορφή του θείου
Που φέρνει τον εαυτό μου έμπροσθέν μου
Μαργαρίτα με χίλια πέταλα
Και προστάζει: περίγραψέ μου!

Τι να σου περιγράψω, μούσα μου;
Όλα μου είναι πέταλα
Μες στα λόγια που με κάρφωσες να εκφέρω
Μα ποτέ μου δε θα καταφέρω
Αρκετά ν’ αγαπήσω κείνο που είμαι
Άτρωτο στα λόγια σου

ONLY MY SOUL

Θεέ μου αν εξέπνεα
Ετούτη τη στιγμή
Το θυμικό μου της γραφής
Δε θα ’θελα να πάρεις
Μόνο να στρέψεις τους προβολείς
Σε πέπλο άυλης ζάλης
Που σέρνει στις αναμνήσεις μου
Το φως της φυλακής μου
Βλέποντας όσα έζησα
Ξανά με άλλο χρώμα
Και γι’ άλλα τους μιλά
Που αυτά στο βάθος είναι