4 Μαρ 2008

ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ


Έχω την άποψη ότι οι κοινωνικοί μας θώκοι είναι προκατασκευασμένοι. Τούτο σημαίνει ότι η εξέδρα επί της οποίας αναρτάται ο τραγουδιάρης υπάρχει (και μάλιστα:μέσα μας) πριν τον τραγουδιάρη. Το θέμα είναι ο τρόπος οδήγησης του τραγουδιάρη στην εξέδρα. Πριν φθάσω, όμως, σε αυτό, θα δείξω παραδειγματικά διατί με απασχολούν οι τρόποι ανάρτησης επί θώκων. Να εξηγηθώ: Η οργή μου είναι βασισμένη σε μια αυθαίρετη παραδοχή. Θα την πω και αυτή. Έχουμε το ακόλουθο ποίημα του Ιωάννου Κυριαζή:

Η πένα μου είναι σε στύση
και χύνει ξανά στο χαρτί
μιαν Άνοιξη για να γεννήσει
της Άνοιξης ίδια, φτυστή.

Και γράφοντας, το φουστανάκι
σηκώνω, τη χλόη να δω
και γάργαρο ακούω ρυάκι
και μια μαργαρίτα μαδώ.

Γυρνάει αλλού το κεφάλι
της σκάω στο στόμα φιλί -
στα πόδια προτού να το βάλει
το νέκταρ της απ’ τη θηλή

ρουφάω κι αθάνατος νιώθω
το αίμα κυλά ποταμός -
στον Όλυμπο φτάνει τον πόθο
γλυκιάς ηδονής ο σπασμός.

Τη βίασα, το δίχως άλλο-
μαζεύει τα ρούχα απ’ τη γη.
Την πένα στη θήκη πριν βάλω
στο ποίημα ξανά θα ’χει μπει.

Ιδού η αυθαιρεσία: Αν το ποίημα αυτό μπορούσε να «αναμετρηθεί» με το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη που ακολουθεί, θα «κέρδιζε». ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΕΥΡΕΙΑΣ ΕΚΤΑΣΗΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ. Τι σημαίνει, όμως, «αναμετρηθεί»; Απλή στατιστική. Αν δώσουμε τα δύο ποιήματα προς αξιολογική ιεράρχηση σ’ ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού, ο Ιωάννης Κυριαζής θα επικρατήσει. Συνοψίζω: ΠΟΛΛΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΟΥ ΔΕ ΒΛΕΠΟΥΝ ΟΥΤΕ ΜΕ ΤΑ ΚΙΑΛΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΔΡΑ, ΘΑ «ΚΕΡΔΙΖΑΝ» ΕΥΚΟΛΑ ΑΠΑΘΑΝΑΤΙΣΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΞΕΔΡΑΤΩΝ-ΑΝΘΟΛΟΓΑΤΩΝ, ΑΝ ΥΠΗΡΧΕ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗΣ, στο πλαίσιο που η αναμέτρηση τοποθετήθηκε εδώ. Το φαινόμενο έχει, στα μάτια μου, ενδιαφέρον, διότι ο Ποιητής, στα μάτια μου πάλι, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΜΗ ΠΟΙΗΤΕΣ: ΝΑ ΣΥΓΚΙΝΕΙ ΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Όπως, λοιπόν, (περί αναλογίας πρόκειται) ουδεμία απαίτηση έχομε από τον μη χειρουργό να χειρουργεί, το αυτό έπρεπε να ισχύει και για τους μη ποιητές και τη συγγραφή ποιημάτων. Η σωτηρία θα έπρεπε να βρίσκεται στα χέρια του χειρουργού, ουχί του αλμπάνη.

Η πληγωμένη Άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της
οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους
κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα το αίμα
απ' όλες τις σημαίες που πονέσανε
από τα κυπαρίσσια που σφάχτηκαν
για να χτιστεί ένα πύργος κατακόκκινος
μ' ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θά 'ρχεται ένα σύννεφο
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θά 'ρχεται ένα ξίφος
το σύννεφο θ' ανάβει τα γαρίφαλα
το ξίφος θα θερίζει το κορμί της

Επειδή ως παρατηρήθηκε από τη διασημοσολογιότατη συγγραφέα ΚΨΜ εξ ενός διαδικτυακού σχολίου μου (στο πλαίσιο της ενασχόλησης της όχι με μένα αλλά με το σχόλιο μου), είμαι (εγώ; το σχόλιο; αυτό, ομολογώ, το ψάχνω ακόμη) ΞΙΠΑΣΜΕΝΟΣ και ΜΕΓΑΛΟΜΑΝΗΣ, θα πραγματοποιήσω και μια σύγκριση ενός δικού μου ποιήματος και ενός ποιήματος του Χάρη Βλαβιανού-και τα δύο ποιήσεως αυτοαναφορικά:

Το δικό μο:

Ο γλύπτης εκτελεί σκοπιές στο μάρμαρο
περιμένοντας να σκάσει
η οβίδα μιας μορφής στο κεφάλι του
να του δείξει του αγάλματος τα σύνορα.
Ο πόλεμος αρχίζει.

Ο γλύπτης εισχωρεί στο μάρμαρο
σκόνη γίνεται το ρούχο της μορφής
χιόνι πέφτει στο έδαφος
φροντίζοντας για κρυοπαγήματα.
Μα τα σύνεργα δε λυγίζουν
όταν έχεις βλέψεις
όταν στο έργο σου θέλεις να φωλιάσει κάτι
απ’ το αεροπλάνο που σε βομβάρδισε.

Ο ποιητής ανάποδα
το σκάλισμα αρχίζει απ’ τα μέσα.
Αλλού είναι τα δικά του σύνορα.
Όταν τελειώσει
μια τρύπα μένει στο μάρμαρο κενή
με γύρω της τη γλώσσα.
Είναι το ποίημα καλό; Δεν ξέρει. Περιμένει.
Τα ποιήματα πάντοτε σιωπούν
είτε πολλά έχουν να πουν είτε τίποτα.

Όταν τα ποιήματα έχουν πολλά να πουν
τα πουλιά εγκαταλείπουνε τα δένδρα
στριμώχνονται στην τρύπα του μαρμάρου
και φτερουγίζουν μες στη γλώσσα δυνατά.

Τέτοιο φτερούγισμα ακούγεται
ως τις μορφές του γλύπτη
το άγαλμα αρχίζει τις φιγούρες
χορεύει με το πάθος στα λευκά.

Του Χάρη Βλαβιανού:

Κι εγώ την απεχθάνομαι·
ασφαλώς και υπάρχουν
πιο αναγκαία πράγματα στη ζωή
απ' αυτό το ατέρμονο scrabble
με τις ξαφνικές κρίσεις λεκτικής ευφορίας.

Διαβάζοντάς την όμως
με απόλυτη αποστροφή
ανακαλύπτει κανείς
μέσα στις άχρωμες σελίδες της
έναν τόπο προορισμένο για το αυθεντικό:
έναν φανταστικό κήπο
με πραγματικές αλέες
όπου το πτυχωτό φόρεμα της κ. Μουρ
σαρώνει με ρυθμική μεγαλοπρέπεια
τα νεκρά φύλλα των ενδοιασμών μας.

Ο καθείς είναι ελεύθερος να πιστεύει ό,τι θέλει˙ όπως, ας πούμε, ότι τα ποιήματα των Κυριαζή και δικό μο χωρίζονται με αβύσσους από τα των Βλαβιανού-Σαχτούρη. Ότι αν τα ποιήματα αυτά γράφονταν σήμερα από αγνώστους και στέλνονταν με ψευδώνυμα στα λογοτεχνικά περιοδικά, οι πεφωτισμένοι editors θα θαμπώνονταν από τα των Σαχτούρη-Βλαβιανού και θα αηδίαζαν με τα των Κυριαζή-δικό μο. Ότι αν μοιράζονταν σ’ ένα ευρύ δείγμα φιλολόγων και μαθητών που αγνοούν τους συντάκτες (υπάρχει τέτοιο δείγμα, και είναι ευρύτατο) θα έπεφτε σε κώμα (το δείγμα) καταντικρύ της αυτονόητης υπεροχής του πτυχωτού φορέματος της κ. Μουρ και της πληγωμένης άνοιξης, που αμφισβητήθηκε δια φαιδρής και βέβηλης συγκρίσεως. Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά. Για μένα, τα ποιήματα είναι χειρουργικές επεμβάσεις. Προτιμώ τις επεμβάσεις των Κυριαζή-δικό μο από των Βλαβιανού-Σαχτούρη (στις τελευταίες, παρεμπιπτόντως, ο ασθενής απεβίωσε). Το αποτέλεσμα αυτό θεωρώ ότι θα δικαιωνόταν εξ αναμετρήσεως-το δικαίωμα στην πεποίθηση αυτή είναι και δικαίωμα στη μεγαλομανία. Και να μην επιβεβαιωνόταν, όμως, Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗΣ-ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ-ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΔΕΔΟΜΕΝΗ. Όποιος αυτό δεν το αντιλαμβάνεται, είναι είτε ανόητος είτε διαπλεκόμενος. Ας φθάσουμε, τώρα, και στην ψηφοφορία. Να σχολιάσω τις επιλογές:

α) Όποιοι συγκίνησαν τις πλατιές λαϊκές μάζες: Λίγοι το έχουν πετύχει αυτό, υπό τις εξής (εξ όσων γνωρίζω) συνθήκες: μελoποιήσεις του έργου των κατόπιν επίτευξης «μεγαλοσύνης» του προσώπου των. Η ποίηση, σήμερα, είναι εμπορικώς νεκρή.
β) Όσοι συγκίνησαν διάσημους ομότεχνούς τους: Κάποιος βγάζει κάποιον απ’ την αφάνεια επειδή συγκινήθηκε. Mόνον. Πόσο συχνά, άραγε, συμβαίνει αυτό;
γ) Όσοι έγραψαν σπουδαία ποιήματα: Μήπως τα ποιήματα που χαρακτηρίζονται σπουδαία (από την ιστορία, εννοώ) ανήκουν σε «διασήμους»; Μήπως ποτέ δεν χαρακτηρίζονται έτσι ποιήματα ασήμων; Μήπως η αξιολόγηση έπεται της διασημότητας; Μήπως η έλλειψη διασημότητας θεωρείται τελικά έλλειψη ταλάντου; Πρέπει να ρωτάμε: σπουδαία από ποιους και για ποιους;
δ) Όσοι έγιναν αποδεκτοί από το λογοτεχνικό κατεστημένο: Αν την πετύχει κανείς (την αποδοχή, εννοώ), φαντάζομαι ότι με το ατέρμονο scrabble δημοσιεύεται πάραυτα στην ΠΟΙΗΣΗ, στο ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Με το στρίμωγμα στην τρύπα του μαρμάρου (και γύρω γύρω γλώσσα), δημοσιεύεται σταρ ίδια μου. Το αυτό και με το βιασμό της Ανοίξεως (συγγνώμη, Γιάννη). Αυτά.

Νομίζω μένουν τα ερωτήματα (εντός και εκτός Ποιήσεως). Προσκυνώ: Ποιους και Γιατί; Είναι, νομίζω, χρήσιμα.
Eίναι, νομίζω, χρήσιμο να γίνουμε καχύποπτοι με την εξέδρα που κρύβουμε μέσα μας.-

14 σχόλια:

kyriaz είπε...

Αισθάνομαι κάπως άβολα να πάρω θέση
μιας κι αναφέρεσαι και σ' ένα δικό μου "ποίημα"-κι αισθάνομαι διπλά άβολα επειδή μιλάς γι' αυτό θετικά...
Σ' ευχαριστώ έτσι κι αλλιώς. :)

Θα προχωρήσω επί της ουσίας.
Κατ' αρχάς θα συμφωνήσω στο στημένο παιχνίδι καιστο χώρο της ποίησης-αφού η αναξιοκρατία ισχύει σε όλους τους άλλους χώρους,γιατί να εξαιρεθεί ο τομέας της ποίησης;...

Μα θα επιμείνω περισσότερο στη διαφωνία μου.
Θέτεις ζήτημα αναγνώρισης της ποιότητας με κριτήριο κάποιους ποσοτικούς δείκτες.Κι αυτό δεν ξέρω αν είναι σωστό ή αν μπορεί να οδηγήσει σε στρεβλές συγκρίσεις.
Οι δονήσεις που θα αισθανθεί ένα τμήμα του πληθυσμού από την ανάγνωση του δικού μου ποιήματος,ακόμη κι αν αυτό το τμήμα είναι μεγαλύτερο του αντίστοιχου που θα "δονηθεί"από το Σαχτούρη,δεν αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο ανωτερότητας της ποίησης μου σε σχέση με αυτήν του Σαχτούρη.
Κι αυτό γιατί το κοινό μπορεί να παρασύρεται από την εύκολη συγκίνηση,την εντυπωσιακή εικονοποιία,τη ρηχή αντιμετώπιση του θέματος και ν' αφήνει στην άκρη άλλα κριτήρια που απαιτούν καλλιέργεια και ουσιαστική παιδεία(τις μεταφυσικές αναφορές,την ιδεολογικο-πολιτική διάσταση,το ύφος κτλ.)
Εξάλλου,το ποιοτικό πολλές φορές τυγχάνει μικρότερης αποδοχής από το χαμηλής στάθμης έργο.(πιθανό η πλειοψηφία να αρέσκεται σε ακούσματα τύπου Καρβέλα και Ρουβά και να απεχθάνεται τον Μπετόβεν και τον Μότσαρτ-αυτό δε σημαίνει πολλά για τους κρινόμενους όσο για τους κρίνοντες.)
Αν κάπου νομίζεις ότι σε παρερμήνευσα ευχαρίστως να ακούσω τις εξηγήσεις σου.

kyriaz είπε...

Επίσης το πρόβλημα είναι ποιος κρίνει και με ποια κριτήρια.
Οι φιλόλογοι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΙΔΙΚΟΙ-και στο λέω εγώ που τυγχάνει να είμαι φιλόλογος(ξέρεις πως δεν έχω ανακοινώσει σε κανέναν συνάδελφο στο σχολείο μου ότι γράφω γιατί μάλλον θα με θεωρήσουν....γραφικό;....)

Churchwarden είπε...

Kαλώς το φίλο μου. Γιάννη, όταν διάβασα το σχόλιο σου, δεν ήξερα τι να πρωτοσχολιάσω. Πελάγωσα. Είπα, λοιπόν, να πάρω τα πράγματα με τη σειρά.

Καταρχάς, συνηθίζεις, αναφερόμενος σε γραφτά σου, να τα εσωκλείεις σε εισαγωγικά. Λες: "ποίημα". Καταθέτω, λοιπόν, εδώ, την αντίθεση μου. Η σεμνότητα είναι, πράγματι, μεγίστη αρετή. Νομίζω, όμως, ότι κάποιες από τις εκδηλώσεις της είναι καλό να τις αποφεύγουμε. Και τούτο, διότι: α) Είναι λίαν αντιφατικό να ορεγόμεθα το σεβασμό του εκθέματος από τον παρατηρητή, όταν πρώτα οι ίδιοι το υποτιμούμε με εισαγωγικά β) Στο βάθος, όλοι οι γραφιάδες θέλουν να αναγνώσουν σε γήπεδο, όπου οι ακροατές θα κλαίνε. Διόρθωσέ με αν λανθάνω. Επιπροσθέτως, να πω πώς ταΐζω εγώ τη σεμνότητά μου. Από τη μια, αισθάνομαι ότι με τα δυο μου βιβλιαράκια έχω προσφέρει περισσότερα στην ποίηση απ' ό,τι ο Χάρης Βλαβιανός θα προσέφερε αν είχε τρεις ζωές να μεταφραζοδιαβάζει Οctavio Paz. Aπό την άλλη, σχετικώς με τη φλόγα που νοώ ποίηση, νιώθω ότι ούτε επιβάτης δεν είμαι στην πυραλαύκατο που, κάποτε κάποτε, την επισκέπτεται. Γι' αυτό αισθάνομαι φλούδα νυχιού της Κικής Δημουλά. Γι' αυτό νιώθω μίσος βαθύ (σε φοβάμαι κιόλας, οπότε :) ) που ΕΣΥ είπες κάτι που έχω, πλήρης πάθους, γυροφέρει δισεκατομμύρια φορές (κάποιες τις έχω εκδώσει) καλύτερα από μένα. Έλεγα ο φουκαράς:

"κλαις μ' αλμυρά δάκρυα δικά μου γιατί έχεις πρόσωπο"

ή

"φλυαρίες παρανοϊκού κόκορα ξημερώνουν την απόλυτη ησυχία της σκόνης των παπουτσιών σου
στο ημίφως" (ως και στον κόκορα έφτασα)

κι ήρθες ΕΣΥ, μ' έναν σφαγμένο πετεινό στα γερά θεμέλια-πόδια θήλεος του γκρεμισμένου έρωτα, να με στείλεις αδιάβαστο.

Δευτερευόντως (στο βάθος, όμως, πρωτίστως), οι δείκτες μου δεν είναι ποσοτικοί. Ας θεωρήσουμε ότι τα αποτελέσματα που επικαλούμαι είναι, πράγματι, αυτά (υπεροχή δική σου έναντι του Σαχτούρη). Εγώ, φίλε Γιάννη, δεν είμαι φιλόλογος. Έχει λιώσει το παντελόνι μου στα θρανία των θετικών επιστημών. Εκεί έμαθα: α) Πείραμα β) Αποτελέσματα γ) Ερμηνεία των αποτελεσμάτων δ)Συζήτηση. Στα (α), (β), (γ) συμφωνούμε, επί του Καρβέλειου πειράματος. Στο (δ), τα χαλάμε. Εξηγούμαι. Πράγματι, οι ρυθμοί ζωής και η μετατόπιση των ζητούμενων από την τέχνη (από τη θέωση, στη φτηνή, ημιλιπόθυμη, αλκοολική διασκέδαση) ευθύνονται για την εμπορική υπεροχή του έναντι του Ludwig. Δεν είναι, όμως, οι ίδιοι λόγοι (εύκολη συγκίνηση, εντυπωσιακή εικονοποιία, ρηχή αντιμετώπιση του θέματος) που στο Σαχτούρειο πείραμά μου, εσύ θα υπερείχες του Σαχτούρη. Αντιθέτως, θα υπερείχες γιατί άλλο να μαζεύει η βιασμένη άνοιξη από κάτω τα εσώρουχά της και να ξαναμπαίνει στο ποίημα, κι άλλο να θερίζει το κορμί της το ξίφος. Δύο ποιήματα εικόνων έχουμε, κανένα από τα δύο δε διεκδικεί επίλυση του κοσμικού αινίγματος, υπερέχει, απλώς, το εντονότερο, το πιο εμπνευσμένο, το πιο πρωτότυπο. Στην ιστορία, δε, περνά ο Σαχτούρης και όχι εσύ, χάριν της γνωστής διαδικασίας της καταγωγής, των διαπλοκογνωριμιών και της συγκυρίας-ή μήπως όχι; Οι ίδιοι, δε, που αμφότεροι δεχθήκαμε ότι θα σε ψήφιζαν αποκλειόμενων των ονομάτων, είναι αυτοί που σε αντιμετωπίζουν ως εξής: "ξέρεις πως δεν έχω ανακοινώσει σε κανέναν συνάδελφο στο σχολείο μου ότι γράφω γιατί μάλλον θα με θεωρήσουν....γραφικό;....". Αυτό κι αν είναι το θέατρο του παραλόγου.

Αυτό, βεβαίως, δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει ανάλογο του δικού σου Καρβέλειου πειράματος στην ποίηση. Απλώς, δεν είναι το Σαχτούρειο. Ο Ελύτης, νομίζω, θα έχανε big time από τον Δροσίνη ή τον Καβάφη. Εκεί, πράγματι, η ήττα θα ήταν ζήτημα μύησης και εξοικείωσης (αλήθεια, η νίκη του Βλαβιανού πού οφείλεται;).

Σχετικώς με το ποιος κρίνει, ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού (αντιπροσώπευση όλων των οικονομικών, μορφωτικών κλπ επιπέδων) θα αρκούσε, σε πρώτη φάση, για επιτυχέστερες ανθολογήσεις και απαθανατισμούς.

kyriaz είπε...

"ποίημα" γιατί άνευ εισαγωγικών ποιήματα έγραψε ο Ελύτης...
Και να είσαι βέβαιος πως αν γράψω κάτι που το εκτιμώ δε θα χρησιμοποιήσω εισαγωγικά.
(Σύντομα μια μικρή ποιητική συλλογή μου που θα κυκλοφορήσει τη θεωρώ ένα τέτοιο ποίημα-θα σου αποσταλεί...)

Λες:"υπερέχει, απλώς, το εντονότερο, το πιο εμπνευσμένο, το πιο πρωτότυπο."
Σωστά.Μα ποιος το ορίζει αυτό;...Κατά πόσο μπορούν οι κρίσεις μας να είναι αντικειμενικές;Κι η αντικειμενικότητά τους προφανώς δεν οφείλεται στην ομοφωνία ή στην πλειοψηφική εκτίμηση μα στην ανταπόκρισή τους στην πραγματικότητα.Μα ποια είναι η πραγματικότητα;...
Προσωπικά δυσκολεύομαι να απαντήσω.Μπορώ να πω για παράδειγμα πως το συγκεκριμένο σου ποίημα μ' άρεσε πιο πολύ από το συγκεκριμένο του Βλαβιανού-αλλά ΕΙΝΑΙ και πιο ωραίο;....Αυτό έχει να κάνει με την ανθρώπινη κρίση-που μόνο υποκειμενική μπορεί να είναι.
Απ' την άλλη,η ποίηση του Ελύτη ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να είναι μόνο υποκειμενικά όμορφη.Είμαι βέβαιος -σχεδόν με μια μεταφυσική πίστη-πως είναι αντικειμενικά ωραία.
Δεν ξέρω-τη σύγχυσή μου καταθέτω για το θέμα...

Δυστυχώς, αγαπητέ φίλε, δεν ανακαλύφθηκε,όπως έχει πει ο Θάνος Μικρούτσικος,ακόμη το ταλαντόμετρο.

Churchwarden είπε...

"Μα ποια είναι η πραγματικότητα;"

Τέτοια ρώτα με, για να σου απαντώ.

Η πραγματικότητα είναι ότι η ποίηση αναδεικνύεται μέσα από βυζαντινές δολοπλοκίες.

Αν αναδεικνυόταν από συνοδικά συστήματα κρίσης, τα οποία θα έκριναν ΑΥΣΤΗΡΑ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, οι ανθολογίες του μέλλοντος θα ήταν κατά μήκος, βάθος, ύψος, πλάτος,

κατά έναν κοσμικό, αψεδιάγαστο, μεταφυσικό τρόπο

ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ.

Ομοίως, αν οι επιστημνονικές εργασίες δημοσιεύονταν βάσει διαπλοκής και όχι περιεχομένου, για τη μαλάρια θα έφταιγε ακόμη ο κακός αέρας και η γη θα ήταν επίπεδη.

Διότι, αγαπητέ Γιάννη, το οντολογικό ερώτημα (ποιοι ποιητές ΕΙΝΑΙ μεγάλοι, ποια ΕΙΝΑΙ η πραγματικότητα) κείται ΑΥΣΤΗΡΑ εντός της ανθρώπινης αντίληψης και δραστηριότητας.

Σε έπεισα;

kyriaz είπε...

Τουλάχιστον εγώ καταλήγω στο συμπέρασμα πως δεν έχει νόημα να αναρωτιόμαστε για την αντικειμενική αξία των ποιημάτων-κανένα δε φέρει το διακριτκό γνώρισμα του "ποιοτικού" στην επικεφαλίδα του.
Το ζήτημα είναι αν μας αρέσει ή όχι.
Συμφωνώ λοιπόν πως το οντολογικό ερώτημα κείται εντός της ανθρώπινης αντίληψης.

Fuji είπε...

Η ψηφοφορία έληξε . Ομολογώ ότι αμφιταλαντεύτηκα ιδιαίτερα μεταξύ της τρίτης και τέταρτης επιλογής, επιλέγοντας τελικά την τρίτη . 'Οχι επειδή δεν έβλεπα στο χαρακτηρισμό "μεγάλοι" τα εισαγωγικά και άρα την εξάρτηση από το εκάστοτε λογοτεχνικό κατεστημένο, αλλά επειδή , δεδομένων των όποιων υποκειμενικών κρίσεων , πρέπει οπωσδήποτε να διαχωριστεί η ποίηση από τη μη ποίηση . Και βέβαια, αυτός ο διαχωρισμός κάλλιστα μπορεί να λάβει χώρα εντός της ανθρώπινης αντίληψης ( και όχι στον υπεριπτάμενο χώρο των πλατωνικών ιδεών)με τη μόνη προϋπόθεση η αντίληψη αυτή απλώς να γρηγορεί και να μην υπνώττει.Τότε εύκολα θα κατακρημνιστεί το ατέρμονο και βρίθον λογοκλοπών scrabble. Τότε όχι μόνο θα βλέπουμε τις φιγούρες του αγάλματος που χορεύει με το πάθος στα λευκά αλλά θα γίνουμε εμείς οι ίδιοι χορευτές και βιάζοντας ανοίξεις θα τις ανακαλύπτουμε. Όσο για τους μυητές εκπαιδευτικούς αλίμονο αν δεν είναι οι ίδιοι ποιητές...

Churchwarden είπε...

Tα εισαγωγικά δεν μπήκαν λόγω εξάρτησης από το λογοτεχνικό κατεστημένο. Στην πραγματικότητα, μπήκαν αντί της έκφρασης "εντός ή εκτός εισαγωγικών-όπως προτιμάτε".

Προκειμένου

"η αντίληψη αυτή απλώς να γρηγορεί και να μην υπνώττει"

αρκούν τα συνοδικά συστήματα κρίσης να αντικαταστήσουν τις βυζαντινές δολοπλοκίες. Κατά τα άλλα, το να ρωτάμε "ΕΙΝΑΙ καλό το ποίημα;" είναι σα να ρωτάμε "ΕΙΝΑΙ δικαιοσύνη η που αποδίδει το δικαστήριο;".

Ουδέν έξω από τον άνθρωπο. Προτείνω το εφικτό και όχι το περιιπτάμενο-η Ποίηση θα γίνει καλύτερη με το εφικτό. Η παρούσα κατάσταση απέχει αβύσσους του εφικτού.

Pipe Smoker είπε...

Αυτήν τη στιγμή καπνίζω ένα καλαμπόκι με Borkum Riff Cherry. Το καλαμπόκι καπνίζει καλά για τα λεφτά του, αλλά δεν είναι και πρωταθλητής. Το cherry είναι μέτριο προς κακό, αλλά μάλλον αυτό είναι χαρακτηριστικό όλων των καπνών cherry. Με τα παραπάνω συμπεράσματα συμφωνούν σχεδόν όλοι οι καπνιστές πίπας. Παρά την ύπαρξη διατομικών διαφορών και παρά την ποικιλομορφία που μπορεί να συναντήσει κανείς όσον αφορά σε πολτισμικούς παράγοντες, στην ανατομία των ελίκων του φλοιού και στην αρχιτεκτονική των συνάψεων. Θα αγανακτούσα, λοιπόν, αν ζούσα σε έναν κόσμο όπου οι φορτωμένοι με χημικούρες σαβουροαρωματικοί καπνοί του περιπτέρου θα ήταν οι μόνοι προσβάσιμοι. Το ίδιο ισχύει και για τα καλαμπόκια. Καλά είναι, αλλά η Ardor Giove Fantasy καπνίζει καλύτερα και είναι σαφώς ομορφότερη. Ευτυχώς, όμως, ζω σε έναν κόσμο που μπορεί κανείς να απολαμβάνει virginia flakes και εγγλέζικα χαρμάνια. Στον ίδιο κόσμο, όμως, η ποίηση καθίσταται προσβάσιμη με διαφορετικά κριτήρια.

Τουλάχιστον καπνίζουμε καλά χαρμάνια.

Pipe Smoker είπε...

Δεν είμαι σε φόρμα σήμερα. Έχω πήξει με μετρήσεις πάλι. Δεν έχω έμπνευση και δεν μπορώ να αρκεστώ στα κοινότοπα μπινελίκια. Το μόνο που θέλω να επισημάνω προς το παρόν είναι ότι βαρέθηκα να είμαι μετριοπαθής. Δε θέλω να αναθεωρήσω την αυθόρμητη εντύπωση (too old, too tired, too fuckin' blind). Διαβάζω κατά καιρούς τους "μεγάλους" ποιητές της εποχής μου και προσπαθώ να δω που στο διάολο είναι κρυμμένο αυτό το μεγαλείο. Τα αισθητήριά μου δεν αποκρίνονται (και αυτά σπανίως λανθάνουν). Οπότε, μόνο δύο υποθέσεις μπορώ να κάνω. Πρώτον, μπορεί να έχω περιορισμένο οπτικό εύρος. Δεύτερον, μπορεί όλη αυτή η φασαρία να γίνεται για μια κλανιά που κάποιος βάφτισε σονάτα.

Εμένα, όμως, μου μύρισε... Τι να κάνω? Να πω ψέμματα?

Churchwarden είπε...

Pipes, σοβαρέψου. Δε σε φωνάξαμε εδώ για να πέρδεσαι. Είσαι ανεκδιήγητος, αγαπητέ μου. Πιφ.

Pipe Smoker είπε...

Μακάρι να το έκανα εγώ. Αλλά δυστυχώς το κάνουν άλλοι. Για αυτό και βρωμάει (συνήθως οι δικές μας δε μας ενοχλούν). Από την άλλη μεριά, δυσκολεύομαι να εκφραστώ κόσμια σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Όταν πχ κάποιος γράφει αχαρακτήριστα "ποιήματα", συνθέτει άθλιες μουσικές ή κάνει κακή επιστήμη και ταυτόχρονα μου το παίζει αυθεντία, δεν μπορώ να αναλύσω το ζήτημα με ευγένεια. Και δεν μπορώ, διότι αυτός δεν είναι ευγενής απέναντί μου. Υπάρχουν συμπεριφορές, αγαπητέ μου Σέργιε, στις οποίες αρμόζουν μονάχα ισχυρές (παρεξηγημένες ως χυδαίες) λέξεις. Το πολύ-πολύ να βγάλεις ένα "χ" από τη λεκτική εξίσωση και να καταλήξεις με μια αλληλουχία τριών λέξεων, που ξεγελά την άμεση αναγνωστική οδό και αναγνωρίζεται ως απαξιωτική φράση.

Εν ολίγοις, όταν κάποιος με κατηγορεί που δεν αναγνωρίζω το μεγαλείο του μεγαλοποιηταρονιού, αντανακλαστικά θυμάμαι την μπλογκερική τριάδα: "Σταρ ίδια μου". Και καθίσταμαι άμεσα λογοκλόπος.

Churchwarden είπε...

Pipes, άλλο αυτό

"μια κλανιά που κάποιος βάφτισε σονάτα.

Εμένα, όμως, μου μύρισε"

και άλλο αυτό

"Σταρ ίδια μου".

Διαφέρουν: α)Στην αισθητική (υποκειμενικόν-δε λέω) β)Στο ότι εμφανίστηκαν εδώ (τα ίδια) κατόπιν προσβολής του προσώπου μου.

Τη γνώμη μο σε λέω.Όπως γοστάρεις τα λες.

Pipe Smoker είπε...

Αν και στη σύγκριση των δύο ως προς την αισθητική διαφωνούμε, σε προσκαλώ να γυρίσεις πίσω (από Camel) και να φάμε τη μακαρονάδα.