31 Ιαν 2008

26.07.2007

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ

Kανείς δε ρώτησε ποτέ «ποιος θα ξυπνήσω χθες» ή
«Σάρκα ποιος ξεκόλλησε πουκάμισο του ονόματός του»
Αλλά σκεφτείτε το
Μόνο σε χείλη παραφρόνων θα μπορούσε να φυτρώσει
Τέτοια φράση
Αλλά σκεφτείτε το
Κανένας στίχος δεν αρμόζει ως ομιλία καμιά έμπνευση
Δε στέκει ως έκφραση της έμπνευσης.
Ω καταχθόνιε
Μηχανισμέ της σύνταξης που μας συντάσσεις
Νυχθημερόν σε ασκήσεις επί χάρτου, τι έγινε
Τόσες πληγές μελάνης που άνοιξες, τι έγινε

Και αλώβητος ελαύνει ο εχθρός;

ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ

30 Ιαν 2008

CRADLE OF LOVE

ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΟΣ

Ξυπνώ ποθώντας τον ευλογημένο στίχο,
σπάσαν τα νεύρα μου να κυνηγώ τη ρίμα˙
σκληρό να παίρνω σβάρνα κάθε οικείο μου μνήμα,
να κλέβω τους νεκρούς, να τους αλλάζω σ’ ήχο.

Πόσο ευσυνείδητος! Αν κι άρρωστος (και βήχω),
μετρώ λογάριθμους και τονική στο ποίημα˙
ζυγίζω στο, ποτέ βραχέα, μακρά στο, κρίμα˙
ανισοσυλλαβίες παλεύουν ν’ αποτύχω.

Μα θα φκιαχτή το γαμημένο το σονέτο˙
κι ανταμοιβή μου η αθανασία κι ένα μπουκέτο
ευώδεις κρίνοι, από τα χέρια της Καλής μου.

Μετά θ’ αναπαυθώ στους θείους ασφοδελώνες
μ' όλους τους μείζονας ποιητές˙ κι οι Παταγόνες
θα προσκυνούν τα ελληνικά της ποιητικής μου.

ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ

RAGE AGAINST THE DYING OF THE LIGHT


ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ

Μην πας σιγά στο βράδυ το καλό...

Μην πας σιγά στο βράδυ το καλό,
πρέπει να ουρλιάζουν και να καίνε αποβραδίς τα γερατειά·
αντιστάσου, αντιστάσου στου φωτός τον τελειωμό.

Αν και το ξέρουν οι σοφοί πως το σκοτάδι είναι σωστό,
γιατί άνοιξαν οι λέξεις τους και λάμψη πουθενά,
δεν πάνε αυτοί σιγά στο βράδυ το καλό.

Αποχωρώντας οι καλοί, θρηνούν για το χορό
που θ’ άστραφτε η συστολή σε μια ζεστή αγκαλιά.
Αντιστέκονται κι αυτοί στου φωτός τον τελειωμό.

Για ένα τραγούδι οι ατίθασοι, χτυπούν τον ήλιο στο φτερό
και το τραγούδι κάποτε θρήνος του ήλιου καταντά,
όμως δεν πάνε αυτοί σιγά στο βράδυ το καλό.

Οι σοβαροί, σχεδόν τυφλοί, στο τέλος βλέπουν φωτεινό
κι ολόχαρο μετέωρο να καίει τα μάτια τα τυφλά
κι αντιστέκονται κι αυτοί στου φωτός τον τελειωμό.

Κι εσύ, πατέρα μου, εκεί, στης θλίψης το βουνό,
σ’ εκλιπαρώ, κατάρα, ευχή τα δάκρυα σου τα σκληρά,
μην πας σιγά στο βράδυ το καλό.
Αντιστάσου, αντιστάσου στου φωτός τον τελειωμό.


[ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Γιώργος Μπλάνας]

VANILLA FUDGE

Συ που τα κεραμίδια βαστάς ξεκάρφωτα
Συ που ακάλυπτες μοιράζεις επιταγές συνέχειας
Συ που τ’ αδέλφια βαφτίζεις μωχ
Και ψεκάζεις τις περιστάσεις μ’ ασημόσκονη
Το παντεσπάνι της βράβευσής σου ορίζεις διαχρονικό
Σχεδόν αόρατη
Σαρκομερίδια κυβερνούν πολιτείες
Σοπράνο ανθυποσιγοντάρουν
Καθώς grand βαφτίζεται einmal
Σ’ όλων των vielleicht τις ύπτιες
Διαστάσεις του αφρού
Ίσως η λυσοζύμη
Απ’ τους οδόντες μου αποφυλακιστεί
Όταν μονοδρόμους πάψω
Με άκακο νερό να να φτύνω
Μ’ ακόμη κι αν αποτύχω
Ως ιερή θυμήσου τούτη την επίκληση
Στείλε σαν έρθει η ώρα μου τους τυμβωρύχους
Την ήττα του ποιήματος
Ν’ αναζητήσουν στο συκώτι μου
Μαζί με τ’ αποφάγια του λόγου
Η εύρεση δε θα δυσκολέψει
Χάρη στης παλαιής του μοιρασιάς
Κυρώσεων γραφικών
Κυπέλλων ανεμόμυλων
Αχαλίνωτης αποδιαφοροποίησης
Οστών λοβού επικίνδυνου
Γούστου καρκινικού

Γενικές της ανθρωπιάς λόγοι ιδανικές
Σποριοβλάστες τραγουδούν
Στο σήμερον κρεμάται επί ξύλου
Ακόμη μια φορά φορμόλης
Έτσι
Για την τάξη

29 Ιαν 2008

BREATHING SADNESS ALL AROUND

TURNING ROUND

Flying, I thought I'd never learn that flying,
I thought I'd spend my whole life trying,
For flying is that ancient art of keeping one foot on the ground.

Lying, I thought I'd never keep from lying,
I thought I'd lose it all by sighing,
For lying is that ancient art of hiding words that will never be found.

Crying, I thought I'd never stop that crying,
I thought I'd always dream of dying,
For crying is that ancient art of weeping rivers into the ground.

Oh dying, I thought I'd never see that dying,
I thought I'd spend my whole life flying,
For dying is that ancient art of keeping one world turning round.

Sighing, I thought I'd never keep from sighing,
I thought I'd always be there crying,
For sighing is that ancient art of breathing sadness all around.

And trying, I thought I'd spend my seasons trying,
I thought I could stop myself from lying,
For trying is that ancient art of proving that the world is round.

Oh flying, oh oh, lying, oh oh, crying, oh oh, sighing, oh oh,
Trying, oh oh and dying, oh oh,
For dying it that ancient art of growing flowers in the ground.

Yes it is...

CHRIS DE BURGH

A MAN OF GOOD FAITH

ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ

Λένε πως η μανούλα του φευγάτου
δεν έκλαψε ποτέ της ούτε σταλιά
καμάρωνέ τον μονάχα με φιλιά
του μάθαινε τις τεχνικές του γάτου.

«Μια μέρα», της μηνύσαν τα ζαρκάδια
«οι λέοντες εμπόδια θα στήσουν
τα χνάρια τους στο χώμα θα σκαλίσουν
ποτάμια να διασχίζουν τα λαγκάδια».

Μα εκείνη δεν επίστεψε στα λόγια
σάμπως να της φανήκαν τούτα άδεια
θυμήθηκάν τα όμως τα ρολόγια

σαν λιποτάκτης πίσω της πεισμώνει
δε θέλει να πηδά με τα κοπάδια
κι αν τύχει κι είναι γιος της;-βαλαντώνει.

28 Ιαν 2008

KISS FROM A ROSE

ΓΙΑΤΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ;

Γιατί η θάλασσα δεν ανέχεται τα κουνούπια;

Προτιμώ να μην το μάθω με ακρίβεια

Και να βλέπω τα κουνούπια σαν κάτι βρώμικο

Σαν μια σκουριά

Που δεν αρμόζει στη θάλασσα

Αν θέλουμε στη θάλασσα να κολυμπήσουμε

Και όχι στο νερό του ποταμού

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

THE VENGEANCE OF THE LAW

TICKING

An extremely quiet child they called you in your school reports
He's always taken interest in the subjects that he's taught
So what was it that brought the squad car screaming up your drive
To notify your parents of the manner in which you died

At St. Patricks every Sunday, Father Fletcher heard your sins
Oh, he's unconcerned with competition, he never cares to win
But blood stained a young hand that never held a gun
And his parents never thought of him as their troubled son

Now you'll never get to Heaven, Mama said
Remember Mama said
Ticking, ticking
Grow up straight and true blue
Run along to bed
Hear it, hear it, ticking, ticking

They had you holed up in a downtown bar screaming for a priest
Some gook said “His brain's just snapped” then someone called the police
You'd knifed a Negro waiter who had tried to calm you down
Oh you'd pulled a gun and told them all to lay still on the ground

Promising to hurt no one, providing they were still
A young man tried to make a break, with tear-filled eyes you killed
That gun butt felt so smooth and warm cradled in your palm
Oh your childhood cried out in your head, they mean to do you harm

Don't ever ride on the devil's knee, Mama said
Remember mama said
Ticking, ticking

Pay your penence well, my child
Fear where angels tread
Hear it, hear it, ticking, ticking

Within an hour the news had reached the media machine
A male caucasian with a gun had gone berserk in Queens
The area had been sealed off, the kids sent home from school
Fourteen people lying dead in a bar they called the Kicking Mule

Oh they pleaded to your sanity for the sake of those inside
Throw out your gun, walk out slow, just keep your hands held high
But they pumped you full of rifle shells as you stepped out the door
Oh you danced in death like a marionette on the vengeance of the law

You've slept too long in silence, Mama said
Remember Mama said
Ticking, ticking

Crazy boy, you'll only wind up with strange notions in your head

Hear it, hear it, ticking, ticking

BERNIE TAUPIN

27 Ιαν 2008

SUGAR BUTTERFLY

ΠΟΙΗΣΕΩΣ ΣΤΙΞΗ

Εισαγωγικά χειροκροτάς για εγκλεισμό
Ιπτάμενων πεταλίδων και αριστοτελικών λύχνων
Συμμετρίας πεντακτινωτής και ευγεύστου γονάδος
Ωμής
Άνω τελεία χωματίζεις ποικιλόχρωμα
Την ανάσα σ’ επιτήδευση μεγαλείου
Άκανθες φυτεύεις σε φαλακρό κεφάλι
Κόμμα ναι για του βαγονιού την άνοδο
Σ’ όλων των εμπνεύσεων τα εξάρσιμα ουρλιαχτά
Ερωτηματικά σιαμαία ύπαρξης
Δίχως αυτά προπίθηκος
Τάρσιος της λογοτεχνίας αναίτιος
Παύλες σαφώς για κλασσικού μπαλέτου ποικιλία
Παρενθέσεις ασφαλώς
Για τα παραλειπόμενα ευκόλως εννοούμενα
Και του κρετινισμού την επιτηδευμένη επιτήδευση
Όσο για τις τελείες
Άσε τες φιλάριες να διογκώνουν
Τους ταρσούς των δομιστών
Των επαϊόντων της παραγραφοποίησης
Και του κατακερματισμού του ουσιώδους
Σε πείσμα της τέμνουσας νοήμονος κύκλου
Άσε τους στίχους να βόσκουν ελεύθεροι
Σ’ όλες τις μεσοτοιχίες της αθηροσκλήρωσης
Εμού της διάγνωσης συμπάτριων ειδών
Υμών

26 Ιαν 2008

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΥ ΜΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΩΡΑΙΟΤΕΡΗ

Ι

Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός

Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.


II

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική

Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από τους καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.


III

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.


IV

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ'ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει

Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.


V

Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι

Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά

Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης

Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια

Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.


VI

Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά της θάλασσας

Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί

Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!

Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς τον Παράδεισο!


VII

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.
OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

ONE AND ONE AND ONE IS THREE

Έτσι ως σκακιστής των λέξεων συνωμοτικός
Φυλάττω σε νυκτός δοχείο φίλτρο διαβασμένο
Μα μόνο μια ιέρεια του ύψους της πρόθεσής μου
Μπορεί και αφαιρεί της φίμωσης το φελλό
Δίνοντας τέλος στο πιπίλισμα που αναίσχυντο εξοντώνει
Οίνο αρίστης εσοδείας και ωρίμανσης

Χαμένος σ’ ένα γλυπτό του Braque ατμοποιούμαι
Όπου λιμάνια εκείνη κατάρτια εγώ
Κι είναι σύμβαση αυτή αιωνιότητας
Με επαλείψεις του ζωμού στα ματοτσίνορά μου
Που στάζει από τις βρύσες θάλασσες
Κληρονομιές για όταν θα τα κλείσω
Ταξιδιών

Η ενθάρρυνσή της αναστομώνεται πυρετώδης
Κρύπτες γίνονται τα λόγια μες στα τριαντάφυλλα
Και τα αγκάθια πνεύματα ουσίες επιτονίζουν
Άλλο το άρωμα ζερβά αν θες γευθείς
Άλλη η γεύση αν δεξιά μυρίσεις
Την απορρόφηση στο γυαλί εμβρυουλκού καθρέφτη
Που στα σπάργανα μοιράζει γενναιόδωρος
Της γνώσης το εξίδρωμα για λίγους:

Όσο και ν’ αρμενίσω
Το κύμα που ατέρμονο στα χείλη αποζητώ
Είν’ ο ατμός της κάστας μου
Που σε μια γύμνια εκδέρω
Ό,τι δεν είναι σώμα απορρίπτοντας

25 Ιαν 2008

AΜΦΙΔΕΞΙΟΣ

Μια χούφτα σύννεφα διεκδικούν τα δάχτυλα του ανδρός
Μα ο ποιητής είναι αμφιδέξιος
Αυτό που οι άλλοι με το ένα χέρι πιάνουν
Εκείνος το αρπάζει με τη γλώσσα του
Γιατί των αμφιδέξιων τα χέρια
Είναι πάντοτε κατειλημμένα από ουρανούς
Κι έτσι ακίνητα αρέσκονται καταντικρύ του θαύματος
Της βελόνας που αιώνια μεταγγίζει˙
Οι άλλοι-βέβαια-καρφίτσα τη νομίζουν
Γιατί της μεταγγίσεως το σώμα
Αδύνατον είναι να φανεί στους αυτόματους
Η βρώση, άλλωστε, σάρκας ως αποκλειστική
Μονάχα τους κυνόδοντες μπορεί
Και ξύπνιους τους κρατά
Άθελά τους να προσεύχονται για αίμα

Ώσπου το αίμα πια γεύση δεν έχει

Μόνον οσμή: μυρίζει ο μωρός
Τις στάλες της μετάγγισης
Μιας καρφίτσας που βελόνα στο βάθος είναι
Και νέφη αδειάζει Εύας στη γλώσσα του ποιητή
Τόσα που σχήμα ν’ αλλάζει ο πηλός
Μέσα στο ένα και αυτό υπερβατό του σχήμα

Και ευφραίνεται

Μόνον οσμή: μυρίζει o μωρός
Τις στάλες της μετάγγισης
Μιας καρφίτσας που βελόνα στο βάθος είναι
Και νέφη αδειάζει Εύας στη γλώσσα του ποιητή
Τόσα που σχήμα ν’ αλλάζει ο πηλός
Μέσα στο ένα και αυτό υπερβατό του σχήμα

Της ποίησης

Γιατί είναι αυτό το στήθος που αιώνια ξιφουλκεί
Ό,τι δεν είναι αίσθηση εκτός ξιφολαβής
Αφού η μάχη κάπου πρέπει να κερδίζεται

24 Ιαν 2008

ΟΤΑΝ ΠΙΕΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΠΟΝΟ ΤΟ ΜΕΣΑ

Παραγγελιά Εδώδιμου Αποικιακού

ΛΕΕΙ Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ



And your absence teaches
me what art could not
Daniel Weissbort


Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα,
ένα γραφτό άρχιζα, κι έσβηνα
κάτω απ’ το βάρος της λέξης
γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση
όταν πιέζετ’ από πόνο το μέσα.
Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου
–απουσία από τη ζωή –
κλάματα βγαίνουν στο χαρτί
κι η φυσική οδύνη του σώματος
που στερείται.

Σβήνω, σχίζω, πνίγω
τις ζωντανές κραυγές
«πού είσαι έλα σε περιμένω
ετούτη η άνοιξη δεν είναι σαν τις άλλες»
και ξαναρχίζω το πρωί
με νέα πουλιά και λευκά σεντόνια
να στεγνώνουν στον ήλιο.
Δε θα ’σαι ποτέ εδώ
με το λάστιχο να ποτίζεις τα λουλούδια
να στάζουν τα παλιά ταβάνια
φορτωμένα βροχή
και να ’χει διαλυθεί η δική μου
μες στη δική σου προσωπικότητα
ήσυχα, φθινοπωρινά...
Η εκλεκτή καρδιά σου
– εκλεκτή γιατί τη διάλεξα –
θα ’ναι πάντα αλλού
κι εγώ με λέξεις θα κόβω
τις κλωστές που με δένουν
με τον συγκεκριμένο άντρα
που νοσταλγώ
όσο να γίνει σύμβολο Νοσταλγίας ο Οδυσσέας
και ν’ αρμενίζει τις θάλασσες
στου καθενός το νου.
Σε λησμονώ με πάθος
κάθε μέρα
για να πλυθείς από τις αμαρτίες
της γλύκας και της μυρουδιάς
κι ολοκάθαρος πια
να μπεις στην αθανασία.
Είναι σκληρή δουλειά κι άχαρη.
Μόνη μου πληρωμή αν καταλάβω
στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία
τι απουσία
ή πώς λειτουργεί το εγώ
στην τόσην ερημιά, στον τόσο χρόνο
πώς δεν σταματάει με τίποτα το αύριο
το σώμα όλο ξαναφτιάχνει τον εαυτό του
σηκώνεται και πέφτει στο κρεβάτι
σαν να το πελεκάνε
πότε άρρωστο και πότε ερωτευμένο
ελπίζοντας
πως ό,τι χάνει σε αφή
κερδίζει σε ουσία.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

ΤΟ ΦΥΛΛΟΚΑΡΔΙ ΜΟΥ ΤΩΝ ΑΣΜΑΤΩΝ

ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΡΑΤΣΑ ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΥ

Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς˙
κ’ ύστερα καλή μ’ αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ’ τα εννιά σχοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις˙ φτύσ’ τους.

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Παραγγελιά Pipes

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Μου λες κουράστηκες, δε θες να περιμένεις
Είκοσι χρόνια το ίδιο φόρεμα να υφαίνεις
Και γω που γύρισα τον κόσμο δίχως χάρτη
Άκου τι έμαθα δεμένος στο κατάρτι

Όλους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι
Μα όσοι ταξίδεψαν ζηλεύουν την Ιθάκη

Σε σένα πάντα θα γυρνώ κι αν δε σου φτάνει
Καράβι γίνε να γενώ εγώ λιμάνι
Να δούμε μάτια μου στο τέλος ποιος θ’ αντέξει
Και ποιος καλύτερα το ρόλο του θα παίξει

Όλους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι
Μα όσοι ταξίδεψαν ζηλεύουν την Ιθάκη

Κι όσα δεν έγιναν μην τρέχεις να προλάβεις
Αφού δεν μπόρεσες ποτέ να καταλάβεις
Πως είσαι πάντα απ’ την αρχή μέχρι το τέλος
Εσύ η ασπίδα μου, το τόξο και το βέλος

MIΛΤΟΣ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ

23 Ιαν 2008

AΠ' ΤΑ ΓΟΝΑΤΑ ΚΟΜΜΕΝΟ

ΒΥΘΙΣΜΕΝΕΣ ΑΓΚΥΡΕΣ

Θα κατεβάσω απ' το ταβάνι σου τα αστέρια
κι όλο τον κόσμο σου θ' αφήσω χτυπημένο
ξέρω στα λόγια μου ακονίζονται μαχαίρια
νοιώθω να σφίγγουν την ζωή μου κρύα χέρια
και με το θάρρος μου απ' τα γόνατα κομμένο.

Όμως απόψε πρέπει να τα καταφέρω
δεν έχω δύναμη τα πόδια μου να πάρω
μακάρι να 'τανε κάπως αλλιώς δεν ξέρω
μακάρι να 'τανε και πάλι να σε θέλω
και να σου πω: "σήκω μαζί μου θα σε πάρω".

Δεν ξέρω ποιον παλεύω να νικήσω
φτάνω στην πόρτα και ζυγίζω την ζωή μου
νοιώθω τα μάτια σου να με τραβάνε πίσω
να μ' αγαπάνε δυο φορές για να γυρίσω
σα βυθισμένες άγκυρες επάνω στο κορμί μου.

Βγαίνω στο δρόμο και σκουπίζω τα αίματά σου
κι όσα σου είπα δεν μπορώ να τα πιστέψω
"να μην ξεχάσεις να πιαστείς απ' τα όνειρά σου"
"να μην φοβάσαι η ζωή είναι μπροστά σου"
πόσες βλακείες είπα για να ξεμπερδέψω.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

FOOLS AGAIN

ΠΟΙΗΣΗ

Σαν τα δαχτυλικά του αποτυπώματα
η ποίηση του καθενός˙
μικρή ή μεγάλη, αδιάφορο
ολότελα δική του.
Φτιαγμένη από το αίμα του
φτιαγμένη απ’ την αγρύπνια
χρόνια δουλεύει μυστικά στα σπλάχνα του
παραμονεύει στην αφή του.

ΑΜΑΛΙΑ ΤΣΑΚΝΙΑ

22 Ιαν 2008

HOLY DIVER

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

Σαν τα παράθυρα που τα χτυπώ κατάμουτρα στην αθανασία
είναι τα λόγια μου έτσι ιδανικά στη λύπη και στη μόνωσή τους
είναι τα λόγια μέσα μου σαν μια πομπή τυφλών ανθρακωρύχων

Η κρύπτη του ύπνου ελευθερώνει λίγα φωτεινά κι αδέσποτα
μετέωρα μες στα στερεώματα. Τα μεταλλεία εφέτος
είναι σκληρά σαν πέτρες για τα θηλυκά μας δάχτυλα
τα δάχτυλά μας μακρινά προγονικά συμβόλαια

Πώς να ξεριζώσω απ’ τα πλευρά μου απ’ τις θανάσιμες
πληγές σας απ’ τις λίμνες με τους άσπρους κύκνους
τα δάχτυλά μου μακρινά προγονικά συμβόλαια;

Κλείσατε τ’ άστρα σε σοφά συρματοπλέγματα
κλείσατε τις ψυχές σας σ’ άθλια σανατόρια
και συναλλάζεστε τις έννοιες σαν εμπόρευμα

Μα εγώ βουτώ μες στη φωτιά και υψώνω αντίκρυ σας
τα δάχτυλά μου κηροπήγια του θανάτου σας
γι’ αυτό με βλέπετε με βήματα αλλοπρόσαλλα
να δρασκελίζω τις πλατείες με τα μεγάφωνα
τους σαλτιμπάγκους της στοάς και μες στο βλέμμα τους
ένα ηλιοτρόπι που γελά. Γι’ αυτό με βλέπετε
πάνω απ’ τους ύπνους σας να κλείνω τα παράθυρα
κατάμουτρα στην ηθική των ήλιων. Ποιος θα βάλει
πριν πέσει η νύχτα σε μια τάξη αυτές τις ετοιμόρροπες
φωνές των μάταιων ημερών μας;
Κατεβαίνω τώρα
σε μεταλλεία κρυφά και τ’ ανεβάζω σαν τετράγωνα
γέλια στις πλατείες μου ώριμα. Θα τα λυτρώσω, ω άνθρωποι
ή θα με θάψει ο σκοτεινός όγκος του Ωραίου; Ολόγυρα
με τους αγκώνες των βουνών σ’ αρχαίες κοιλάδες
-λίκνα μεγάλα της βροχής και της φτωχολογιάς-
τώρα ανεβαίνω κυκλωμένος μ’ αλαφρές φτερούγες
φτερούγες μέσα μου πλωτές
Θα σας λυτρώσω ω άνθρωποι
ή θα με θάψει ο σκοτεινός όγκος του ωραίου; Καμπάνες
σαν γλώσσες τρομερές ακούγονται από πέρα- να’ ναι
τάχα αναστάσιμες ή πένθιμες δεν ξέρω. Ξέρω
πως η άθλησή μου ανοίγει σαν κλουβιά τα στήθη σας
κι όλο ανεβαίνω κυκλωμένος μ’ αδερφές φτερούγες

Φτερούγες γράμματα ανοιχτά της γης που μ’ έχασε
φτερούγες μακρινές θωπείες της γης που θα ’βρω

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ

21 Ιαν 2008

EACH DAY UNTIL THREE

ΓΡΑΜΜΑ

Για κάθε λέξη που σου γράφω νιώθω
Είναι ποτάμι που σχίζεται
Σε νέα ποτάμια με ξένα ετερόστροφα νερά.
Για κάθε λέξη που σου γράφω
Πρέπει κι άλλο να γράψω
Να στήσω αδιάρρηκτα φράγματα

Μα αυτό που γράφω τελικά
Είναι και άλλα ποτάμια
Που απαιτούνε νέα φράγματα
Κι απελπίζομαι δεσμοφύλακας
Και δέσμιος του παραλογισμού μου

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

20 Ιαν 2008

ΓΥΡΝΑ ΠΑΛΙ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ

Γιατί λες τα μεσημέρια μας να λύγισαν
σαν από παράλογες αξιώσεις του ήλιου.

Ήταν και δεν ήταν το σώμα μας αυτό
που θεωρήσαμε υπαίτιο για μια τέτοια στάση.

Καθώς καρφώναμε στα πλευρά μας
την ιδέα ενός πλοίου που θα μας ταξίδευε
φαίνεται πως κόπηκε η ανάσα μας.

Ήταν το επερχόμενο φέγγος
απ΄τη σελήνη που γέμιζε το φως της
πάνω στα ασημένια μάγουλά μας
στο αργυρόχρωο μέτωπό μας
έτσι καθώς έβλεπε ο ένας τον άλλον
σε μια σπάνια περιοχή
ενός μικρού, σχεδόν αφανούς
εξομολογητηρίου της νύχτας.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΚΕΡΑΝΗΣ

19 Ιαν 2008

ΕΠΗΓΑ

Δεν εδεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα κ' επήγα.

Στες απολαύσεις, που μισό πραγματικές,

μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν,

επήγα μες στη φωτισμένη νύχτα.

Κ' ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς

που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

MADE TO MAKE YOU BLUE

Κορίτσι με το φρέσκο φόρεμά σου
διάφανη δόξα του λεπτού γαλάζιου
κορίτσι της ξανθιάς δροσοβροχής
που κυνηγάς τους κάλυκες του ανέμου

Κορίτσι που ονειρεύομαι ψιλό μετάξι του ύπνου
ψίθυρος εαρινός σε φεγγαρίσιους κλώνους
κορίτσι του γυμνού νερού που ο κύκνος σπάζει τα φτερά του

σκληρό σαν τους μικρούς μαστούς σου κρύο σαν την καρδιά σου

Γ. Ξ. ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ

18 Ιαν 2008

ΦΡΕΣΚΑΔΟΥΡΑ

ΛΑΤΡΑ

Λάτρα στο πλυσταριό
Απέναντι.
Αφροδισιακή γυμνή γυναίκα
Σκάβει τη σκάφη,
Στην αλισίβα στύβει,
Ζυμώνει οργιαστικά σεντόνια
Της περασμένης νύχτας.

Ήλιε μού στέλνεις
Καταυγαστική μπουγάδα.
Και κείνο το σαπούνι!
Εφηβικός αυνανισμός η ευωδιά του
Ως το μπαλκόνι μου σκαρφάλωσε.
Ε ρε φρεσκαδούρα! σκάει το καύμα
Μου σπάει τα ρουθούνια.

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ

16 Ιαν 2008

ENTANGLED

ΥΠΟΓΡΑΜΜΙΣΕΙΣ


“When you have not forgiven someone,
it is almost as if you are carrying
that person on your back-which is
a very heavy load. And once you forgive
them, you release them”
ROBIN SHARMA


Κυκλοφορεί η φήμη πως σαν γκρεμιστεί
Του χελιδονιού η φωλιά
Εκείνο χτίζει σ’ άλλο κλωνάρι σπίτι
Μα στην πραγματικότητα πεθαίνει από μαράζι

Οι μέλισσες συμπεριφέρονται αλλιώς
Σαν καταστραφεί η φωλιά τους
Βγαίνουν θυμωμένες έξω απ’ το μελίσσι
Και πεθαίνουν απ’ το τσίμπημα
Μαζί με τον εχθρό τους
Και το μίσος τους

Εκτός κι αν είναι άδειο το μελίσσι
Όταν χτυπήσει ο εχθρός
Τότε οι μέλισσες χτίζουν σ’ άλλο μελίσσι μνήμη
Και δε μισούν, μόνο θυμούνται και περιμένουν
Προληπτικά ύποπτα βήματα

ME ΤΙ ΠΑΕΙ ΤΟ ΣΙΝΣΙΝΑΤΙ;

Aν αναρτούσα ένα ποίημα του Γιώργου Κεντρωτή, θα ήταν το εμπνευσμένο από το «Έχει κι φτωχός πουλί» του Οδυσσέα Ελύτη. Δεν το διαθέτω, όμως. Παραθέτω, συνεπώς, έτερο συμπαθές μου. Συνοδεύω με Little Wing- ένα κομμάτι του Hendrix που ήξερε να παίζει καλύτερα ο Clapton.

Έρημες ρίμες

Το γουώκυ-τώκυ πάει καλά στο Μιλγουώκυ,
το δε γινάτι γάντι με το Σινσινάτι.
Κάνα καφέ-αμάν στο Αμμάν και στη Βαγδάτη
να βρει ορεγότανε, ήλπιζε πολύ κι ευδόκει.

πλην ηύρε εκεί τον έτερό του Καππαδόκη,
και δη αδοκήτως. Είχαν φάει ψωμί κι αλάτι
(στο Γουελβερχάμπτον, στο Φορλί, στην Αρελάτη)
ο ποιητής με τον Μισέλ τον Καλαμβόκη

τους στίχους ξεψαχνίζοντας να βγάλουν ρίμες
μαγκιόρες (:στην Ντολόρες απαντούν τα mores
στον έμπορα τα tempora). Πλην γρηγορεί μες

στις λόχμες του Λοχνές το τέρας με τις ώρες:
ολίγωρα στιχάκια οπού ριμάρουν χάλια
με του Στραβίνσκυ μια τριζάτη πασσαγκάλια.

15 Ιαν 2008

TO AKAΡΙ

“…Kαι αμέσως, με την ίδια παράφρονα σιγουριά που είχα αποκλείσει να είναι ένα αθώο λάθος το πέρασμα εκείνου του χεριού από το πρόσωπό μου, με την ίδια παρανοϊκή βεβαιότητα απέκλεισα η εξαφάνιση του λεπτοδείκτη να οφείλεται σε απλή ζημιά, προφανώς από κάποια πτώση του ρολογιού που αποσιωπήθηκε...”
KIKH ΔΗΜΟΥΛΑ

“...Διαβάζουμε ποίηση υστερόβουλα...”
XAΡΙΛΑΟΣ

ΘΕΣΗ

Σοφού του γέροντος ανάγνωσμα
Μες στου υγρού εργαστηρίου τη δόξα
Γνήσια αντισφαίριση οι ανθρωποσότητες στους κροτάφους
Προ του ύπνου γδέρνουν οσμές βυρσοδεψείου
Παρά παλιμιλάς
Ύφανε εσύ τον ιστό σου υστερόβουλα
Παγίδευσε ταλαίπωρες τις λέξεις δανεισμένες
Μήπως και φτιάξουν ποιήματα επώνυμες
Μες στης αδίστακτης αράχνης τον ιστό
Σαν έρθει, όμως, το άκαρι περήφανο
Νωχελικά την πλέξη θ’ αποϊστώσει
Θα πέσουν οι λέξεις-θύματα ανώνυμες
-γιατί το άκαρι στερείται
του ταλάντου της αράχνης-
Μες στου ακάρεως τον άχρηστο
ποιητικής μαστό
Εκεί
Το νεύμα που αποσιωπήθηκε
Εξ ανυπάρκτου λεπτοδείκτη

Θα θρέφει κακομοίρη της αράχνης
Εσαιεί τον αδίστακτο ιστό

14 Ιαν 2008

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

"Στην εκπομπή Συναντήσεις του Λευτέρη Παπαδόπουλου προσκαλούνται μόνον σπουδαίοι". Δεν ξέρω αν η πρόταση αυτή είναι σωστή. Η ακόλουθη, πάντως, είναι σίγουρα σωστή: "Στην εκπομπή του Λευτέρη Παπαδόπουλου Συναντήσεις προσκαλούνται μόνον διάσημοι". Στις συναυλίες των διασήμων, οι άνθρωποι στoιβάζονται να τραγουδήσουν, να χειροκροτήσουν και να κλάψουν. Όταν, καμιά φορά, συλλογίζομαι την οφειλή του υπερκείμενου στους στοιβαγμένους, καμιά τέχνη δε μου μοιάζει αρκετή για την επιβεβλημένη ανταπόδοση. Ποιο ποίημα, ποιο τραγούδι, ποιο άγαλμα, ποιο φιλμ, ποιος πίνακας μπορεί, στ' αλήθεια, να αμείψει τους στoιβαγμένους; Κανένα. Όταν, λοιπόν, δεν μπορείς να αποπληρώσεις τον δανειστή σου, τι πρέπει αντ' αυτού να πράξεις; Στα χείλη του, ελαχίστως, οφείλεις να στάξεις μια σταγόνα σεβασμού. Στην εκπομπή του Λευτέρη Παπαδόπουλου Συναντήσεις προσκλήθηκε προσφάτως ο αοιδός Μιχάλης Χατζηγιάννης. Παρακολουθώντας τη συνάντηση αδιάφορα, άκουσα κάποια στιγμή τον αοιδό να λέει πως συχνά τον επισκέπτονται άνθρωποι στο καμαρίνι του, να του πουν τι τους αρέσει και τι όχι. "Τολμάνε;", ρώτησε με στόμφο ο Λευτέρης Παπαδόπουλος- φαίνεται θέλει τόλμη το γούστο στoιβαγμένου. Δεν κατάφερα να ακούσω την απόκριση του αοιδού, τον οποίον εκτιμώ βαθύτατα για την έκπληξη που μου προκαλεί η αναντιστοιχία του φωνητικού του βάθους και της σωματικής του διάπλασης. Τον είδα, όμως, τόσο καθαρά να σηκώνεται προσβεβλημένος και να φεύγει, αφήνοντας ενεό τον Λευτέρη Παπαδόπουλο να συναντάται με σπουδαίους, ώστε να ξέρω πως πάλι με παρέσυρε η παραίσθηση. Κατά τα λοιπά, απεχθάνομαι τη φωνή της Χαρούλας Αλεξίου και παραθέτω το ωραιότερο των ασμάτων του αοιδού.

13 Ιαν 2008

UNDER MY SKIN

Δίαιτα δεν έχω να σου δανείσω
Μόνο τα μάτια μου έχω αν θες να δανειστείς
Να δεις πώς δεν είναι το κορμί σου
Κορμί με διαστάσεις

Δρόμος είναι το κορμί σου
Σε σένα καταλήγει και από σένα ξεκινά
Εσύ το τέλος του κορμιού σου κι η αρχή
Μιας πορείας που πάντοτε γνώριζα

Άλλο δε γνώριζα: εσένα
Και πώς μπορούσα ο έμπυρος να νιώσω άνευ άκρων
Πώς το δρόμο θα μπορούσα να διανύσω
Άλλος από σεισάχθεια γυναικός
Που μέσα στα μάτια μου χορεύει
Ελεύθερη να κατατρώγει χρέη;

Αλλά τι να τα κάνεις εσύ τα μάτια του ενός

11 Ιαν 2008

AMERICAN BEAUTY




Tι σχέση μπορεί, άραγες, να έχει ο Οδυσσέας Ελύτης με το φιλμ American Beauty; Καμία, θα μπορούσε, κάποιος, να ισχυριστεί. Κι όμως. Τελευταία (ενδεχομένως και παλαιότερα, μα καρφί δε μου καίγεται να το ψάξω) είναι της μόδας οι του γραφείου ιεραπόστολοι της Ποίησης. Η Ποίηση παράγεται, αναδεικνύεται, καταδικάζεται, λοιδορείται, ανθολογείται, αναλύεται, κατηγοριοποιείται και διδάσκεται από θεόπνευστους, πολυσπουδαγμένους και γραφειοδίαιτους (μετ’ επίπλων, σκυροδέματος και πάσης φύσεως οικοδομικών υλικών και διακοσμητικών αξεσουάρ) αρχιερείς. Το αποτέλεσμα, ως στα πάντα, σπατάλη αλόγιστη. Στις αβύσσους των συρταριών και των ραφιών της Εθνικής Βιβλιοθήκης, μόνον ένας Θεός ξέρει πόσα νοήματα περιμένουν μάταια να μιληθούν. Κι επειδή ο Θεός σύμβολον είναι του αγνώστου, κι εγώ θέλω τα σύμβολα εμπρόσωπα και οικεία, παραπονούμαι στον Οδυσσέα Ελύτη. Είναι

Βράδυ αράχνης τι ωραία μυρίζει γύρω μου η απελπισία


σε μεταλαμβάνω μ’ όσες μελωδίες έτυχε να περάσουν από δίπλα μου και γράφω μες στην ερεβομάνια των ζώων. Μαζί μου τα φιλμ που είδα, τα λουλούδια που έκοψα, τα τεριρεμ τεριρεμ των αγγέλων του φωτός, των αγγέλων του σκότους, των εκπεσσόντων του όμικρον, οοοοοο όταν βλέπω το δώρο έκπληξη σε κόκκινη κορδέλα τυλιγμένο, σε κόκκινη κλωστή δεμένο το τεκταινόμενο, αποκαλύπεται. Οοοοοο την ομορφιά πώς βλέπω εύκολα, οοοοοοοο τεριρέμ τεριρέμ με τι να διαμαρτυρηθώ, ποιο αίμα να διαλέξω, μήπως άνθρωποι σαν κι εμένα δε σαπίζουν αρμονίες με θόρυβο; Δε δασύνεται η διάθεση μου, τα πάντα εγκαταλείπουν από ασυνεννοησία και πώς να συντονίσω εγώ την οδύνη των νεκρών. Δεν ξέρω τι λέω. Όλα μένουν ίδια, λαβέ στίχους ζωντανών να τέρπεσαι στον Όλυμπο αδιάφορος...

«...μου αρέσει πολύ, μου αρέσει πολύ
αυτό το-το-το…»

ΥΓ: Ουδείς των Αθανάτων θα ασχοληθεί με το θέμα της διανομής; Όχι; Πήξαμε στα σκατά-στροφή της κεφαλής περιττή. Καλώς. Και καλή ανάγνωση της γραμματολογίας του-του-του...