28 Οκτ 2008

ΚΡΕΤΙΝΟΙ ΚΑΙ ΝΕΟΝΟΗΜΑΤΑ


Το ποίημα κινείται πάντα μεταξύ δύο σημείων. Το ένα σημείο βρίσκεται πίσω του˙ ας το πούμε χρόνο. Το άλλο σημείο βρίσκεται μπροστά του˙ χρόνος και αυτό. Βεβαίως, η διαπίστωση αυτή έχει προηγηθεί του κειμένου μου, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το νόημα του ποιήματος διαχέεται στα ανθρώπινα χείλη, ανακυκλούμενο και διαρκώς επίκαιρο. Ας επικαλεστώ κάποιον που διαπίστωσε τη διαπίστωσή μου πριν από εμένα: η βιβλιογραφία δίδει πάντοτε κύρος σε έναν ισχυρισμό.

Time present and time past
Are both perhaps present in time future,
And time future contained in time past

Ωραίο τρόπο διάλεξε ν’ αρχίσει ο συλλογισμός: στίχους του T.S. Eliot. Για να συνεχίσει, απαιτούνται εκφορές. Διαλέγω την παρουσία ενός ποιήματος του Κωνσταντίνου Καβάφη, ως παρελθοντικό σημείο αναφοράς.

Την μια μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι-
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλο μήνα.
Αυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.

Από το μέλλον, ας μη διαλέξω ποίημα και συνωστίσω έτσι βαριά-με ποιήματα-το ίδιο νόημα. Ας θυμηθώ μια ατάκα από το «Quills», το φιλμ του Philip Kaufman που εβγήκε εκεί, περί το έτος 2000.

we eat, we shit, we fuck, we kill and we die

Ενδιαμέσως παρελθόντος και μέλλοντος νοήματος, ο Μίλτος Σαχτούρης έγραψε το ποίημά του «Κύριε»-και μάλιστα, δεν το έγραψε εύκολα. Ενδεχομένως ο αναγνώστης να αναρωτηθεί πώς γνωρίζω ότι το ποίημα αυτό δεν εγράφη εύκολα, τουτ’ έστιν με τη γάργαρη ροή του αυθόρμητου. Η απάντηση είναι απλή: το διάβασα στο επίμετρο του βιβλίου του Γιάννη Δάλλα «Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης» , όπου και καταγράφονται τα λόγια του αείμνηστου ποιητή:

«Τα ποιήματά μου εγώ δεν τα γράφω κομματιαστά. Ούτε τα ανακαλύπτω σιγά-σιγά. Το είπα και άλλοτε, μου ξεπηδάνε από μέσα μου μονοκόμματα. Καμιά φορά δύσκολα, αλλά ολόκληρα. Άλλη ιστορία, αν μερικά τα παιδεύω και βδομάδες ολόκληρες, από δω και από κει. Είχα ταξιδέψει, θυμάμαι, ένα καλοκαίρι εκδρομή με τη Γιάννα. Εγώ κλείστηκα και δούλευα τρία ποιήματα μαζί: το «Κύριε», το «Πράσινο απόγεμα» και το «Καφενείο». Και τα τρία ταυτόχρονα. Ούτε κατάλαβα αν πήγα και πού πήγα εκδρομή. Αίγινα; Πόρος;»

Μπορεί, λοιπόν, το ποίημα «Κύριε» να ξεπήδησε, ως όλα του αείμνηστου ποιητή, ολόκληρο, πλην, όμως, εξ όσων αντιλαμβάνομαι από τα λεγόμενα που καταγράφει ο Γιάννης Δάλλας στη μελέτη του, ανήκει στα «δουλεμένα», στα ποιήματα που παιδεύτηκαν εβδομάδες ολόκληρες. Το ποίημα έχει ως εξής:

- Κύριε, είναι μεσημέρι κι ακόμα
δεν ξυπνήσατε
- Κύριε, δεν πήρατε το πρωινό σας
- Κύριε, ήπιατε πολλούς καφέδες
- Κύριε, ο ήλιος λάμπει, αστράφτει
βρέχει και χιονίζει
- Κύριε, ένα κόκκινο πουλί έχει κολλήσει
στο παράθυρό σας
- Κύριε, μια μαύρη πεταλούδα φάνηκε
πάνω στο στήθος σας
- Κύριε, πώς τρέχετε με το ποδήλατο!
- Κύριε, είστε παγωμένος
- Κύριε, έχετε πυρετό
- Κύριε, είσαστε νεκρός;

Εγείρεται εδώ το ζήτημα της πρόθεσής μου στο να πραγματοποιήσω τις αναφορές αυτές. Προτού, όμως, φθάσουμε στο γιατί, η σκέψη μου διακατέχεται από την υποχρεωτική έξαψη της διέλευσης από το πώς: επιθυμώ να φωτίσω το πώς ισχυρίζομαι, πριν καλά καλά ισχυρισθώ. Αποτείνομαι, λοιπόν, εκ νέου στη βιβλιογραφία.

Όταν ο φέρων το χαρακτηρισμό «Δαρβίνος ο δεύτερος» Edward Osborne Wilson δημοσίευσε κατά το έτος 1975 το σύγγραμμά του «Sociobiology: Τhe New Synthesis» (η κοινωνιοβιολογία ορίζεται ως η συστηματική μελέτη της βιολογικής βάσης όλης της κοινωνικής συμπεριφοράς), αφιέρωσε το τελευταίο κεφάλαιο του συγγράματος του σε παρατηρήσεις επί των ανθρωπίνων κοινωνιών. Η θεματική πρόταση του κεφαλαίου είναι η ακόλουθη:

Ας εξετάσουμε τώρα τον άνθρωπο υπό το ελεύθερο πνεύμα της φυσικής ιστορίας, σα να ήμασταν ζωολόγοι από άλλο πλανήτη που συμπληρώνουμε έναν κατάλογο με τα κοινωνικά είδη της Γης

Ένθερμη λίαν η δήλωσις του επιστήμονος!, όπως θα έλεγε και ο Αλεξανδρινός: σα ζωολόγοι από άλλον πλανήτη. Δεν ξέρω τι καταλαβαίνει ο καθείς εκ της δηλώσεως, εγώ, πάντως, καταλαβαίνω ότι η ψύχραιμη εξέταση της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς απαιτεί απόσταση από το αντικείμενο εξέτασης. Ως, δε, είναι γνωστό, η απόσταση δημιουργεί οπτικές απώλειες, δια της αποστάσεως, δηλαδή, κάτι χάνεται. Αν έχω δίκαιο και η θεματική πρόταση του κεφαλαίου γράφτηκε με το ψυχολογικό ηχόχρωμα της φοβίας, αυτά που ο κορυφαίος επιστήμονας θα ήθελε, μεταξύ άλλων, να χαθούν (αλλά δε χάθηκαν) είναι ο πολιτικός φανατισμός, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός και ο σκοταδισμός του όχλου. Να ξεκαθαρίσω: δε χάθηκαν από τον όχλο, όχι από το σώμα του επιστημονικού του δοκιμίου. O Wilson μπορεί ωραιότατα να ξεκίνησε το σύναλμα βιολογίας και κοινωνιολογίας, ο σάλος, παρόλα αυτά, στην επιστημονική και ευρύτερη κοινότητα δεν απετεύχθη, παρουσιάζοντας όλες τις ευγενείς εκδηλώσεις της βίας: ύβρεις, συκοφαντίες, ειρωνείες, ρίψεις ύδατος στο βήμα του ομιλητή.

Κρατώ την απόσταση για τη δική μου ανάλυση. Ο τρόπος της δικής μου ανάλυσης, το πώς της επιχειρηματολογίας μου, μπορεί να συνοψισθεί στο «ως αναγνώστης από άλλο πλανήτη». Καθίσταται, λοιπόν, σαφές, ότι, ως αναγνώστης από άλλον πλανήτη, θέλω κάτι να εξαλείψω˙ όχι από τον όχλο (δεν τρέφω αυταπάτες), αλλά από την ανάγνωσή μου. Αυτό που θέλω να εξαλείψω (όσο μπορώ, που θα έλεγε και ο Αλεξανδρινός) είναι η αύρα του ονόματος. Να το πω διαφορετικά. Επιθυμώ η απόκρισή μου, η εκ της αναγνώσεως εκπορευόμενη, να μη διαθέτει πλακούντα σίτισης καμωμένο από τη στάση της ιστορίας απέναντι στον ποιητή που διαβάζω. Φιλοδοξώ, λοιπόν, να διαβάζω έφηβος εφημερίδα σε έναν υποθετικό ναζιστικό κόσμο μιας άλλης έκβασης του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, διερωτώμενος αν, πράγματι, στέκει λογικά η θέση του αρχισυντάκτη περί της εξολόθρευσης των Ισραηλιτών. Για να μην παρεξηγηθώ: τον αρχισυντάκτη της ιστορίας δεν τον αμφισβητώ εκ προοιμίου. Από την άλλη μεριά, ούτε τον αποδέχομαι εκ προοιμίου. Το παραδέχομαι: με τον αρχισυντάκτη της ιστορίας είμαι καχύποπτος. Η καχυποψία μου αυτή έχει διάφορα κλωνιά συνεπειών. Ένα από αυτά είναι ο κρετινισμός και η προστυχιά που επισημαίνεται εντός μου, όταν κάποιος μου πει ότι δε δικαιούμαι ούτε να σκέπτομαι ούτε να ομιλώ, επειδή για το αντικείμενο των συλλογισμών μου έχει αποφανθεί πριν από μένα (για μένα) ο αρχισυντάκτης. Διερωτώμαι: γιατί ο κατ’ εμέ κρετίνος και πρόστυχος δεν αντιμετωπίζει τη σκέψη μου με τη δική του σκέψη, αντί να επικαλείται την ετυμηγορία του αρχισυντάκτη; Διερωτώμαι: πού εμφωλεύει η αλαζονεία, στην εκφορά της σκέψης ή στο στείρο αρχισυντάκτην επικαλείσθαι; Διερωτώμαι: το μονοσύνολο του επιχειρήματος «ο αρχισυντάκτης ομίλησε» δε βλέπει τους μακελάρηδες, τους αρριβίστες, τους ανίκανους, τους ατάλαντους, τους δημαγωγούς που έχουν προσκυνήσει οι λαοί στο παρόν που τρέχει και τη στατική ιστορία τους;

Φθάνω αισίως στο ποίημα του Αλεξανδρινού, την ατάκα από το φιλμ και το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη. Έχω την άποψη-αναμένοντας πάντοτε με ισχυρή διάθεση την εκφορά μιας άλλης-ότι τα δύο ποιήματα και η ατάκα φύονται πραγματευτικά ενός νοήματος. Το νόημα αυτό, ως και κάθε νόημα που εμφωλεύει σε ποίημα, δεν είναι όσο συγκεκριμένο είναι το γράφημα της ημιτονοειδούς συνάρτησης ή ο αριθμός των γραμμάτων της ελληνικής αλφαβήτου. Από την άλλη μεριά, δεν είναι ούτε άπειρο νόημα, αλλά νόημα που σαλεύει εντός νοητών συνόρων, τα οποία και θα αποπειραθώ να χαρτογραφήσω. Ιδού το νόημα: η πλήξη της επανάληψης, το αίσθημα της απονέκρωσης μέσα στην καθημερινότητα, το ανικανοποίητο της δράσης του υποκειμένου ως βιώνεται στην καθημερινή πρακτική του, ο στραγγαλισμός του ρομαντισμού εκ της ασκούμενης πίεσης της τρέχουσας ανάγκης, η πεζή και αφυδατωμένη διάσταση της ζωής, η διαρκώς παρούσα φοβία του σωματικού τέλους, ο κατατρεγμός της δίψας για ουσιαστικότερη διαβίωση από τον περιορισμένο χρόνο και τις υποχρεώσεις. Το νόημα αυτό της «υπαρξιακής αγωνίας» αλλά και της τοποθέτησης απέναντι σε αυτήν δεν εφευρέθηκε, κατά τη γνώμη μου, ούτε από τον Αλεξανδρινό ούτε από τον Σαχτούρη ούτε από τον σεναριογράφο του Quills. Σε ό,τι με αφορά, μπορώ να φανταστώ άνετα τους πρώτους Homo sapiens sapiens προ διακοσίων χιλιάδων ετών να πρωτο-σκέφτονται (με την έννοια της πρώιμης σκέψης) ότι τη «μια μονότονη μέρα η άλλη ακολουθεί». Μπορώ, επίσης, να τους φανταστώ με αυξημένους καρδιακούς παλμούς και έντονη εφίδρωση πάνω από τους νεκρούς που διαπιστωμένα ενταφίαζαν. Το ίδιο μπορώ να φαντασθώ και για τους Homo sapiens neanderthalensis που τώρα, ευτυχώς ή δυστυχώς, έχουν εξαφανισθεί από προσώπου γης.

Αν δεχθούμε, λοιπόν, ότι το νόημα αυτό συνιστά κοινό τόπο όχι για τον ποιητή αλλά για τον άνθρωπο (και δη σε όλο το χρονικό εύρος της ύπαρξής του), δεχόμενοι, παράλληλα, ότι όντως υπάρχει νοηματική σύγκλιση μεταξύ των δύο ποιημάτων και της ατάκας από το φιλμ, οδηγούμαστε, νομίζω, στο συμπέρασμα ότι η καλλιτεχνική επιτυχία δεν έγκειται στην ανάδυση μιας ολοκαίνουριας, πρωτόγνωρης, ανατρεπτικής αλήθειας, αλλά στον τρόπο που επελέγη από τον καλλιτέχνη να εκφράσει την «υπαρξιακή αγωνία» ή/και την τοποθέτηση του απέναντι σε αυτήν. Να το θέσω διαφορετικά. Το «ξένο» στοιχείο που έρχεται να συγκινήσει τον αποδέκτη της τέχνης δεν είναι ο τόπος επί του οποίου ο καλλιτέχνης διάλεξε να εκφρασθεί (διότι ο τόπος αυτός είναι κοινός τόπος για καλλιτέχνες και μη) αλλά ο τρόπος που διάλεξε να εκφρασθεί επί του τόπου αυτού.

Ας δούμε, λοιπόν, το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη υπό το πρίσμα αυτό: ως ποίημα φυόμενο στον κοινό τόπο της υπαρξιακής αγωνίας. Κατά δήλωση του ίδιου του ποιητή, πρόκειται για ποίημα το οποίο κατανάλωσε χρόνο ως την τελειοποίησή του. Διερωτώμαι: ο χρόνος καταναλώθηκε επί της αποφάσεως του κατά πόσο το ζήτημα της υπαρξιακής αγωνίας θα προσεγγιστεί μέσα από αλλεπάλληλες παρατηρήσεις/διαπιστώσεις που απευθύνονται στον ήρωα του ποιήματος, τον «κύριο», σε λόγο ευθύ; Αν ναι, τότε απαιτήθηκε χρόνος για μια απόφαση καθοριστική για τη δομή του ποιήματος, η οποία, παρεμπιπτόντως, οδήγησε σε μια μάλλον απλοϊκή στρατηγική. Αν ο χρόνος δε δαπανήθηκε εκεί (κάποιος έχει κάθε λόγο να υποθέσει κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι ο Σαχτούρης ισχυρίζεται ότι τα ποιήματά του ξεπηδούν, καταρχήν, ολόκληρα, έστω κι αν δουλεύονται στη συνέχεια), τότε ο χρόνος δαπανήθηκε στην εύρεση των συγκεκριμένων παρατηρήσεων/διαπιστώσεων που απευθύνονται προς τον «κύριο». Αυτό, όμως, φαντάζει άτοπο, δεδομένου ότι πρόκειται για απλές, απλούστατες παρατηρήσεις/διαπιστώσεις, εντελώς καθημερινές, παιδικές θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί. Διερωτώμαι: πού εντοπίζεται, τελικά, η ποιητική αξία του εν λόγω ποιήματος; Στην επιλογή της προσέγγισης του ζητήματος της υπαρξιακής αγωνίας δια των παρατηρήσεων/διαπιστώσεων που απευθύνονται στον «κύριο»; Στην πρωτοτυπία, την ισχύ, τη διεισδυτικότητα των συγκεκριμένων παρατηρήσεων/διαπιστώσεων; Υπάρχει, άραγες, κάποιος που φαντάζεται τον ποιητή να μοχθεί επί της αποφάσεως του αν ο «ήρωας» του ποιήματος του-ο κύριος-πρέπει να παρατηρηθεί επί του αν πήρε το πρωινό του, ήπιε πολλούς καφέδες, δεν έπλυνε το πρωί τα δόντια του ή δεν άλλαξε εσώρουχα; Υπάρχει, άραγες, κάποιος που φαντάζεται τον ποιητή να μοχθεί επί της αποφάσεως του αν ο «ήρωας» του ποιήματος του-ο κύριος-πρέπει να πληροφορηθεί κατά παραθετικό τρόπο τις εναλλαγές του καιρού (από καλοκαίρι σε χειμώνα) ή τις εναλλαγές των χρωμάτων των φύλλων (από καλοκαίρι σε χειμώνα); Μήπως η ποιητική αξία κείται στην τελευταία ερώτηση προς τον κύριο; Κατ’ εμέ, όχι. Η τελευταία ερώτηση με πληροφορεί ότι το ποίημα πραγματεύεται την υπαρξιακή αγωνία. Κατά τα άλλα, έρχεται ως αρμονική συνέχεια ενός ποιήματος που α) Κινείται επί νοηματικού κοινού τόπου β) Ακολουθεί μιαν απλοϊκή έως παιδική στρατηγική έκφρασης γ) Απαρτίζεται από αδύναμους, ως προς την εικονοπλαστική τους ισχύ, στίχους δ) Υπεισέρχεται σε ένα σοβαρότατο, με βάθος ως τη μεταφυσική, θέμα, κατά τρόπο αφελή, άνευρο και επιφανειακό.

Αυτά βλέπω εγώ, εξ ου και βρίσκομαι πλησιέστερα των κριτικών του Αιμίλιου Χουρμούζιου επί της ποιητικής Σαχτούρη (η σύμπτωση των σκέψεων μου εδώ, με τις σκέψεις μου για τα περισσότερα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη είναι μεγάλη) και όχι του Γιάννη Δάλλα. Επιστρατεύοντας τη φαντασία, μπορώ να εικάσω τι βλέπει κάποιος άλλος από την αντιπέρα όχθη. Βλέπει, ίσως, μια ποίηση αρχετυπική, που μέσα από το «πρωτόγονο» στοιχείο της αναδεικνύει την τραγικότητα της καθημερινότητας και τη ματαιότητα της μεταφυσικής ανησυχίας. Βλέπει, ίσως, μια έκφραση τρομώδη, η οποία ξεσκεπάζει με τον πιο ωμό και ρεαλιστικό τρόπο την εφίδρωση του θανάτου και το πενιχρό της ύπαρξης. Βλέπει, ίσως, μια συγκλονιστική αντι-ποίηση, γοητευτική ως αντι-ήρως σε χολυγουντιανό φιλμ της δεκαετίας του εβδομήντα. Όμως το δοκίμιο αυτό δεν εγράφη εξαιτίας αυτού που στέκεται στην αντιπέρα όχθη. Με τον παρατηρητή της αντιπέρα όχθης, μπορεί και πρέπει να υπάρξει ώσμωση, οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα κι ενδεχομένως γόνιμη.

Το δοκίμιο αυτό δεν εγράφη ούτε γι’ αυτόν με τον οποίο καμία ώσμωση δεν μπορεί να υπάρξει. Αυτόν που, σε ένα χώρο όπου τα σχόλια θ’ ανοίξουν για να σχολιαστεί μια ποιητική, θα επιδείξει το ήθος και την ευφυΐα του, ισχυριζόμενος ότι κάθε αρνητισμός σχετικώς με την ποιητική-η οποία αναρτάται, μεταξύ άλλων, για να σχολιαστεί-συνιστά «αυταρέσκεια» (ιδού το νεονόημα: ως αυτάρεσκος ορίζεται κάποιος που σχολιάζει ποιήματα). Αυτόν που, διαφωνώντας με μια τοποθέτηση επί κάποιας ποιητικής, επικαλείται τη «σωφρονιστική» ισχύ της ιστορίας για να επιχειρηματολογήσει.

Το δοκίμιο εγράφη για εκείνους που σιωπούν, για να κλείσει όπως άρχισε: με στίχους του Εliot.

If all time is eternally present
All time is unredeemable
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

10 σχόλια:

Π.Κ. είπε...

Δύσκολο να βιωθεί το αίμα.
Όμως το ψέμα...

Νύχτα την καλλίστη έχε!

Pipe Smoker είπε...

Διάβασα όλο το κείμενο. Κατά την ανάγνωσή του, αναρωτιόμουν γιατί το γράφεις. Καταλαβαίνω σταδιακά ότι ο κοινός νους ενδέχεται να μην παρουσιάζει υψηλή αρμοστικότητα ως χαρακτηριστικό. Ίσως, μοιραία, εξαφανιστούμε μαζί με τους φορείς μας στο προσεχές μέλλον, Nugs. Μαζί με τα αυτονόητα.

Το ποιος συμβάλλει στη μεταφυσική αδιάφορο. Το φλέγον ζήτημα είναι ποιος είναι ο μπαμπουίνος και ποιος αυτός που επιχειρεί να τον καταλάβει.

Smoke in peace.

Μανώλης Μεσσήνης είπε...

Κύριε Μουζάκη,
Το ερώτημα δεν είναι η ποιητική Σαχτούρη, αλλά, τι είναι τελικά Τέχνη και Καλλιτεχνική δημιουργία. Και αν εντάσσεται στην Τέχνη το έργο ανθρώπων που ασχολήθηκαν και ασχολούνται με αυτή.
Στηρίζοντας την άποψη/κριτική σας περί ποιητικής Σαχτούρη (δεν είναι ο μόνος… πολλοί εντάχθηκαν στην ιστορία της τέχνης, και, ενδεχομένως, κάποιοι σημερινοί περιμένουν στην ουρά), παραθέτω το παρακάτω κείμενο, το οποίο είναι η άποψή μου Περί Τέχνης.
Ζητώ συγγνώμη εκ των προτέρων για την κατάχρηση του χώρου.

“…
Ποιο είναι αυτό το φαινόμενο που το αποκαλούμε Τέχνη; Ποια είναι η ουσία του, ποια η λειτουργία του και πώς μπορούμε να το προσδιορίσουμε;
Κατά την ταπεινή μου γνώμη : Τέχνη είναι η ανώτερη έκφραση και μεγαλόπρεπη συμπύκνωση της πλουσιότερης απ’αυτή και ζωντανότερης πραγματικότητας…

Η προσεκτική παρατήρηση μας πείθει, ότι τα είδωλα της πραγματικότητας που μας παρουσιάζει η τέχνη, είναι πλάσματα που έχουν δημιουργηθεί με μια “αφαίρεση” και μια “σύνθεση”, με μια βαθιά λοιπόν κατεργασία του αντικειμένου. Στο αποτέλεσμα τούτο, ο καλλιτέχνης φτάνει με μια μετάπλαση του “φυσικού” αντικειμένου και των γεγονότων της “πραγματικής” ζωής και με την καταξίωσή τους, δηλαδή με μια εργασία που μπορούμε να την ονομάσουμε πνευματική μεταστοιχείωση της πραγματικότητας.

Πράγματι, το Έργο Τέχνης, συνιστά το αποτέλεσμα πνευματικής δραστηριότητας, που προϋποθέτει τη συνειδητοποίση απ’τον καλλιτέχνη, ορισμένων στοιχείων της ζωής και της φύσης μπροστά στα οποία παίρνει θέση, την οποία προβάλει μέσα στο δημιούργημά του. Το καλλιτέχνημα, δηλαδή, είναι αποτέλεσμα της δημιουργικής αλλαγής, της πλαστικής επεξεργασίας της πραγματικότητας απ’τον άνθρωπο. Κι αρχίζει να υπάρχει απ’τη στιγμή που ο καλλιτέχνης με την έμπνευσή του και τον μόχθο του κατόρθωσε να “μορφώσει την ύλη”, καθώς λέει ο Σολωμός.

Τι μας προσφέρει η Τέχνη η Πραγματική; Τ’αληθινά έργα τέχνης συγκλονίζουν την ψυχή μας, φέρνουν τα δάκρυα, τον θαυμασμό, την αγανάκτηση. Η τέχνη μάς αποκαλύπτει τα αισθήματα και τις σκέψεις των ανθρώπων… Πολλές φορές μαθαίνοντας μέσω της τέχνης για τους ανθρώπους, ανακαλύπτουμε και στον εαυτό μας κάποιες νέες πλευρές, γνωρίζουμε πιο βαθιά και πιο πολύπλευρα τον εαυτό μας. Η τέχνη μάς αποκαλύπτει τη χαρά και τον πόνο, τον ενθουσιασμό και την απόγνωση. Μας φωτίζει τους χαρακτήρες και τα φερσίματα των ανθρώπων, ανιστορεί τη μοίρα τους, κι έτσι δυναμώνει το πνεύμα μας, ακονίζει τη σκέψη μας, διδάσκει και εξυψώνει, στερεώνοντας έτσι στον άνθρωπο ό,τι αληθινά είναι ανθρώπινο. Αυτό σημαίνει, πως η τέχνη έξω απ’την αισθητική της αξία και χωρίς να ξεφεύγει απ’το βάθρο της αυτό, έχει τη γνωστική καθώς και ηθοπλαστική της αξία, εάν και εφόσον, φυσικά, ο καλλιτέχνης στέκεται στο ύψος του. Και τούτο επειδή είναι δυνατόν η τέχνη -ο ιδιόρρυθμος αυτός σύμβουλος του ανθρώπου- να ξυπνήσει σ’αυτόν πλαστά αισθήματα, να του δώσει τεχνητές σκέψεις, να παραμορφώσει την αλήθεια, να πλαστογραφήσει την πραγματικότητα, να του υποβάλλει τάσεις, αισθήματα και ιδέες τέτοιες, ώστε η επίδρασή της ν’αποδειχθεί τελικά αρνητική, ξεγελαστική…

Εν πάση περιπτώσει, τέχνη και καλλιτεχνική δημιουργία δεν μπορεί να κάνει ο οποιοσδήποτε.

Αλλά… Ποιος είναι ο καλλιτέχνης;

Φυσικά, τα έργα τέχνης δεν γίνονται από μόνα τους – γίνονται απ’τον άνθρωπο. Η τέχνη, γράφει ο Καντ, διακρίνεται απ’τη φύση, γιατί είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Καλλιτέχνης, συνεπώς, είναι εκείνος που ασκεί καλλιτεχνική δημιουργία (γλυπτική, ζωγραφική, ποίηση, πεζογραφία, μουσική, ηθοποιία κ.λ.π.). Αλλά ο καλλιτέχνης δεν δημιουργεί στο κενό, παρά μέσα στο δικό του συγκεκριμένο περιβάλλον, ακολουθώντας αυτές ή εκείνες τις αισθητικές (τεχνοτροπίες και εξωαισθητικές παραδόσεις).
Επομένως, μες στην τέχνη στέκεται ο άνθρωπος που την έκανε. Εκεί διαφαίνεται η προσωπικότητα του καλλιτέχνη.
Και τίθεται το ερώτημα : Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος, ποια είναι αυτή η προσωπικότητα του καλλιτέχνη;
Είναι σαν όλους τους κοινούς θνητούς ή έχει μέσα του κάτι μαγικό, το θεϊκό, το μυστηριακό; Γιατί κάνει τέχνη;
Στο ερώτημα αυτό μπορεί να δοθεί κατ’αρχήν η ακόλουθη απάντηση : Όχι. Καμία μυστηριώδη ιδιότητα δεν υπάρχει στον καλλιτέχνη. Ο καλλιτέχνης είναι σαν όλους τους άλλους ανθρώπους, με τη διαφορά πως έχει αναπτυγμένες και συντονισμένες περισσότερο (απ’τους μη καλλιτέχνες) μερικές ψυχικές ιδιότητες και ιδιορρυθμίες, όπως π.χ. : συγκινησιακή ευαισθησία, φαντασία, έμπνευση, ταλέντο κ.λ.π.

Κάθε άνθρωπος σε περιορισμένο, βέβαια, βαθμό, έχει καλλιτεχνικές ικανότητες. «Δεν υπάρχει άνθρωπος», λέει κάπου ο Νιρβάνας, «που για μια στιγμή κάτω από ισχυρή θλίψη ή έρωτα ή στοργή, δεν υπήρξε ποιητής… Ευνόητο, όμως, είναι ότι από το άτομο που εκδηλώνεται καλλιτεχνικά, υπό ορισμένες συνθήκες, και μεμονωμένης καλλιτεχνικής εκδήλωσης μέχρι του καλλιτέχνη και του καλλιτεχνήματος, το χάσμα είναι μέγα». Είναι αναμφισβήτητο πως κάθε άνθρωπος περιέχει στοιχεία από εκείνα που διακρίνουν τον καλλιτέχνη. Ευτυχώς. Γιατί, αν δεν γινόταν έτσι, τότε οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν ν’αφομοιώσουν και να κατανοήσουν τα έργα τέχνης. Αλλά οι καλλιτεχνικές ικανότητες, που στον έναν ή τον άλλον βαθμό υπάρχουν σ’όλους τους ανθρώπους, στον καλλιτέχνη είναι πολύ ανεπτυγμένες και συμπυκνωμένες.
«Ο καλλιτέχνης», γράφει κάπου ο Μ. Γκόρκι, «είναι ένας άνθρωπος που ξέρει να επεξεργάζεται τις προσωπικές – υποκειμενικές εντυπώσεις, που μπορεί να βρίσκει σ’αυτές το γενικό ενδιαφέρον – το αντικειμενικό – και το απεικονίζει σε δικές του φόρμες. Οι πιο πολλοί άνθρωποι δεν επεξεργάζονται τις υποκειμενικές εντυπώσεις τους». Η τέχνη αρχίζει από τότε που ο καλλιτέχνης επεξεργάζεται δημιουργικά και γενικεύει στην συνείδησή του το περιεχόμενο της πραγματικότητας. Κι ακολουθεί ένα δεύτερο ερώτημα : Και για ποιο λόγο ο ένας καλλιτέχνης γίνεται μουσικός, ο άλλος ζωγράφος, ο τρίτος λογοτέχνης;… Και ακόμα : Για ποιο λόγο ο ένας καλλιτέχνης υμνεί τη ζωή, τη χαρά, τον έρωτα, και ο άλλος τη διαστροφή, τη θλίψη, τον θάνατο; Για ποιο λόγο ο ένας ζωγράφος χρησιμοποιεί την αφαιρετική τεχνοτροπία κι ο άλλος, ή και ο ίδιος, σ’άλλη περίοδο, χρησιμοποιεί τη ρεαλιστική; Για ποιο λόγο ο ένας συγγραφέας αγωνίζεται με την πένα του ν’ανατρέψει μια κοινωνική κατάσταση κι ο άλλος ή και ο ίδιος σε άλλη φάση της ζωής του, προσπαθεί να τη συντηρήσει; Κι ακόμα : Γιατί ο ποιητής γράφει αυτούς τους στίχους και όχι εκείνους;
Γίνεται αμέσως φανερό, πως για να εξηγηθούν όλ’αυτά δεν αρκεί η έμπνευση και το ταλέντο του καλλιτέχνη. Χρειάζονται και άλλα στοιχεία ψυχολογικού, ιδιοσυγκρασιακού, κοινωνιολογικού χαρακτήρα.
Και μόνο όταν λάβουμε υπόψη μας και όλ’αυτά στην εξελικτική τους πορεία και ειδικότερα στη μεταξύ τους αλληλεπίδραση κι αλληλεξάρτηση μες στο πλαίσιο πάντοτε των προσπαθειών, που μερικές φορές γίνονται τελείως δραματικές κι απεγνωσμένες, να ικανοποιήσει ο καλλιτέχνης τις ανάγκες του, υλικές και πνευματικές, να προσαρμόζεται και να ισορροπεί συνεχώς ή και να ξαναβρίσκει την ισορροπία του, αν τη χάσει, μέσα σ’ένα διαρκώς εξελισσόμενο περιβάλλον, μόνο τότε θα μπορέσουμε να καταλάβουμε και να «εξηγήσουμε» τον καλλιτέχνη και το έργο του.
…”

Με εκτίμηση
Μανώλης Μεσσήνης

Churchwarden είπε...

Πατέρα Παναγιώτη,

Σας "έχασα" στο σχόλιό σας. Αν θέλετε, μου το εξηγείτε.

Pipes,

Tα δικά μας αυτονόητα είναι εξωτικά των άλλων. Πού είναι τα αυτονόητα; Εδώ παπάς, εκεί παπάς...

Αγαπητέ κ. Μεσσήνη,

Δε θα μπορούσε, σε αυτό το χώρο που διευθύνω εγώ, η λήψη θέσης και οι απόψεις να συνιστούν κατάχρηση.

Σας ευχαριστώ θερμά για το σχόλιό σας.

Μια παρατήρηση: τα χαρακτηριστικά που αποδίδετε στην τέχνη και τους καλλιτέχνες μπορεί περίπου ο καθείς να τα διεκδικήσει για τον εαυτό του ή να τα υπερασπιστεί για κάποιον άλλο (εμείς, λόγου χάρη, συμφωνούμε για τον Σαχτούρη, την ίδια ακριβώς στιγμή που άλλοι τον θαυμάζουν).

Πού βρίσκεται, η αλήθεια, λοιπόν;

Ανώνυμος είπε...

Ας αντιπαρέλθουμε τις λοιπές αρλούμπες και ας μείνουμε στη μικρότερη: Είναι φανερό, Δ.Μ., απο τον Έλιοτ δεν έχεις καταλάβει τίποτα!

Churchwarden είπε...

Σωστό, ανώνυ μ, λιγότερον, όμως, φανερό από τη δική σου βαθιά κατανόηση, τη συνοδευόμενη από μεγαλοφυείς παρατηρήσεις.

Tiger Lilly είπε...

Αντιπαρερχόμενη το εριστικό ύφος του ανώνυμου, θα εκφράσω παρ'ολα αυτά μια απορία που μάλλον έχουμε κοινή:

Τι σχέση έχει ο Ελιοτ και οι περί χρόνου στίχοι του με όλα όσα είπες (αρκετά εύστοχα, θα έλεγα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμφωνώ, ούτε ότι αντιλαμβάνομαι την αφιέρωση του δοκιμίου σε αυτούς που σιωπούν).

Churchwarden είπε...

Tiger lilly, ο ανώνυμος είναι ο Sport Billy.

ειρηνη είπε...

Διάβασα αρκετά δοκίμιά σου.
Μου αρέσει η αιχμηρότητα της σκέψης σου ,που στην περίπτωση σου ταυτίζεται και με έναν αιχμηρό-στην εκφορά του- λόγο και η τόλμη σου.Μου αρέσει και το πάθος που αναδύεται από όλα όσα γράφεις. Γι' αυτό συνέχισε..
Ακόμη κι αν κάποιες φορές δε συμφωνώ με όσα γράφεις, νομίζω πως είσαι ειλικρινής κι αυτό είναι που μετράει.
Εξάλλου θα ήταν πολύ βαρετό να συμφωνούσαν οι άνθρωποι σε όλα.

Churchwarden είπε...

Mικρή σημασία, αγαπητή Ειρήνη, έχει η συμφωνία ή η διαφωνία μπρος στο αμείλικτο ήθος.

Ορθά νομίζεις ότι είμαι ειλικρινής. Μένει να το αποδεικνύω.

Σε ευχαριστώ θερμά.