27 Φεβ 2008

ΒΙΟΥΣ ΕΣΩΣΤΙΧΩΝΕΙ

ΤΑΠΑΙΡΝΩΝ

Γεννήθηκα με τομή καισαρική
Την τελευταία στιγμή προτού χαθούν
Για πάντα οι παλμοί μου
Μες στον ομφάλιο λώρο που τους έπνιγε
Γύρω απ’ το λαιμό μου

Θαύμα της ιατρικής
Δάγκωσα άκλαφτος το δήμιό μου
Ρουφώντας της μητέρας μου τη μόνιμη απορία
Κι ούτε που την ξύπνησα

Σήμερα, όμως, μητέρα θα σ’ το πω το μυστικό
Μεγάλωσες δα κι έχεις δικαίωμα να ξέρεις
Δεν ήμουν για Ταπαίρνων εγώ
Μήτε για της λευκής της μπλούζας ο Ρωμαίος
Μόνον Καίσαρας να ρουφώ
Τη γλώσσα είμαι εγώ
Απ’ του Μάγιστρου του Μέγα σου
Της αγκαλιάς το λώρο
Που ως ο ων της σάρκας μου
Πάλλει σταυρούς στους τοίχους μου
Βίους εσωστιχώνει

Ελπίζω να σε ξύπνησα

25 Φεβ 2008

ΠΑΡΟΝΤΟΠΟΤΗΣ ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΩΝ ΛΕΠΤΟΠΕΔΗΣΕΩΝ

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗΣ

Ευπειθώς αναφέρω μόνο σε έννοιες
Οι σχοινοβασίες πρέπει να αξίζουν
Κάτι περισσότερο απ’ των ανθρώπων
Το συμφωνημένο μυστικά στα μαγειρεία
Το στους ανθρώπους ανείπωτο
Μήπως και σύφιλη αρπάξουν
Οι υπηρεσίες των υπουργών
Και γεμίσουν οι κυβερνήσεις εξανθήματα
Αλλά -φευ- που τέτοια τύχη
Εδώ εγώ της μαφίας ωτακουστής
Βρικόλακας Λεστάτ αρχαιολόγος μηχανορράπτης
Παροντοπότης ανεπαίσθητων λεπτοπεδήσεων
Επί αυστηρώς προσωπικών εικονοσκευασμάτων
Βλέπω τον άνδρα τη γυναίκα να ρωτά
Με λεπτομέρεια για όλους τους προηγούμενους
Εραστές της, για ν’ αποφασίσει από που θα την πιάσει
Όμως αδύνατον να πειράξω τις ιδέες του
Λες και υπάρχει λόγος να είναι εκεί
Λες και αν εκλείψουν τα γνωστά
Θα καταρρεύσουν τα κτίρια όπως τα ξέρουμε
Θα μείνουμε άστεγοι, τούβλα πουθενά

Και τα καινούρια δε θα μας αρέσουν

ΩΣΑΝΝΑ

Θαυμάζοντας τα κατάξανθα μαλλιά της γυναικός
Σκηνοθετώ μιαν αρχιτεκτονική παλινδρόμηση
Ανάμεσα στο θεατή και τον εραστή της
Τείνοντας γέφυρες εκτίμησης εικονικής διαύγειας

Το φιλμ είναι ασπρόμαυρο-ο εραστής
Της Ελευθερίας θα την κοιτάζει πάντοτε ξανθιά
Γιατί μέσα στο πανί οι αποχρώσεις
Δεν αλλοιώνονται

Το φιλμ είναι ασπρόμαυρο-ο θεατής
Της Ελευθερίας πάντοτε θα την κοιτάζει ξανθιά
Γιατί έξω απ’ το πανί ξέρεις
Ποια απ’ τα λευκά μαλλιά
Είναι αλλοιωμένα της διχρωμίας

Αν όμως τα ξανθιά μαλλιά εξέλειπαν
Του περίγυρου εκπαιδευτή
Τότε ο θεατής θα κοίταζε την Ελευθερία
Όπως ουδέποτε την κοίταξε ο εραστής της:
Λευκομαλλούσα

Αν είσαι εσύ ο θεατής
Αν τρέμεις σύγκορμος απ’ του μαρμάρου την παστάδα
Ως των κιόνων τα ζουμερά λαγόνια ρήγματα
Θα γνωρίζεις βέβαια πως ουκ έστιν ετερότροπη κατάκτηση
Και εραστού αντικατάσταση στο πανί της ιστορίας
Άλλη, απ’ την ηλικία της εργοειδικής ιδιωτείας
Που μόνο να λιώνει μπορεί δρόμους προς την επιφάνεια
Απολυμαίνοντας τρομώδης τους φλοιούς
Ωσάν ΝΑ ένα ράπισμα της Απολλώνιας χλωρίνης

Με ποιον, λοιπόν, σκοπεύεις να τα βάλεις;

24 Φεβ 2008

ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΓΗΤΕΥΤΡΙΑΣ. ΚΨΜ: ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ-ΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

ΠΑΡΑΔΟΧΗ: ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΜΕΓΑΛΟΜΑΝΗΣ ΟΤΑΝ ΕΘΑΥΜΑΖΑ ΤΟ ROCKY ΚΑΙ ΤΟ STAR WARS ΟΥΤΕ ΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑ. KATANTΗΣΑ ΕΤΣΙ ΜΕ ΤΟ MSc ΖΩΟΛΟΓΙΑΣ.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:

Α) ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ HEGEL: ΘΕΣΗ-ΑΝΤΙΘΕΣΗ-ΣΥΝΘΕΣΗ

ΘΕΣΗ:

«εγώ πάντως, δεν ερμήνευσα τίποτα - αντέγραψα ακριβώς αυτό που είπε και έτσι ακριβώς το σερβίρισα χωρίς περαιτέρω ερμηνεία»

ΑΝΤΙΘΕΣΗ:

Σημειολογήσιμο:

Churchwarden είπε: με κάλεσε και σε μια εκδήλωση (!), στην οποίαν δεν πήγα. Αγνοούσα, βλέπεις, με ποιον ομιλώ, διότι δε συστηθήκαμε.

(...διότι ποιος ενδιαφέρεται για το είδος της εκδήλωσης και παρόμοια μπαρμπούτσαλα; σημασία έχει να είναι "επώνυμος" αυτός που σε προσκαλεί.)

ΣΥΝΘΕΣΗ:

ΤΑΡ ΧΙΔΙΑ ΜΟΥ.

ΘΕΣΗ:

«Σε ερωτώ, διότι με μία ικμάδα λογικής θα καταλάβαινες ότι ουδέποτε ασχολήθηκα μαζί σου. Ασχολήθηκα μόνον με κάτι που είδα γραμμένο στο διαδίκτυο»

ΑΝΤΙΘΕΣΗ:

«νομίζετε ότι ο Τσερτς έχει το δικαίωμα να καταφέρεται εναντίον λογοτεχνών, ενώ εγώ δεν μπορώ να κάνω "το ίδιο" σε έναν μπλόγκερ»

ΣΥΝΘΕΣΗ:

ΤΑΡ ΧΙΔΙΑ ΜΟΥ

ΘΕΣΗ: «είμαι πολύ γνωστή συγγραφέας»

ΑΝΤΙΘΕΣΗ: «Μήπως πάσχεις από μεγαλομανία, καλέ μου Τσέρτς;»

ΣΥΝΘΕΣΗ: ΤΑΡ ΧΙΔΙΑ ΜΟΥ.

Β) ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΔΗΓΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΜΠΛΟΓΚΟΣΦΑΙΡΑΣ: ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΠΙΧΕΒΙΟΡΙΣΤΗ JOHN WATSON

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ:

"Μα το "πολύ γνωστή" το έγραψα για να τον ψαρώσω, επειδή κατάλαβα ότι ξιπάζεται με κάτι τέτοια"

YΦΕΡΠΟΥΣΑ ΟΔΗΓΗΤΙΚΗ:

Κι εγώ την απεχθάνομαι·
ασφαλώς και υπάρχουν
πιο αναγκαία πράγματα στη ζωή
απ' αυτό το ατέρμονο scrabble
με τις ξαφνικές κρίσεις λεκτικής ευφορίας.

Διαβάζοντάς την όμως
με απόλυτη αποστροφή
ανακαλύπτει κανείς
μέσα στις άχρωμες σελίδες της
έναν τόπο προορισμένο για το αυθεντικό:
έναν φανταστικό κήπο
με πραγματικές αλέες
όπου το πτυχωτό φόρεμα της κ. Μουρ
σαρώνει με ρυθμική μεγαλοπρέπεια
τα νεκρά φύλλα των ενδοιασμών μας.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ: ΤΑΡ ΧΙΔΙΑ ΜΟΥ

Γ) ΟΛΙΣΤΙΚΗ-ΤΟΤΕΜΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ: Ουδέποτε ασχολήθηκα μαζί σου. Ασχολήθηκα μόνον με κάτι που είδα γραμμένο στο διαδίκτυο. Κατάλαβα ότι ξιπάζεται με κάτι τέτοια, γιατί νομίζετε ότι ο Τσερτς έχει το δικαίωμα να καταφέρεται εναντίον λογοτεχνών, ενώ εγώ δεν μπορώ να κάνω "το ίδιο" σε έναν μπλόγκερ. Εγώ πάντως, δεν ερμήνευσα τίποτα, διότι ποιος ενδιαφέρεται για το είδος της εκδήλωσης και παρόμοια μπαρμπούτσαλα; Σημασία έχει να είναι "επώνυμος" αυτός που σε προσκαλεί. Είμαι πολύ γνωστή συγγραφέας, πάσχεις από μεγαλομανία.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΟΛΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 123. ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΧΑΡΗ ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ. ΜΕ ΑΥΤΟ ΣΑΡΩΘΗΚΑΝ ΟΙ ΚΨΜ ΕΝΔΟΙΑΣΜΟΙ.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ ΔΙΑΣΗΜΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΗΣ.

Η ΔΙΑΣΗΜΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ:

"Κι εγώ, ομοίως, ό,τι έγραψα το εννοούσα όπως ακριβώς το έγραψα και δεν τον "πείραξα"".

ΤΟ ΚΟΙΝΟ:

"είναι πειραχτήρι. Γιατί τα παίρνεις στα σοβαρά και δεν απαντάς κι εσύ με χιούμορ και πείραγμα;"

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ: ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΤΟΥΣ ΑΛΗΘΕΙΑ. ΜΕ ΤΗ ΡΥΘΜΙΚΗ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΑΤΕΡΜΟΝΟΥ SCRABBLE KAI ΤΥΦΛΩΝΕΣΑΙ ΚΑΙ ΤΡΙΧΕΣ ΣΤΙΣ ΠΑΛΑΜΕΣ ΒΓΑΖΕΙΣ. ΤΟ ΠΤΥΧΩΤΟ ΦΟΡΕΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΜΟΥΡ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΛΛΟΣ ΤΟΠΟΣ, Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ, Ο ΕΚΤΟΣ ΝΟΣΟΥ.

ΝΑ ΥΠΗΡΕΤΗΣΕΙ ΤΟ ΧΟΡΤΑΡΙ ΤΟΥ

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΙΒΩ ΚΡΙΜΑ

Με ποιο χαρακτήρα φωνής να μιλήσω
Στους τράγους που ξέρουν καλά
Την ανάσταση των θυμάτων στα επεισόδια

Οι αποδιοπομπαίοι πάντα διαλέγονται μουγγοί

Αλλά συνεννοούνται σα λογοθεραπευτές
Με σχήματα χειλέων ακρωτηριασμένης γλώσσας
Οπότε ας δοκιμάσω το γλυκό
Μπορεί κάτι να σας λέει η θήρευσή του:

Εκατέρωθεν του λόφου ετοιμάζονται στρατιώτες
Το αίμα δυναμώνει και μυρίζει από πριν
Τα όσα διεκδικεί η άβυσσος ντύνονται
Πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια όσο όσο
Αν η σύγκρουση δεν αυτοσυνταχθεί
Στα περιβόλια θα ξεπηδήσει η λογική
Και θα σαρώσει τη χλωμάδα

Οι εντολές βελάζουν περηφάνια
Στις μύτες μας κρυώνουν χαυλιόδοντες
Αλλά από τους λιποτάκτες δε γλιτώνουν
Τα γαβγίζοντα αξιώματα

Ο πιο τρελός θέλει να ζήσει
Τα ένστικτα συγκρούονται ευτυχώς
Η φύση έχει πολλά κεφάλια

Φορά συνοροσβέστη ένα ζωστήρα

Και ορμά στο λόφο απάνω
Να υπηρετήσει το χορτάρι του

ΛΕΙΠΕΙΣ ΟΤΑΝ Σ' ΑΓΑΠΩ

Τι σημαίνει με ρωτάς «σ’ αγαπώ»
Μα τι στ’ αλήθεια με ρωτάς δεν ξέρεις
Τον εαυτό σου άραγε αναζητάς
Ή μήπως της αγάπης μου την άσπιλη ετικέτα;
Δεν πρέπει να σε παραξενεύει η σιωπή μου
Λείπεις όταν σ’ αγαπώ
Στα πεζοδρόμια περπατάς της επανάληψης
Και χαμογελαστή ξεχνιέσαι μακριά από το στίχο
Που ολιγαρκής γεννιέται στα υποδήματά μου
Όταν ως δώρο τ’ αγοράζεις τη μέρα της γιορτής μου
Ίσως γιατί ξέρεις πως θα πω
Αυθόρμητα και σπουδαία
Πως δε θα τα φορώ συχνά
Δε θέλω να τα φθείρει η κάθε μέρα
Αλλά τα χρόνια της διάρκειας
Αγάπης που δε γλιτώνω

23 Φεβ 2008

I MUST HAVE LOVED YOU

Στους ώμους σου κυλούν λάμψεις πειθήνιας ευεραστίας
Με μόνο τους προορισμό τα στήθη σου σ’ ανάστροφη βαρκάδα
Αγέλαστη ξεχνάς το σώμα σου τριγύρω από το πάφλασμα
Εμβρύου που σκιρτά μέσα σε ροκανίδια
Φυτεύεις ανοιξιάτικα τα δάχτυλά σου πάνω μου
Σφυρίζοντας στα νύχια σου μες στο λαιμό ν’ ανθίσουν
Η ώρα τρεις και μισή
Σφίγγεις στη μήτρα σου θαύματα μιας περασμένης νύχτας
Της πένας μου που ανθίσταται και σιγοτραγουδάει
Βάφοντας γρύλλιες κόκκινες μες στο λαιμό τις λέξεις
Δυο λέξεις σαν τα χείλη σου
Απάγγιο της άμμου
Στο διάβα σου που πάτησες
Κι έσβησες τ’ όνομά μου

ΨΟΓΟΣ ΤΑΠΕΙΝΟΤΗΤΑΣ ΠΑΝΤΟΥ

ΣΠΑΡΤΑΣΤΡΑ

Σπάρταστρα με μυρωδική κανέλα
Πασπαλισμένη στο αφρόγαλα της βρώσης μου
Ξυπνούν πτώση επί απότομου
Λίαν ενδιαφέροντος γκρεμού

Σπάρταστρα του ονόματός μου
Η γενική πτώση ανώμαλη
Έχω και γω μια κατοχυρώσει-εδώ
Κλείνονται ανώμαλα οι τέχνες
Απ’ των χαμαιτυπείων τους θαμώνες
Στις διαφημίσεις
Και γω με μέσα ψάρια και λάμψεις
Διαττόντων
Θα σκάσω;

Σπάρταστρα μια τοποθέτηση
Στα μαλλιά παρθένας κόρης
Τα πεφταστέρια λαμπυρίζουν σιγουριές
Κλίνεται σαν τίποτ’ άλλο
Η βεντέτα μου να εμφανίζομαι
Ψόγος ταπεινότητας παντού

Κι αν τα ουσιαστικά μια-δυο
Τις έχουν μετρημένες
Εγώ τις έχω γενικώς
Άπασες ανώμαλες τις πτώσεις
Μιαρός μου να ευφραίνομαι
Πολύποδας να με χαρώ

ΠΛΗΣΜΟΝΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Άγνοια δήλωσε ο οινοχόος για το coctail
Μήτε τα υλικά ήξερε
Μήτε τις αναλογίες για να το φτιάσει
Κι εγώ πρόθυμος και άσχετος
Περιέσωσα το γόητρό μου
Τις πολύτιμες οδηγίες απαγγέλοντας

Αυτό που έφτιαξε σαν ψέμα δεν πινόταν
Πινόταν όμως ως σωσίβιο γοήτρου
Τόσο που γοήτευσα και τα διπλανά τραπέζια

Στις οδηγίες της αλήθειας μου
Είμαι εξίσου ακριβής
Ένα τρίτο ώσμωση στο σώμα γυναικός
Ένα τρίτο παντοτινή υγεία της μητρός
Ένα τρίτο παντοτινό σαλπάρισμα εφηβείας
Στις ρυτίδες μου ή σ’ ό,τι άλλο πάσχω
Και γαρνιτούρα εγγλύματος περιβολή
Με μονό αειφορίας διάστιχο:

Με παρρησία απόφυγε την πλησμονή ανθρώπων

Και στη στιγμή οι δικοί μου
Το τραπέζι τους στην πλάτη και δρόμο
Την απαγγελία μου να πραλάβουν

22 Φεβ 2008

ΓΙΑ ΕΝΑ ΓΡΗΓΟΡΟΤΕΡΑ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Κατόπιν της τελευταίας σμήριγγας του κορμιού μου
Απαντάται νοερός ο σωμίτης της Παρασκευής
Κι είναι η ζωή μου από Παρασκευές γεμάτη
Γεμάτη απ’ του επισάγματος το γνώριμο κατευόδιο
Του θυρεού μιας αψηλάφητης εξόστωσης
Αποκλεισμού του κόσμου
Των Παρασκευών τα σάγματά μου
Είναι σαν εδώ κι εκεί, παντού και ελαφρύτερα
Τι έχω, άλλωστε, εγώ να παινευθώ
Από διόδια διηθητικότητας μέσης
Μια δυο φορές το χρόνο;
Τίποτα δεν είμ’ εγώ
Μπρος στου φραγγέλιου το τρίξιμο
Που μόνο για να τρίξει σταματά
Στον αέρα την ηδονή του
Φόβο του καθηλωμένου που σάρκες του αποσύρει
Για ένα γρηγορότερα της συμμόρφωσης
Τίποτα δεν είμαι εγώ
Από ένα επί που βροχοσταλίδες συμπυκνώνει
Στα υπνοδωμάτια
Που την αντήχηση παράγει ήχων ανύπαρκτων
Σε παρηχήσεις οραμάτων και δένδρων αιωνόβιων
Και που παράφορα την ποτίζει με σύμμαχο την ανοησία
Εγώ, της Παρασκευής μου κηπουρός
Προσεύχομαι εκτός της πολλαπλασιαστικής δύναμης
Του όχλου και της τύχης
Για όλα με σύμμαχο τη λέξη
Της ανόητης τελείας αντιπερισπασμό: ελπίδα

ΑΣΠΙΛΟ ΣΕ ΓΥΑΛΟΧΑΡΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΩΝ


Τι δώρισε στη φούχτα του ο άγγελος
Της ασημένιας διείσδυσης πολύσχημης πανσελήνου
Ξέρω καλά, γιατί ξυπόλυτος στην άμμο
Της σιωπής μου άκουσα μέρες να ξεψυχούν
Κλινήρεις

Ήταν η ζώσα ύλη των κυττάρων
Μες στα χαώδη των λέξεων δεσμοσώματα
Που έπηξε την οσμή σου σε συνάντηση
Καύχημα πλημμυρίδας θεϊκό

Τι δώρισα σ’ εκείνο που ζει τη νεκροφάνεια
Άσπιλο σε γυαλόχαρτα αγαλμάτων μ’ ελπίδα
Τους φιλύποπτους μίσχους των βουνών
Ξέρω καλά, γιατί ορθοστασίας ξάστερος
Ξεδίψασα με πηγή που τα μάτια σου αναβλύζει

ΚΟΠΗ ΠΙΤΑΣ

ΚΟΠΗ ΠΙΤΑΣ

Τούτο το κομμάτι του Χριστού
Μικρότερο ως συνήθως του προσήκοντος
Τούτο το κομμάτι του φτωχού
Σκανδαλωδώς ογκωδέστερο
Αυτού που του αναλογεί
Σε μένα το κομμάτι
Εντός του οποίου κείται
Φλουρί ηχομόνωσης τριαδικής
Τις φορές που θα κλάψουμε φέτος ακούω
Τις φορές που θα θρηνήσουμε φέτος οσφραίνομαι
Τις φορές που θα σταθούμε φέτος μουδιασμένοι
Αναλογίζομαι ο παρανοϊκός
Που παύει πια να με νοιάζει
Της μοιρασιάς η αδικία
Μόνο τη λίρα σφίγγω παρήγορη
Των θορύβων μονωτική
Και των φορών προστάτιδα
Που θα σηκώσω φέτος
Αμείλικτο το μολύβι

ΚΥΠΕΛΛΑ ΑΝΑΒΡΑΖΟΥΣΑΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Φυσώ το ξύλο στις αρθρώσεις επικίνδυνων δρόμων
κι εκείνο αναζωπυρώνεται
Μελετημένο ως τα τώρα
σ’ανοξείδωτα κύπελλα
αναβράζουσας μοναξιάς
Κλαις μ’αλμυρά δάκρυα δικά μου γιατί έχεις πρόσωπο
Καθώς ανήμπορος παρατηρώ
δεκάδες εστίες
να συμφωνούν στο στήθος μου
την παρατεταμένη αϋπνία
Καθώς ανήμπορος περιμένω
τον ελάχιστο φθόγγο
που θα συνεχίσει
τον τελευταίο σου οργασμό
Kαθώς ανήμπορος μυρίζω
το δέρμα σου λευκό
να διακόπτεται
από μικροσκοπικά κομμάτια ύφασμα
Καθώς ανήμπορος γυρίζω το κλειδί στην κλειδαριά
Και το χαμόγελό σου στις αυταπάτες μου
Που σα φλυαρίες παρανοϊκού κόκορα
Ξημερώνουν την απόλυτη ησυχία της σκόνης των παπουτσιών σου
Στο ημίφως

ΝΑ ΠΑΛΛΟΝΤΑΙ ΑΝΤΙ ΤΩΝ ΝΥΧΙΩΝ ΣΟΥ

Κρύος αγέρας σε βυσσινάδα
μ’ ολόκληρα κομμάτια ποιητικής επαναλήψεως
Σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
και θέλω λίγη να κλέψω απ’την ευτυχία τους
Εν δυο το περήφανο τρομπόνι
σφυρίζει την ανυπαρξία των συγκαπνιστών μου
Δικαίως παρατηρώντας τη μόνη μου διέξοδο
στ’ άρωμα της κλειτορίδας σου
Μαρμαρωμένο σκαλιστό γλείφει δάκρυα μ’ ακκόρντα
Πήρα μια μια τις τρίχες που μου χάρισες
κι άρχισα να τραγουδώ
μι λα ρε
σ’ αθροίσματα τριών συχνοτήτων
Μι λα ρε στην κιθάρα μου
χαϊδεύω τα μαλλιά σου
Μι λα ρε οι τρεις πρώτες χορδές
λυγμούς σπέρνουν στην πλάτη μου
Να πάλλονται αντί των νυχιών σου

21 Φεβ 2008

ΑΓΡΙΟΓΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ

ΠΑΡΑΚΡΟΥΣΗ


«When I got up close
And I saw her face
I knew it couldn’t be so»
Chris de Burgh



Το άσμα αυτό περί μοιραίου δισταγμού
Είχα δίπλα στ’ αγαπημένα μου θάψει
Του δίσκου που αγόρασα στα χρόνια εκείνα
Που αδιάκοπα φιλιόμασταν
Στου ηλεκτρικού το στασίδι
Απαγορεύεται πλέον το κάπνισμα
Μα επιτρέπεται δυστυχώς της αναμνήσεως
Η κωματώδης ανάφλεξη απ’ τα μεγάφωνα
Σ’ όλο το μεγαλείο της συγκυριακής
Ήχησης μιας μελωδίας
Αναγνωρίσιμης του τίτλου
Αναμένοντας το φράγμα ισχυρότερο
Της ενέργειας ενεργοποίησης
- πότε άλλωστε δεν κώφευσα
στα αναγνωρίσιμα του τίτλου -
Βημάτισα προς το τραίνο
Κι ύστερα τις σκάλες ταχύτατα δρασκέλισα
Αγριόγατος της πανσελήνου έλκουσας
Όλων των χρόνων που αδιάκοπα φιλιόμασταν
Κι ύστερα περαστικός το καρτοτηλέφωνο κατέστρεψα
Βάνδαλος της προσμονής
Γιατί θα έπρεπε να έχει κουδουνίσει
Τιμής του χρόνου που αδιάκοπα φιλιόμασταν
Ένεκα γνώριμων αυλών αυτεπιστροφής
Σκόνης διαστρικής μετεωρίτη μουσαφίρη
Πληγής ανοιχτής

ΣΟΝΕΤΤΟΝ


Λένε πως η μανούλα του φευγάτου
δεν έκλαψε ποτέ της ούτε σταλιά
καμάρωνέ τον μονάχα με φιλιά
του μάθαινε τις τεχνικές του γάτου.

«Μια μέρα», της μηνύσαν τα ζαρκάδια
«οι λέοντες εμπόδια θα στήσουν
τα χνάρια τους στο χώμα θα σκαλίσουν
ποτάμια να διασχίζουν τα λαγκάδια».

Μα εκείνη δεν επίστεψε στα λόγια
σάμπως να της φανήκαν τούτα άδεια
θυμήθηκάν τα όμως τα ρολόγια

σαν λιποτάκτης πίσω της πεισμώνει
δε θέλει να πηδά με τα κοπάδια
κι αν τύχει κι είναι γιος της;-βαλαντώνει.

ΦΩΤΙΑ ΤΕΤΗΓΜΕΝΗΣ ΣΚΟΝΗΣ

ΔΩΔΕΚΑΜΠΑΛΟ

Έκλουση διαπλανητικού μπιλιάρδου
Πραγματοποιείται ολόφωτη εντός μου
Όταν απ’την κεφαλή βελόνας γλιστρώ
Ινώδη τη φωτιά της τετηγμένης σκόνης
Όταν η χρωματογραφία ισοηλεκτρικής εστίασης
Δίδει ως εύρετρα του ψεκασμού
Τη διείσδυσή σου βαθμιαία
Σ’ όλες τις χασματοσυνδέσεις
Των ψηφιδωτών μου σκοτεινών μικροστιγμών
Τα ηλεκτρόνια τότε κολλώ στον πυρήνα
Σύντηξης φιλίου
Μπαν η κόκκινη μπίλια στη μαύρη
- ατμοσφαιρική ειν’ αυτή
του κανόνα εκκένωση
δεν ειν’ γωνία πρόσπτωσης –
Μπαν κι εσύ τρομάζεις τις ισχυρές
Στεκιές του βομβιστή
Χώνεψέ το καλά, παρτίδα μου
Αδύνατον να κερδίσεις
Μπαν κι εσύ εμβρόντητη θα μένεις
Κάθε που η μπίλια
Την πορεία μου της έκλουσης
Μπιλιάρδου διαπλανητικού
Υπνωτισμένη θα διαγράφει
Εσώτερης ερωτικής αλλόκρουστης συμφωνίας:


« Μπαν κι εσύ »

ΦΩΤΗΣ ΠΟΛΥΜΕΡΗΣ

Ο Φώτης Πολυμέρης υπήρξε η σπουδαιότερη φωνή της Ωραίας Αθήνας, μακράν όλων των "ανταγωνιστικών": Τώνης Μαρούδας, Νίκος Γούναρης, Πάνος Σάμης...Οι λάτρες της καλής μουσικής που τον αγνοούν, ενδεχομένως να συμφωνήσουν μαζί μου ακούγοντας το Βαλς της Μοναξιάς, την Κιθάρα του Πατέρα, το Γέλα, Αγάπα και Τραγούδα (το έχει ερμηνεύσει και ο Γιώργος Νταλάρας στο album Latin) και τα τόσα άλλα ωραία του. Από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του (τιτλοδοτείται: Των Αναμνήσεων η Λιτανεία), αντιγράφω (σελ. 123):

Το πρώτο βράδυ στην Όαση ήταν η επιτυχία τόσο μεγάλη, που με φώναξε η Μπέλα Σμάρω στο καμαρίνι της. Ήταν τυλιγμένη με μια χοντρή πετσέτα, ψηλή και γυμνασμένη, μελαχρινή κι όμορφη γυναίκα. Μου λέει, "Έλα μέσα, μουτσάτσο". Με αρπάζει και μου σκάει ένα φιλί στο στόμα.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΩΣ ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΓΗΤΕΥΤΡΙΑΣ.

ΕΚΘΕΣΗ ΙΔΕΩΝ

Ποίηση είναι της φουσκοθαλασσιάς το σπαρτάρισμα στα σημεία καμπής της αγρανάπαυσης. Θλίψη είναι του συναισθήματος η παστερίωση και δυστυχία η αποστείρωση του ερωτικού. Τεμπελιά είναι η τετραπληγία της εσωτερικής γωνίας λόξωσης. Λογική είναι η πειθαρχημένη αναθεώρηση της εποχικής γεωμετρίας και επικοινωνία η εμμονή στα ιδεογράμματα της λογικής. Τέχνη είναι η εναλλακτική διπλοβελονιά του μεταφυσικού θρησκεύεσθαι. Όνειρο είναι του ομηρικού φθόγγου η σκιώδης παρήχηση. Ηλεκτρισμός είναι το δάκρυ που διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Ιερή είναι της λογικής η αποσιώπηση. Υιός είναι η χροιά της εκφοράς οικογενειακού ονόματος. Καπνός είναι το ενέσιμο υλικό της οζονόσφαιρας. Τσιγάρο ό,τι απομένει. Βεγγαλικά είναι του υπόκωφου οι θωπείες. Στιγμές είναι της έμπνευσης οι παλιρροϊκές διόπτρες. Μουσική είναι των ψυχανθέων η παρεμβολή στης σιωπής τη φρενήρη μονοκαλλιέργεια. Γήρας είναι του δανεισμού η σάρκινη παραγραφή. Ζωή είναι οι στάλες ονυχοβάμονος πυρετώδους μετώπου. Κοινωνία είναι η δαγκωνιά της στοίχισης. Σταυρός είναι το μέτρο του ευ. Άρνηση είναι του ηθικόμετρου ο υδράργυρος. Οικογένεια είναι της καμινάδας η αντήχηση. Καφές είναι της πήξης η αποσυσπείρωση. Στεριά είναι του στεριανού η αναπόληση. Λήθη είναι της αντοχής η αιμάτωση. Γκρίνια είναι της πλήξης η εκσπερμάτωση. Οργασμός είναι του παραδείσου η ταρρίχευση σε κεχριμπάρι δευτερολέπτου χωμάτινο. Ήλιος είναι τ’ αληθινό κεχριμπάρι ήλεκτρον. Φύση είναι της μεταφυσικής η πεζοδρόμηση. Φωτιά είναι του μέτριου η τοπική κατάργηση. Πτήση είναι των πνευματικών οστών η αυτοσυνειδησία. Μητέρα είναι του άβατου ο λώρος. Θάνατος είναι της ελεύθερης βούλησης η τεκμηρίωση. Επιλογή είναι του περιβάλλοντος τα καπρίτσια. Τρύγος είναι της ζύμωσης η αναμονή. Χρήμα είναι ο πάνοπλος σιγαστήρας. Σίελος είναι ο άοπλος κόκορας. Διασημότητα είναι της φλοκάτης τα μανικετόκουμπα. Καρκίνος είναι η κυτταρική απόδειξη των συνεπειών της ομόφωνης απομόνωσης. Στρατός είναι η κυτταρική απόδειξη των συνεπειών της ομόφωνης συνύπαρξης. Πτώση είναι η απανταχού θεία ετυμηγορία. Αεί είναι το ίδωμεν της αποσύνθεσης. Φθορά είναι του καθρέφτη η προσωρινή ουτοπία. Μύθος είναι της πλειοψηφίας ο κνησμός. Άρα:

Ποίηση είναι

το σημείο καμπής της ιστορίας

μέσα στου χρόνου

τ’ άγονα αφουγκράσματα.

ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΠΑΡΑΔΟΞΟΣ ΠΥΚΝΩΤΗΣ

Σαν το τάλαντο που αναδύεται τυχαία
Απ’ του διαλεχτού τις μύχιες μαχαιριές
Φτερούγισμα ακούσιο αγριοπερίστερου
Που κωφεύει στην ιστορία
Ακούγομαι τεκτονικός στους αμύητους
Της ψυχής παράδοξος πυκνωτής
Μα το πάναπλο αρθρώνω κατά βάθος
Δίχως και την παραμικρή προσπάθεια
Δίχως καν πρόθεση
Τις ραφές ν’ απελευθερώσω απ’ το κρανίο της γλώσσας μου
Πλάκες που συγκρούονται σε μάγμα νεογνού
Ορίζοντας το αρχέγονο

20 Φεβ 2008

ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑΣ

ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑΣ

Καθώς στέρεες ξεπροβοδίζονται μειλίχιες οι λέξεις
Στον ατελεύτητο της ποίησης ωραϊστό ορίζοντα
Πληγές ανοίγονται στο σώμα μου σαν πόρτες
Ώσπου αυτό διάπυρο χορεύει με τους ξένους
Χορό συρματοπλέγματος: το κόκκινο
Κανείς τους δε θα τολμά ν’ αγγίξει, σκέφτομαι
Κι ύστερα βυθίζομαι μες στη βαθιά φωνή
Που αγέρωχη προστάζει μειλίχια προσταγή:

Ανώνυμε ποιητή, ρίξε μια ομοβροντία

Πέλεκυς στάζει βαρύς στους ώμους της γυναίκας
Εκεί που το λευκό ανεσπέρως ενδημεί
Τήκοντας τις λέξεις σε αναδευτήρα βλέννας
Μες στης κατάργησης τo αστείρευτο
Τρελό αρωματοποιείο του φακού μου

Aπ’ το ΟΥΑΙ, τότε, αρπάζεται η ποίηση
Κι ανασυντάσσεται σαρωτική κι αδέξια
Στα βάθη της αβύσσου, όταν της ζωής
Εγώ του τίποτα που έρχεται απ’ το τίποτα
Νιώθω ένα το κάτι πυρετού μ’ αισθήσεις

Στην αρχή φθορίζει ο έρωτας
Με ολάκερη την έκλειψη ορατή απ’ τη στεφάνη
Να γυαλίζει γύρω απ’ την πρόθεση γύρω
Τη γύρω ζάλη να διαγράφει εφηβαίο
Ότι αυτό κραυγή πληρότητας της σχάσης
Του ανθρώπου σ’ ανάκλιντρα μυρωδικών

Κι είναι τόσα τα σταχτοστέφανα
Αγίων και μελάνια
Σαν αίφνης ξυπνούν στα μάτια μου
Ταυτόχρονα και θλιμμένα
Που θέλω ανεξάλειπτος
Και αναπυρσευτής

Θέλω στα φτερά των ορτυκιών και στη φλούδα
Του μήλου να κουρνιάζω την πείνα μου
Θέλω να βλέπω των σαλιγκαριών τη βλέννα
Στους δρόμους να ραμφίζει πυξίδα φυσική
Θυμίζοντας στα χνάρια μας το χώμα που ξεχάσαμε
Δίχως να παραγράψουμε την αδίστακτη
Προσμονή της ύστατης εκπνοής
Που το ποίημα παραδίδει πίσω απ’ την αυλαία
Σ’ ένα ξένο των ματιών μας κοινό

Γιατί όποτε προσεύχεσαι ελπίζεις
Δεν ορκίζεσαι

Όμως εγώ ορκίζομαι πως είμαι παντού
Η ζέστα μες στα φτερά του ορτυκιού
Κι η συνοχή της φλούδας και της καρδιάς
Του καρπού που αλλόκοτο βιδώνει τον κόσμο
Στα πινέλα των ζωγράφων όπως είναι
Ενιαίος και άπειρος ομορφιάς
Ώστε εγώ ο ένας της λέξης ειμαρμένος
Το θρόισμα ν’ αγαπώ γιατί σε περιέχει
Κι απύθμενα μες στα οστά σου έρπει
Με σκυρόδεμα αμβροσίας στηρίζοντας το τραγούδι μου:

Το νόημα να εκκινά
Απ’ της εκφοράς την αύρα
Και ν’ αναπλάθει απνευστί
Την εικόνα της Δακράνασσας
Μ’ ομοβροντία όψιμη ανώνυμου ποιητή
Μακριά από του χώματος τη μόνιμη αφή

ΧΑΪΚΟΥ


α΄

Πάνω απ’ τα δόντια
Φορώ τους τριγύρω μου
Σάπια μασέλα

β΄

Ο ομφαλός μου
Διηγείται σφάλματα
Της όρεξής μου

γ΄

Καμβάς το χρώμα
Με μαύρο της ράτσας μου
Σαν ποίημά μου

δ'

Όταν δεν έχω
Δανείζομαι θάνατο
Από μια σκέψη

ε΄

Σκάβεις στα βαθιά
Όταν συλλογίζεσαι
Τον εκσκαφέα

ζ΄

Πίσω απ’ τη βουή
Σφίγγεται η καρδιά μου
Πεταλωμένη

η΄

Βούτα στο μέλι
Το πιο γερό σου νύχι
Δίχως δάχτυλα

θ΄

Δώδεκα παιδιά
Το ένα βγήκε σκάρτο
Και κρεμάστηκε

ι'

Όσοι τραγουδούν
Οφείλουν στη φωνή τους
Τα μεγάφωνα


κ΄

Όσοι τραγουδούν
Οφείλουν τη φωνή τους
Στα μεγάφωνα

λ΄

Μέρα παγερή
Ξυπνάει στα πνευμόνια
Χίλια τσιγάρα

μ'

Είθε να γίνω
Μετά απ’ τη ζωή μου
Κείνο που είμαι

ν΄

Είθε κάποτε
Να 'ναι ο κερδισμένος
Ανιστόρητος

ξ΄

Όλοι στα άνθη
Ομορφαίνουν τη βόλτα
Και γω στο βλαστό


ο΄

Μάσα την άμμο˙
Φως λαχταρούν στο βυθό
Οι αόμματοι

π΄

Ό,τι κι αν ρουφώ
Δεν αποκαθίσταται
Η ατμόσφαιρα

ρ΄

Άγνωστος Θεός
Φωτοτυπεί εντός μου
Κι επισημαίνει

σ'
Πάρ’ απ’ την ψευτιά
Όλη της την έμπνευση:
Σπαταλφροσύνη


τ'
Έπεσαν σκεπές
Για να εκτιμήσουμε
Κάποια αστέρια

19 Φεβ 2008

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Ο γλύπτης εκτελεί σκοπιές στο μάρμαρο
περιμένοντας να σκάσει
η οβίδα μιας μορφής στο κεφάλι του
να του δείξει του αγάλματος τα σύνορα.
Ο πόλεμος αρχίζει.

Ο γλύπτης εισχωρεί στο μάρμαρο
σκόνη γίνεται το ρούχο της μορφής
χιόνι πέφτει στο έδαφος
φροντίζοντας για κρυοπαγήματα.
Μα τα σύνεργα δε λυγίζουν
όταν έχεις βλέψεις
όταν στο έργο σου θέλεις να φωλιάσει κάτι
απ’ το αεροπλάνο που σε βομβάρδισε.

Ο ποιητής ανάποδα
το σκάλισμα αρχίζει απ’ τα μέσα.
Αλλού είναι τα δικά του σύνορα.
Όταν τελειώσει
μια τρύπα μένει στο μάρμαρο κενή
με γύρω της τη γλώσσα.
Είναι το ποίημα καλό; Δεν ξέρει. Περιμένει.
Τα ποιήματα πάντοτε σιωπούν
είτε πολλά έχουν να πουν είτε τίποτα.

Όταν τα ποιήματα έχουν πολλά να πουν
τα πουλιά εγκαταλείπουνε τα δένδρα
στριμώχνονται στην τρύπα του μαρμάρου
και φτερουγίζουν μες στη γλώσσα δυνατά.

Τέτοιο φτερούγισμα ακούγεται
ως τις μορφές του γλύπτη
το άγαλμα αρχίζει τις φιγούρες
χορεύει με το πάθος στα λευκά.

TONGUES THAT SHAPE HUMIDITY

Sailing through a larger world
Than that of a creator’s eye
I stand up to the painless truth
Of having not a language
But one red wingful art
Of tongues that shape humidity
As brotherhood of man
Derives from accidental
And as a poet’s unrepentant
Renounce of translation

ΜΥΡΟ ΔΡΕΠΕΙΣ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟΥ

Μόνον η πρώτη θέση
Μητέρα σημαίνει φθορίζοντες
Πόθους, το έχω πια καταλάβει!
Δώσε μου ένα ιδάσκεις
Να ξεκινήσω τρίποδο ετράς
Μη ραγματεύεσαι, να:

Αν είσαι στ’ αλήθεια σωματικός ποιητής
Μύρο δρέπεις παλίμψηστου στις εποχές
Και ποτέ γι’ αυτές, με όπλο σφεντόνα
Ολκής και πέτρα υπερηχητική
Ένα εις υστεροφημίας

Την ώρα που αγελάδες στήνονται
Στους πρόποδες, εσύ κορυφογραμμίζεις
Της έμπνευσης το βίαιο κρουσιφλεγές
Θρυμματίζοντας στο παρόν
Ό,τι πολύ σεβάστηκες: το πρωτύτερο αίμα

Τσακίζεις τους κατερχόμενους
Στην αγκάλη σου λίθους
Σαν τους χαμένους στίχους καιρών
Που κανείς δεν είδε οι ίδιοι
Να περνούν από πάνω μας στο μέλλον
Μες στις λοιπές κρεμάλες

Μα εγώ κατόπιν ανασκαφών
Στην επιφάνεια είδα κράτορες
Να συλλαβίζουν διαρκώς το επιχείρημα
Κίναιδων τιτλοδοτημένων τύχης και ενστίκτου
Που θέλει την αξία στους θώκους πυραμίδας
Τραγικής της ευθύγραμμης στοίχησης
Ώστε να μη μου μένει παρά να γράψω στις εποχές
Αριθμημένες μια για πάντα τις γραφές

Το κελάηδημα δε μετράς
Την αλήθεια δε διδάσκεις
Το στέμμα πραγματεύεσαι
Του παρεμπιπτόντως υπασπιστή
Εξέλιξης που προκατασκευάζει θρόνους

Μα δεν πειράζει και ξέρεις γιατι;
Γιατί με μι και δέλτα και πι
Αναδιπλώνομαι γάμμα μονοκινητικός ταλάντου
Και μύρο δρέπω παλίμψηστου
Στις εποχές και ποτέ γι’ αυτές

(Κι αν από τα σπλάχνα σου
Ζωή δε βγάλω, γυναίκα
Ποίηση στα σίγουρα
Θα βγάλω από τα μάτια σου)

18 Φεβ 2008

ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ ΨΙΘΥΡΙΣΤΟΥ Σ' ΑΓΑΠΩ

H πλήρης αναντιστοιχία
συνοδεύει τη μορφή σου σ’ αυτόν το λυγμό
Όταν τα μαλλιά σου έντυναν το στήθος μου
ήμουν άλλοτε νυσταγμένος κι άλλοτε απόλυτα δικός σου
Πάντοτε, όμως, έπαιρνα απ’ το χαρτί και το μελάνι
την απροσδόκητη υποταγή
Σαν εκδίκηση σ’ όλες τις περιόδους ανομβρίας
Ακόμα και τότε
Στη γεύση των χειλιών σου
κάθε που παραμόνευα το ξύπνημα σου
Στους σπασμούς των βλεφάρων σου
κάθε που ήθελες να μου δώσεις το σώμα σου
Έγραφα
Δύο το πρωί κι η γειτόνισσα χτύπησε με οίκτο στον ώμο
Εμένα
Δεν αναρωτιέμαι πώς τόλμησε έτσι να ακουμπήσει
Εμένα
Μόνον αναρωτιέμαι
Αν θα πονέσω κι άλλοτε έτσι
Που να μην ξέρω άλλη λέξη
Μαστιγωμένος απ’ αντίλαλο ψιθυριστού σ’αγαπώ
εντός άχρονου δωματίου

ΕΚΠΝΟΗΣ ΤΟ ΜΥΤΕΡΟΤΕΡΟ ΑΣΤΡΟ

Της αισθητικής τα τέμπλα μου είναι ηδονήσεων μανουάλια
Σεισμόπληκτων περιοχών της προσωπικότητάς μου
Που αρέσκονται σε δωρεές αιφνιδίως
Ίσως επειδή άρχομαι από παιχνίδι ζωηρό
-Πότε η εισπνοή χωράει περισσότερο-
Γιατί τότε θα στήσω ξόβεργα
Της εκπνοής το μυτερότερο άστρο
Και θα καρφώσω τον πηκτικό παράγοντα της λέξης

Το αίμα στου απείρου τον παραπόταμο
Χύνεται με τραύμα, μολύβι και τριβή
Ώσπου οι σταλαγμίτες στα δένδρα και στα πονήματα
Βαθύκρημνοι ελεήσουν με λίγη δόξα τους κυνηγούς
Γιατί κι αν όλη μέρα τον ήλιο καταδιώκουν
Άντε την ταχτοποίηση μιας αχτίδας να προλάβουν
Μες στο δύστροπο σπειρί του

Δε λέω βέβαια-οι απέθαντοι σιδεράδες συνομιλούν
Καθημερινώς
Με τις χτιστές προδοσίες των τοίχων

ΓΕΡΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ


Όπως λέω όλη την ημέρα-αυτοί που με ξέρουν, το ξέρουν καλά-αρκεί εγώ, μονάχος μου, με μια οντισιόν στις γύρω πολυκατοικίες, να βρω τραγουδιστές, ποιητές κι ίσως συνθέτες και ζωγράφους, που θα αρκούσαν για να καταδειχθεί πόσο ωχριά το αστροσύστημα των ονομάτων που χωνευέται και προσκυνάται, ωσάν κάτι να κατάφερε. Τελευταίως, ανακάλυψα έναν ποιητή, πολύ καλύτερο, στα δικά μου μάτια, απ’ ό,τι υπήρξε ποτέ ο Μίλτος Σαχτούρης ή υπάρχει ο Χάρης Βλαβιανός και, για να μη συνεχίσω, πολλοί άλλοι. Ονομάζεται Ιωάννης Κυριαζής. Ούτε τον ξέρω ούτε ξέρει ότι γράφω τις γραμμές αυτές ούτε πρόκειται να τον μάθω ποτέ. Προς τιμήν της τέχνης που προσπαθώ να υπηρετήσω, παραθέτω ένα ποίημά του. Τον καιρό που η Ποίηση θα αποκτήσει μια διαδικασία σοβαρή της ανάδειξης, της ανθολόγησης και της κοινοποίησής της, ποιητές σαν κι αυτόν θα επικρατήσουν, θα τραγουδιούνται και θα διδάσκονται.


Τα παραμύθια που σου χάρισα
μην τα διαβάζεις πριν να κοιμηθείς.
Μπορεί από μέσα τους να βγουν
δράκοι και μάγισσες
στις εντολές μου να υπακούν
ως το ταβάνι να πηδούν
ως τ' όνειρό σου να βυθίζονται
και στα σεντόνια να χωθούν
δίπλα και μέσα σου
όσο εσύ θα ονειρεύεσαι
τον πρίγκιπα να σε φιλά-
και θα ξυπνάς, αλίμονο,
μ' ένα σφαγμένο πετεινό
ανάμεσα στα πόδια σου.

Στο γκρέμισμα του έρωτα
θέλω γερά να είναι τα θεμέλια.

17 Φεβ 2008

ΔΡΟΣΙΑ ΠΟΥ ΦΥΛΑΚΙΣΕΣ ΣΕ ΤΟΙΧΟΥΣ

Tι αναζητάς
Θέλεις να αναπνεύσεις τη δροσιά που φυλάκισες σε τοίχους
Τις χορδές που τέντωνες τόσο καιρό θέλεις με τα δόντια σου να κόψεις
Θέλεις ένα δοξάρι ζεστό να στείλεις στον ήλιο
Και φρικτό να επιστρέψεις στις φωνές των δολοφόνων σου
Μακριά θέλεις να περπατήσεις απ’ τους λαβυρίνθους των δαχτύλων σου
Να θανατώσεις ρίζες σε μολυσμένα χώματα
Με βενθικούς ψιθύρους βλάσφημους
Θέλεις να γρατζουνίσεις παιδικά χείλη
Να βιάσεις, να σκοτώσεις, να ληστέψεις
Να ξεκαρδιστείς, να καταστρέψεις, να ουρλιάξεις
Ή μήπως δε θέλεις
Μήπως απλώς σου αρκεί
Να ξαπλώσεις ήρεμη σ’ ένα στρώμα
Πλωτό μ’ αναμνήσεις και μπαχαρικά
Και ν’ αναστενάξεις ήρεμη για τη μια και μοναδική φορά
Που στα μαλλιά σου περικυκλώθηκαν αναστεναγμοί
Αήττητοι

ΟΤΑΝ ΑΠ' ΤΗ ΒΡΟΧΗ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ

Προς Fuji

Δοκιμάζεται των τεράτων η υπομονή
Όταν απ’ τη βροχή περιμένεις
Να στρώσει ό, τι το χιόνι
Διάφανους ανθρώπους μες στα σπίτια
Γλώσσες λευκές στις γειτονιές
Καρότα στης αναποδιάς τα στόματα
Αντί στους πνεύμονες τσιγάρα

16 Φεβ 2008

ΑΠΟΛΕΞΙΜΕΤΑΓΓΙΣΗ

Aλουραίμ, Αλουραίμ
Οκτώ και παραγοντικό για να σου βρω ψευδώνυμο
Κι εσύ εκεί
Τις νότες να δείχνεις για ψιλές
Τα στόματα για υπογεγραμμένες
Γωνιές να κυκλίζεις σε αναπηδήσεις
Να ξεκλειδώνεις όλων των λέξεων τις αρτηρίες
Αλουραίμ, Αλουραίμ
Την απιστία των γραμμάτων πάψε να ψηλαφείς
Του χαμογέλου σου σταμάτα την άγρια ευωδία
Φρίττω
Ο Δρακουμέλ μας κυνηγά και η κακιά η μάγισσα
Μα εμείς έχουμε ποδαρόδρομο
Στυφτό ποροπωλείο έχουμε εμείς
Πορτοκαλάδες
Αλουραίμ, Αλουραίμ
Το νυστέρι σου σήκωσε ξανά μες στις κρυψώνες
- Κάτω από τα νύχια τους
Μέσα στις βαρείες
Και τις μυίγες –
Για να διδάξουμε χειρουργική
Απολεξιμετάγγιση
Σ’ όλου του κόσμου των ασκελμίνθων
Τις φατρίες

ΤΗΣ ΚΛΙΝΗΣ Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ

Για τον Pipes

Ο Προκρούστης που ξέρω εγώ
Δε σμίγει αποστάσεις
Κόβει όταν προεξέχει ό, τι προεξέχει
Κι όταν δεν προεξέχει ό, τι θέλει
Μιας και είναι ανυπέρβλητη
Η απόλαυση του θύματος που σκούζει
Εναγωνίως αναμένω τη συγκυρία
Πλήξης του ανθρώπου με άλλες διαστάσεις
Που σαφώς στον άνθρωπο θα φανερώσουν
Την ακινδυνότητα του ανδρός
Αν είναι πράγματι αυτός
Που οι άλλοι νομίζουν

Αρκεί της κλίνης η περικοπή
Και του αυτιού το τέντωμα

15 Φεβ 2008

ΚΙ ΑΣ ΕΙΧΑ ΤΟΣΟ ΠΑΤΩΜΑ

Με τα δάχτυλα στην πρίζα
Τα μαλλιά μου τεντώνονται θύμησες
Φορτίζοντας των εξομολογήσεων τις δεξαμενές
Με συνειρμών σκαμπίλια

Ποτέ μου δεν τοποθέτησα το ίδιο πλακάκι δις
Κι ας είχα τόσο πάτωμα
Για τούτο δε μετανιώνω
Όμως για τις ανισομεγεθύνσεις μετανιώνω
Τις ανισομεγεθύνσεις με βδελυγμία αποτάσσομαι
Γιατί για τα κατά τόπους εξαμβλώματα
Ουδέποτε ευθύνεται το διαφορετικό

Μα του σημαντικού η ανομοιομορφία

ΠΟΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΤΣΙΝΟΡΟΥ

Τρίτο μου πόδι αχτιδόλουστο πυραμίδων ασβού
Εκπνέει ξύλο περιπάτου στα ξέφωτα του κορμού
Μιας αδολεσχίας φυσικής σε απόσταγο τζάκι
Ιδιώνυμης γωνιακής βουνοπλαγιάς˙
Νησιώτες αδαείς της έναρξης φωτιάς
Σ’ ωκεανούς κραταιούς μόνιμοι καταδύτες
Τεχνοκολλάριοι του σφουγγίσματος κράχτες
Διαθέσιμης υπερθρονικής δίαιτας
Είναι όλοι του εσωρούχου οι σκοποί
Μαρμαρυγές της κυτταροπηγής σας;
Τι κι αν το σίδερο επιδέξια βυθίζεται στο δέρμα
Σαν τη σιωπή της επιπλέουσας συνήθειας, λέγω
Τέτοια φροντίδα για τον κόκκυγα;
Οι εκκρίσεις σας βροντολαλούν στ’ αυτί μου τη δομή
Μορφολατρία ιστοθέτησης σπειροϊστορικής
Όταν αφανής του λιθοβολισμού νομεύς
Γνώστης ανασύρω της ιερής αρχής το τίποτα
Ποίημα που έχει ξαναγίνει
Ως πήγασο ανάδυσης αντιβαρυτικής
Πόσης του κάτω τσίνoρου

Ουδείς γνωρίζει πως βλάσφημος ουδείς

Κι ας ύδρανθος είναι που γλιστρά
Μιλιούνια νηματοκύστεις
Στην τσέπη μου ξανά καρπούς ξηρούς
Θωρώντας μου ακίνητος την έκσταση
Πτερύγιο ν΄ αναπτύσσεται στην άρνηση της ράχης μου
Πνευματοφόρο λέξης
Ορίζοντας με ουράνια καμπυλότητα
Αρχαιογήινη προτροπή:
Πυξ γυρίνοι κίτρινης φυσαλίδας
Λαξ μέσ’ απ’ τη στίλβη κλειδαρότρυπας
Για πάντα ιδιώνυμης
Γωνιακής βουνοπλαγιάς

ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΚΡΑΤΗΡΕΣ

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΞΕΝΟ ΣΤΙΧΟ


«Στον καναπέ σιωπή
μήλα στο τραπέζι»
ΜΑΡΙΓΩ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ


Όταν το αίμα εκρήγνυται, ο εγκέφαλος βράζει

Στον καναπέ σιωπή
Μίλα στο τραπέζι
Είναι τετράγωνες οι αλήθειες
Μα ποτέ τους στις γωνιές
Δεν εμφωλεύουν

Τι κρίμα να ‘σαι υπερρεαλιστής
Να σαλπάρει απ’ τ’ ασημί λίγο φεγγάρι
Όποτε διαιρείς την πραγματικότητα
Αφήνοντας στα φαινόμενα κρατήρες
Βαθιά σαν επισκέπτες, κλέφτες σα σκοτεινά
Μάγια της πανσελήνου
Πολλαπλασιάζοντα την ομορφιά
Χαρά σου πλάι σε ψόφιο πουλί
Στο δρόμο

της απώλειας. Μήπως χάνεις την ουσία;
Μήπως μ’ αυτή τη σπαρτιάτικη ευτυχία
Παχαίνουν οι προπαγανδιστές της ηγέτες
Όπως τ’ αδηφάγα μικρόβια πάνω του;

ΑΠ' ΤΩΝ ΠΛΗΓΩΝ ΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΜΟΥ

ΑΝΑΚΡΙΣΗ

Τετάρτη για σένα
Για μένα Κυριακή
Λάμια του Θωμά
Όχι δεν είναι αληθινές οι τρύπες αυτές στα χέρια μου
(Μόνο των ιαχών σου οι εντάσεις- παραδέχομαι)
Τις φιλοτέχνησε ειδικώς ο φίλος μου τσαγκάρης
Μα μάταια
Ο δόλιος προσάραξε
Στην υπέρυθρη όρασή σου
Όχι, μέγαιρα, δε θα σου πω που ήμουν
Ώσπου να συλλέξεις
Με γναθικές σου τις προσαρκτρίδες
Τα ίχνη του σιδήρου
Στοιχεία απ’ των πληγών τις όχθες μου
Θα σε πείσει άραγε μια DNA-ανάλυση
Πως κόκκινα περνούσα τα φανάρια
Για να βρεθώ κοντά σου;
Θα λιώσεις τότε τους αφορισμούς σου
Σαν δεις εμπύρηνα τα ερυθρά αιμοσφαίρια
Πτηνού το πρόσωπό σου;
Μα τι λέω
Εσύ πούπουλο μπορείς κι ακούς
Του στήθους το πετάρισμα
Καθώς αυτό βαρύ
Λυγίζει τις Κυριακές σου

ΑΡΚΕΙ ΣΤΟ ΜΕΣΟΝ Η ΚΙΘΑΡΙΣ

ΚΙΘΑΡΙΣ

Μέτριος χορεύεις στην ταστιέρα
Φθηνός ροκάς με δείκτη-μέσο-παράμεσο
Θρηνείς ύψη τα δυσθεώρητα των κλασσικών
Τ’ αεικίνητο μικρού δακτύλου
Τι να την κάνεις, όμως, εσύ τόση τέχνη
Καθώς βουτάς κλειδούχος χειλέων της φωτιάς
Μικρών της λάβας
Μονονοτιά και σπασμοί
Πέριξ ζωοφόρου μικροφαλλίδος
Πλεονάζουν δείκτης-παράμεσος
Αρκεί στο μέσον η κιθαρίς

ΝΑ ΜΕΛΕΤΗΣΟΥΝ ΤΙΣ ΑΚΡΙΔΕΣ

Μόνιμα ξαπλωμένος στην άμμο των ονείρων μου
Χαίρομαι τη γυναίκα μ’ αεράκι δίψας
Ταιριαστό των όσων πάντα ήταν εκεί
Μα δεν τα βλέπαμε

Έτσι την πόλη αυτή δεν ήξερα
Μήτε τους Γερμανούς που κατοικούσαν εκεί
Κι εργάζονταν σκληρά να μελετήσουν
Τις ακρίδες

Billefeld: άγνωστη πόλη
Ώσπου με πλησίασε ο Klaus
Για μια συνεργασία μελέτης της ακρίδας
Κι είδα το Billefeld παντού
Στις ειδήσεις, στο μετρό, στα μεγάφωνα
Την αδιαφορία να χλευάζει
Με όραση διάθεσης ειδητική

Με όραση διάθεσης είδα και τους Γερμανούς
Να πλησιάζουν τη γυναίκα μου με αεράκι
Δίψας- φαίνεται πως ξύπνησε τα βήματα
Ο Klaus

Της άρπαξα τότε λαίμαργα το χέρι
Βλέποντας τον τρόπο καθαρά να θηλάσω
Το παιδί μου- και το φίλησα

Ίσως αν μπορούσα να φύτευα παντού
Στις ειδήσεις, στο μετρό, στα μεγάφωνα
Ένα φιλί για δάκρυ στο χέρι της γυναίκας
Ίσως τα πηγάδια να στέρευαν της αυτοχειρίας
Όσων ξαπλώνουν δίπλα μα δε βλέπουν
Της μάνας τη ρυτίδα

14 Φεβ 2008

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ


Η ΓΗΤΕΥΤΡΙΑ ΛΕΓΕΙ:


Καλησπέραααα!Το τραγούδι υπέροχο!Το ποίημα σου πολύ παράξενο. Δίνει την αίσθηση ότι χρησιμοποιείς λέξεις ευαγγελίου, από του οποίου τη γλώσσα είμαι άσχετη.Τί σημαίνει ανά; αμάχτιστε; ασμίχτορες; σειριακά δαμάζω; φρενίτις ζωογόνου μεταλλαγής;Σε ρωτάω επειδή το συζητήσαμε και εξέφρασες την προθυμία σου να εξηγείς. Πάντως, αν δεν είχαμε μιλήσει θα του έριχνα μια ματιά, θα θύμωνα και θα άλλαζα σελίδα. Αυτό δε σημαίνει ότι είμαι σωστή εγώ. Σου λέω τί θα έκανα και τί κάνω ως αναγνώστρια. Προσπερνάω. Δεν το ψάχω καν. Θα πρέπει να μου έχει κάνει κάτι κλικ για να μείνω. Γιατί νιώθω ότι ή ο ποιητής κινείται σε άλλες σφαίρες όπου αδυνατώ να τον φτάσω και να τον παρακολουθήσω, συνεπώς άκυρη η επικοινωνία ή ότι είναι βλαμμένος και πάλι άκυρη, ή ότι είναι δήθεν κι έχει πάρει ένα λεξικό της άκρας καθαρεύουσας και χώνει λέξεις για εντυπωσιασμό.Νομίζω σε συμφέρει η πρώτη εκδοχή! :))))))Κι έπειτα έχω καταλήξει ότι θα διαβάζω την ποίηση που μου μιλάει και αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές μου και όχι ποίηση που όσο να τη μεταφράσω έχω χάσει όλη την ομορφιά των στίχων και κάθε συγκίνηση. Και κανείς δε θα μπει στον κόπο να μεταφράσει δηλαδή...Αυτό μου συμβαίνει με την ακατανόητη γραφή και με τη γλυκερή. Την ποίηση που δεν καταλαβαίνεις ότι αλλάζει ποίημα. Νομίζεις πως είναι όλα ίδια. Μονίμως κλαψουρίζει και υμνεί το κορμί της, τα μάτια της, τ' αυτιά της και όλα της που τα αναζητά ο ποιητής και κόβεις φλέβες εσύ εν τω μεταξύ. Δεν θα στα έλεγα καν, αλλά επειδή το ζήτησες. Ελπίζω να μη με παρεξηγήσεις. :)


ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ:


Kαλή μου Γητεύτρια, τα λόγια σου ουδεμία σχέση έχουν με την παρεξήγηση-αντιθέτως, αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη που μου τα απηύθυνες. Μεταξύ άλλων, δίνουν με την ευκαιρία να πλέξω τα απομεινάρια της σημερινής μέρας ως γουστάρω-τουτ’ έστιν, να δικαιολογήσω την ύπαρξή μου στον κόσμο που διάλεξα. Κάποιοι γραφιάδες, μπορεί να το ξέρεις μπορεί και όχι, γράφουν με τη φιλοδοξία να καταργήσουν τα εσκαμμένα δια στοχασμού. Πρόκειται για τους στοχαστικούς ποιητές της πρόζας, που εσωκλείουν εντός κρυπτογραφικών στίχων την εναλλακτική της Αϊνστάνειας φυσικής, νοήματα νέα και μεγάλα για τους μπαλλαντίστες της πενιχρής στιχοπλοκής. Εγώ δεν ανήκω σε αυτούς, με τον ίδιο τρόπο που δε διεκδικώ πατρότητα ανακαλύψεως της πυρίτιδας. Όταν, λοιπόν, ερωτεύομαι, δε θέλω τίποτε άλλο, από το να υμνήσω τα χείλη της, τα φρύδια της, τα ματοτσίνορά της, τις παρανυχίδες της, τα αυτιά της, τα σπυράκια της, τα όλα της. Προφορικώς, αυτό κάμνω. Ποιητικώς, προσπαθώ να πραγματώσω αυτό που ποιητικώς υποσχέθηκα: να πρωτοτυπήσω επί του κοινότοπου. Όταν διαβάζω στίχους γραφιάδων, των οποίων το μέγεθος ούτε διεκδικώ ούτε, ακόμη κι αν διεκδικούσα, θα πετύχαινα (η ζεστή ανάσα της γυναίκας, η ιδιοφυΐα που δεν είναι παρά ένας έρωτας κι άλλα τινά-περιττεύει να αναφέρω τα ούτως ή άλλως διάσημα ονόματά τους), παρουσιάζω το ίδιο σύμπτωμα μαζί σου. Θυμώνω. Βεβαίως, δεν έχω το δικό σου εν προκειμένω περιθώριο: να ρωτήσω τους ίδιους πώς αντιλαμβάνονται τη σημασία τους, την οποία κοπιωδώς προσπαθώ να βρω αλλά δε βρίσκω. Αντ’ αυτού, λοιπόν, λαμβάνω κοντυλοφόρο και λέγω: τα άπαντα της παγκόσμιας ποιήσεως ξέσκισαν το φιλί. Υπάρχει κάτι που εγώ μπορώ να δω στο φιλί, το οποίο αγνοούν τα άπαντα της παγκόσμιας ποίησεως; Μήπως τέτοιο ένα είναι, σκέφτομαι, το κραγιόν που μένει στο δικό μου τσιγάρο αφού φιλήσω εκείνη;



Τούτο το κραγιόν
Στο φίλτρο του τσιγάρου
Δεν είναι ούτε από τα χείλη σου
Ούτε απ' τα δικά μου
Είναι του φιλιού



Μήπως τέτοιο άλλο είναι το εξαντλημένο από το μύθο μήλο, καθώς το μήλο γίνομαι εγώ και καταπίνω τους εγωισμούς μου για χάρη της;



Το μήλο για να φαγωθεί καταπίνει τα κουκούτσια
Του



Σε ένα, πάντως, έχεις δίκιο. Είμαι τω όντι βλαμμένος (όπως και ο Κλέων σε ένα αγαπημένο φιλμ), όταν τολμώ να πιστέψω ότι οι άνωθεν και οι κάτωθι στίχοι έχουν σημασία:




Δόξα σοι αμάχτιστε μάρτυρα

Πόνου της γέννησης έρωτα
Ανά στα μάτια σου μόνο




Μια αναγέννηση στα μάτια της είναι πράγματι φτωχή, καίτοι κατακερματισμένη, κι αδύνατον να φτάσει το τα ματόκλαδά σου λάμπουνε/σαν τα λούλουδα του κάμπου βρε. Παρόλα αυτά, εσένα, όπως και τον καθένα που είχε την καλοσύνη να διαβάσει κάτι δικό μου, σε διεκδικώ. Εσαιεί θα τείνω στην τέρψη του. Κι όταν δεν το καταφέρνω, τρόπους θα μηχανεύομαι για να ακουσθεί το κλικ.




ΑΝΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΜΟΝΟ

Προς Fuji

Όταν ο χειρόγραφος κύκλος μου
Απολήγει σε σημείο απρόσμενο
Της φυσικής τελειότητας αποξένωσης
Τυμπανοκρουσίες μπάντας αόρατης
Ψύχουν εκλυόμενη την ενέργεια αντιστάσεων
Δαμάζοντας σειριακά τις πιθανές
Εκφάνσεις των αναστεναγμών μου
Σε ύστατη εξημέρωση της φρενίτιδας
Σε φρενίτιδα πάλι ζωογόνου μεταλλαγής
Τρεμάμενης υποψίας μπουνάτσα
Πως έρχονται ελιγμοί σχήματος
Απερίγραπτου, κατακεί που οι λέξεις
Τελειώνουν ασμίχτορες απόλυτου ηχουργού

Δόξα σοι αμάχτιστε μάρτυρα

Πόνου της γέννησης έρωτα
Ανά στα μάτια σου μόνο

ΠΙΟΝΙΑ ΚΩΦΑΛΑΛΗΣ ΟΣΦΥΟΚΑΜΨΙΑΣ

Σε μια πόλη δίχως κτίρια
ανθρώπινα σώματα του ίδιου ιδρώτα συνενώνονται
Κάθε οσμή αναζητά το ταίρι της
μες στα μαγεμένα δάση της άχρωμης σκακιέρας
Παίκτες κουνούν νεκροί τα πιόνια
της κωφάλαλης οσφυοκαμψίας
Σε στύση προ εκσπερμάτωσης
οσμηρές τριχοφυΐες
παρασιτούν σε απέλπιδες προσπάθειες
βαθείας εισπνοής
Λιπαίνει το χώμα ο σίελος των παπαγάλων
και παρθενογεννάται θριαμβευτικά
Ένας νάνος βιάζει τη χιονάτη
που τόλμησε να μιλήσει για λογική
Κι ένα δέρμα μόνο του
στοιχεία εκλείψεως που ενδίδει σταυροκοπά
Κάθε του κύτταρο μαζεύει από γύρω
και συμπυκνώνεται σ’ ακατανόητη δικαιοσύνη
Θείο Σύνταγμα σε πάπυρο ασηψίας
το αυτοκίνητο που βρέφη διαμελίζει
Και το σ’ αγαπώ μιας γυναίκας που για σένα αυτοκτόνησε
Προτού αποκοιμηθεί σαν ξανάδε τη φωτογραφία σου

13 Φεβ 2008

ΣΕΝΤΟΝΙ ΚΟΝΙΟΡΤΟΥ

Στα υποκαταστήματα της γειτονιάς ανευρίσκεις
Τεχνοτροπία καλουπιού ανεπανάλειπτου
Και μακριά απ’ το ταμείο την τυλίγεσαι
Σεντόνι κονιορτού να σε ζεσταίνει τους χειμώνες

Με τον κονιορτό εργάζεσαι- και γητευτής
Δυο οδοντογλυφίδων και ενός ποτηριού
Σχηματίζεις τη γωνία του άσπρου πάτου
Και του τραπεζιού υπό του μυστικού σου

Προφανώς ένα πανί είναι απαραίτητο
Μεταξύ ποτηριού και στηριγμάτων
Προκειμένου όλοι να ξύνουν τα δόντια τους
Με αυτά που εσύ κοκκαλώνεις το ποτήρι
Όρθιο σε ένα του σημείο
Κισσός ενός τοίχου που τίποτα δε χωρίζει
Φαντασιόπληκτος μεταξύ άλλων υπαρκτών

Στο πανί προβάλλεις το έργο σου
Σήμερον ταχυδακτυλουργός ιδιοκτήτης οίκου
Αναπτύσσει τη μαγεία της ποίησης που πενθεί
Γεμίζοντας το ποτήρι με κάδρα βουβαμάρας
Όρθια σε μια τους ανοχή

11 Φεβ 2008

ΑΝΔΡΟΣ

ΑΝΔΡΟΣ

Μια σκέψη εξορμά βίαια απ’ τις αλυκές
Με τα σύννεφα συμφωνεί που γλίτωσαν
Απ’ το αλάτι του καιρού τους
Kαι χτυπιέται με τον πόνο θρασεία
Αλύπητα, όσο κι ο Βοριάς δεν καταδέχεται
Να χτυπήσει ετούτη την ξέρα
Κι ας στερούμαι στη ράχη της παγκράτειο
Πρωταγωνίστρια που πρώτη σαρώνει
Ο ίδιος με μανία σαν να επιθυμεί
Την τόση ομορφιά ζηλιάρης να καταπιεί
Γιατί τα πλατάνια της υδρούσας
Καταπίνουν την ανδρεία μπογιά από τις ρίζες της
Και τους ποιητές βάφουν με ίσκιους πανδαισίας
Στου κάλλους τις πλωτές πλατείες
Έστω και μακριά, κατατροπώνοντας στενιές

10 Φεβ 2008

ΑΠΙΣΤΩ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΜΕ ΤΗ ΛΥΣΣΑ ΤΟΥ

Της γλώσσας μου τα νυχτέρια έχουν από καιρό απαρνηθεί τις επιφάνειες. Επιτρέπουν μονάχα την παραγωγή αποστάσεων στο ίδιο παγοδρόμιο, όποτε αυτό καταδέχεται την αποκάλυψή του διαφανέστερη από πριν. Η δουλειά της αποκάλυψης περιηγήσεων έκδυσης επί του ιδίου ελύτρου απαιτεί ετεροκατευθυνόμενα έλκηθρα, ευπαθώς ομοδομημένα. Αναγκάζομαι, λοιπόν, να εξαντλούμαι σε ταυτότητες. Έχω σημαίνει γράφω. Γράφω σημαίνει έχω. Είμαι ιδιοκτήτης σημαίνει πρωτοτυπώ επί του κοινότοπου. Σημαίνει διαχειμάζω απαράλλακτος θέρους. Άρα: απιστώ στον έρωτα με τη λύσσα του. Tούτο καταφέρνω ανεξέλεγκτα, με τα λουστρίνια της Κυριακής και τον υιό μου αγέννητο.

9 Φεβ 2008

ΤΡΙΛΙΖΑ ΣΤΙΣ ΔΙΕΣΕΙΣ

Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΤΟΥ ΜΑΝΝΑ

Αείποτε περνά μια μύγα απ' το παλάτι
Με φλύαρα φτερά φανταχτερά
Σαν τα μεγάλα αυτιά και τα δάφνινα
Μονοπάτια που αποκρίνονται σ' όσα κατοικώ
Πως η σχεδία μου είναι πεντάγραμμο
Χαραγμένο στο απαλότερο των δερμάτων
Γύρω απ’ τους καρπούς Κυκλάδων θηλυκών
Νησάκια νησάκια, τα βραχιόλια προορισμοί
Μελωδικών εμπνεύσεων
Σπιτάκια σπιτάκια, οι νότες καρφιτσώνονται
Απαλά στο γρίφο του χεριού της
Άνευ υφέσεων άνευ βροχής
Να παίζω τρίλιζα στις διέσεις πρωτοπόρος
Με όλη την πλάγια έφεση της υπερβολής
Και να σκέφτομαι τις φονικές επιθέσεις
Της χρυσαχτίδας που μ' επισκέφθηκε
Για μια φορά αλλά δε θα ξαναρθεί
Μητ' έχει αλλού να πάει

Εξαντλήθηκε να συνεχίζω διηγήσεις

8 Φεβ 2008

ΨΥΧΗ ΨΑΡΙΟΥ ΚΟΡΜΙ ΓΑΤΙΣΙΟ

ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΜΕΝΕΙ

Πέλαγο να ζήσω δε θα βρω
σε ψυχή ψαριού κορμί γατίσιο
κάθε βράδυ βγαίνω να πνιγώ
πότε άστρα πότε άκρη της αβύσσου
κάτι κυνηγώ σαν τον ναυαγό
τα χρόνια μου σεντόνια μου τσιγάρα να τα σβήσω

Αυτή η νύχτα μένει
αιώνες παγωμένη
που δυο ψυχές δε βρήκαν καταφύγιο
κι ήρθαν στον κόσμο ξένοι
και καταδικασμένοι
να ζήσουν έναν έρωτα επίγειο

Χάθηκα και γω κάποια βραδιά
πέλαγο η φωνή του Καζαντζίδη
πέφταν τ' άστρα μες στη λασπουργιά
μαύρος μάγκας ο καιρός και μαύρο φίδι
μου 'γνεφε η καρδιά
πάρε μυρωδιά
το λάδι εδώ πως καίγεται και ζήσε το ταξίδι

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗΣ

ΠΟΥΛΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Κάθε βράδυ η μάνα μου

με ταΐζει χώμα

έγινα καθώς φαίνεται

πουλί ιστορικό

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

7 Φεβ 2008

ΒΟΥΝΑ ΒΥΘΟΜΕΤΡΟΥΝ ΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

Όταν ένα παιδί
Σπάει το τσόφλι του αυγού του με κουτάλι
Μαθαίνει και να το βυθίζει
Στον κρόκο επιβίωσης

Όταν ένα παιδί βυθίζει
Το κουτάλι του στον κρόκο επιβίωσης
Συνωστισμός επέρχεται στους θαλάμους
Των νεκρών

Οι υποψήφιοι της γωνιάς
Γέρνουν το κεφάλι προς αναχώρηση
Και τα βουνά βυθομετρούν τους ουρανούς
Με όρους στις αιχμές γαλβανισμένους

6 Φεβ 2008

ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΟ ΑΓΓΕΙΟΒΡΙΘΕΣ

Διαδοχικές διηθήσεις ίσως οδηγούσαν
Στη σταγόνα εκείνη του εαυτού
Που σ’ ένα ροδοπέταλο θα στάξει
Την απαραίτητη συρρίκνωση˙
Ποια, άλλωστε, πανιά καταλληλότερα
Της σωστής αναλογίας μεγεθών
Για το ταξίδι στου Ωραίου
Το απροσδιόριστο αγγειοβριθές;

5 Φεβ 2008

ΤΟ ΦΡΙΧΤΟ ΜΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙ

ΑΣ ΕΡΧΟΣΟΥΝ ΓΙΑ ΛΙΓΟ

Που να 'σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
που είμαι μόνος, μα τόσο μόνος
και που μαζί μου παίζουν κρυφτό
πότε η θλίψη και πότε ο πόνος

Που να 'σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
που με χτυπάει τ' άγριο τ' αγέρι
να 'ρθεις και μ' ένα φιλί καυτό
να με γεμίσεις με καλοκαίρι

Ας ερχόσουν για λίγο
μοναχά για ένα βράδυ
να γεμίσεις με φως
το φριχτό μου σκοτάδι
και στα δυο σου τα χέρια
να με σφίξεις ζεστά
ας ερχόσουν για λίγο
κι ας χανόσουν μετά

Που να 'σαι να 'ρθεις το βράδυ αυτό
σ' αυτούς τους δρόμους που σ' αγαπούνε
το ντουετάκι τους το γνωστό
τα βήματά μας να ξαναπούνε

Που να 'σαι να 'ρθεις το βράδυ αυτό
που 'γινε φύλλο ξερό η ελπίδα
να 'ρθεις κοντά μου να φυλαχτώ
από του πόνου την καταιγίδα

ΜΙΜΗΣ ΤΡΑΪΦΟΡΟΣ

AΔΙΑΦΟΡΙΑ ΑΝΑΠΟΔΗ ΣΦΙΧΤΗΣ ΑΓΚΑΛΙΑΣ

ΑΠΟΚΡΙΣΗ

Αρμέγω τα δόντια σου λωτούς
Απλανούς βλέμματος, της φωνής σου η ενοχή
Σταθερά κυματίζει
Εσύ
Που τον ύπνο της νυχτερίδας τόλμησες
Αδιαφορία ανάποδη σφικτής αγκαλιάς
Εσύ
Που γλίστρησες απ’ της απαγόρευσης το αθέατο μάτι
Μες στην κόρη της απαγορευμένης δοκιμής
Εσύ
Που το αίμα στα πόδια σου μου ’δειξες
Ποτάμι να σχίζει τη βροχή
Σιωπή του μήλου και του φιδιού
Ανάμεσα στους κόσμους
Εσύ
Που δώδεκα παρήγγειλες τριφύλλια της αμπέλου
Σ’ όλων των μηκύτων τρεις τους αύλειους χώρους
Και γέννησες ξανά την αντιβίωση
Τολμάς τώρα να μου θυμίζεις
Πως κανείς δε με περιμένει
Γιατί κανείς δε με περίμενε ποτέ;
Τολμάς στα σοβαρά να λες
Πως δε με θες;

4 Φεβ 2008

ΛΑΪΚΟΤΡΑΓΟΥΔΑ

Αφιερωμένο στο μένανδρο και το πέτρο το αβραμ.

ΒΕAGLE

Τυμπανισμένο το όργανο μύγες μαγνητίζει
Κι αν το τάισε ο Μανώλης μια χορδή
Δεν κατάφερε τίποτα
Όταν κάποτε στο διπλανό δωμάτιο
Απόβαση δρομολογεί εντάσεως αυξητικής
Εγώ ταξιδεύω ταξίδια υπερατλαντικά
Τριζόνια βλέπω άγρια του Αμαζονίου
Σαρκοφάγους τερμίτες στρατηγούς
Εντευκτήρια ανάδρομων γραμμών
Eξελικτικών
Φινιστρίνια στα διασκεδαστήρια
Πιάτων θυσιαστές
Φυστίκια στάσιμα του βένθους
Κινητικότατους χιμπατζίδες
Θυροξίνης υποεκκριτικούς, άτλαντες του trambuco
Μαϊμούδες μαμούθ και αζιμούθια
Προλογίζοντα την απώλεια των αισθήσεων
Αποσοβηθείσης δια οριακής χρήσης
Τορπίλης ωτασπιδικής
Γαρδένιας ανακυκλωμένης αλεξίσφαιρης
Γαζωμένης υπό πολυτελείας Singer
Μαυρομάνικης γόβας
Θεατής της πιο σκληρής κυνομαχίας
Θαυμάζω την πλαστικότητα του κρανίου μου
Πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί
Το ήπιον, άλλωστε, της σφοδρότατα εξώθερμης
Αντίδρασης της ζούγκλας και του εγκεφάλου μου;

ΣΤΟΥ ΚΟΧΥΛΙΟΥ ΕΓΚΑΙΡΩΣ ΤΟΝ ΗΘΜΟ

Προς την Ιδιωτεία

Όταν οι μέρες ονειδιστούν ικανές
Ώριμες τις μαζεύω στο τελάρο μου
Έτοιμος για του αναστεναγμού
Το απίθωμα στο φωταγωγό
Όπου η βαρύτητα απειρίζεται της πλάσης
Για να βουλιάξει η καταιγίδα
Στης ζωής τη σύμφυτη αναβόηση
Στο οξυγόνο που με δάκρυα ξεπλένεται
Από τα δηλητηριώδη των ανθρώπων
Σαπρόφρουτα της αιχμαλωσίας
Που ποτέ τους ευτυχώς δε θ’ απομυζήσουν
Το μεδούλι διαπνοής των στάσεων εκείνων
Ψυχών που έπεσαν μαζί με τη ντροπή
Στου κοχυλιού εγκαίρως τον ηθμό
Και ανέπεμψαν στην έξοδο ωραία εγκαρτέρηση
Ευγένεια των όσων προκαλούμενα σιωπούν
Και βασιλεύουν στο βασίλειο του σκότους

1 Φεβ 2008

ΚΥΣΤΙΚΕΡΚΟΣ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ

Ο άπειρος συσχετισμός της ευτυχίας
Με καθετί εμπεδωμένο
Προσφέρει κάτοπτρο κατάλληλο αλχημείας

Αν εναντιομερές το άπειρο της γλώσσας
Τότε η γλώσσα τίνος; Του νεύματος

Πόρισμα: ταύτιση απείρου νεύματος
Κυστίκερκος νοήματος στο στόμα

ΥΠΕΡΧΕΙΛΙΣΕΙΣ ΒΑΛΤΩΝ

Όταν στην πλάτη μου δεν είχα μέρες
Αυτό που έλειπε το έδινα στη γλώσσα μου
Βαθύ και κατακόκκινο να τους κατατροπώνει
Τους φονιάδες, τους ληστές, τα καθάρματα
Της νιότης μου
Φαρέτρας ποτιστήρι ακοίμητο το πάθος μου
Μισούσε τους επίορκους

Κάποτε τέντωσα το χέρι μου πίσω
Μα οι σαΐτες όλες σώθηκαν
Σε υπερχειλίσεις βάλτων

Γιατί αδάμας η κατεργασία χρόνου
Και των ανθρώπων άνθρακας

ΧΑΡΤΗΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Αναζητώ μια λογοκλοπή
Να σπάσει τη γη σε χίλια κομμάτια
Λέγοντας πως ένας είναι ο πραγματικός
Χάρτης: ο χρόνος- κι είναι οι ομοιότητες
Στο εδώ τερτίπια ενός τώρα με το εκεί
Γιατί όλα ένα είναι στο πριν
Και σ’ ένα θα καταλήξουν κάποτε μετά
Μακριά απ’ τις φωνές που εμπνεόμαστε
Και τις φωτογραφίες που φωλιάζουν
Τις ψυχές μας μ’ ένα χάδι στο χαρτί

Είναι βουβή και κλαίουσα η ευτυχία μας
Κι η αυτοσυνειδησία μας- το ξέρω

Κι αφού ελπίδα μέλλοντος δεν μπορεί
Να είναι η προσμονή της σιωπής
Αναζητώ με μανία κείνη τη λογοκλοπή
Που τη ζωή δένει παντού με την ύλη
Ιχνηλατώντας τη συμπεριφορά
Ως την κραυγή της σοφίας
Πολύ πέρα απ’ τα σύνορα
Του εκκλησιαστικού εγωισμού μας
Πίσω ακριβώς απ’ τις μπανάνες που ξεφλουδίζει

Ο μπαμπουΐνος

ΟΛΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΜΕ ΚΛΩΣΤΗ

Όταν οι μαθητές μου με ρωτούν περί ποιήσεως
Γνωρίζω πως στο βάθος θέλουν να ορίσουν
Αυτό που δένει όλα τα λόγια με κλωστή
Που δίδυμη πλέκει τη γλώσσα μέσα στη γλώσσα

φυλλομετρώντας την ταυτότητα ξέσκεπο αιμάτωμα
Στης στιγμής τα αλγόπνοα μυρρίδος σωθικά
Και κουβέρτα το τουρτούρισμα που ποτέ δεν κρυώνει

«Η λέξη παύει να σημαίνει», τους λέω
Άλλος είναι ο κάβουρας μες στις οσμές του χόρτου
Και άλλος επιστροφεύς στους ρώθωνες του ρυθμού
Μ’ αναπαλμούς τις στίλβουσες δαγκάνες μετουσίωσης

Λάβετε τη λέξη βάνδαλος μεσ’ απ’ το πουγγί
Να δείτε πώς χαίρονται οι φθόγγοι σιωπηρά
Την ύπαρξή τους σε κεφάλι ποιητή

Βανδ- από το θέμα της τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Βορράς Ανατολή Νότος
Δύση της γλώσσας μέσα στην ποίηση
Κι ύστερα το θέμα της κοιλάδα της Γαλλίας
Βανδάλ- του Διαφωτισμού
Και του Ναπολέοντα που ιππεύει
Άλλος σε μιαν άλλη εξορία κατάληξης
Της πρώτης σου απομεινάρι κι αγαπημένης λήψης

Όσο για το δεύτερο λάμδα
Η ποίηση το δανείζεται
Από το φως του στίχου

Ο,ΤΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΣΤΡΩΝΕΙ Η ΑΝΑΒΡΟΧΙΑ

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΝΤΥΘΗΚΕ ΕΛΛΗΝΑΣ ΣΕΡΦΕΡ

Μεμιάς να δοκιμάσεις των τεράτων
μπορείς με την υπομονή του όνου
σα θραύσμα απ’ τα φράγματα του Μόρνου
θρηνείς χροιές αλλοτινών σταράτων.

Στο πράσινο δωμάτιο της ελπίδας
μαραίνονται οι στοιβάδες του χιονιά
ό,τι το χιόνι στρώνει η αναβροχιά
λασκάρει η υποδοχή της βίδας.

Ελεύθερη περιστροφή της σκέψης
γύρω απ’ το χρυσό που φτύνει ο Μίδας
παραγκωνιστής ολέθριας έξης.

Και να σου διάφανοι οι άνθρωποί μας
στο στόμα ένα καρότο παρωπίδας
στις γειτονιές χαθήκαν οι εχθροί μας.

H KOYΡΑΣΗ ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΠΡΗΝΗΣ

{ΠΑΛΑΙΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑ}

ΙΙ.

Στον Νίκο Μπλαζουδάκη

Επίτηδες τα δάχτυλά σου μάτωσες στον Κάλβο
Η κούραση αφιερώνεται πρηνής
Σε ποιαν ωδή πού να θυμάται ο ποιητής
Μα τη θυμούνται τα βοτάνια της φωνής σου

Εμβόλιμη μονοτυπία στο χωράφι σου
Στα κληματόφυλλα παρήγγειλες κρασί
Ήθελες μια γουλιά σταφύλι να ξυρίζει
Τις καταλήξεις απ’ το ποίημα εναργείς
Με βαριοπούλες από βαρείες εποχής
Σβέλτες, στου τυπογραφείου τη βραχνάδα

Και πώς ο μούστος να μη γιάνει την πληγή
Σαράντα χρόνια στο λαιμό σου ζηλωτής
Βαρέλια δε χωράει η ζύμωσή σου