22 Φεβ 2008

ΚΥΠΕΛΛΑ ΑΝΑΒΡΑΖΟΥΣΑΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Φυσώ το ξύλο στις αρθρώσεις επικίνδυνων δρόμων
κι εκείνο αναζωπυρώνεται
Μελετημένο ως τα τώρα
σ’ανοξείδωτα κύπελλα
αναβράζουσας μοναξιάς
Κλαις μ’αλμυρά δάκρυα δικά μου γιατί έχεις πρόσωπο
Καθώς ανήμπορος παρατηρώ
δεκάδες εστίες
να συμφωνούν στο στήθος μου
την παρατεταμένη αϋπνία
Καθώς ανήμπορος περιμένω
τον ελάχιστο φθόγγο
που θα συνεχίσει
τον τελευταίο σου οργασμό
Kαθώς ανήμπορος μυρίζω
το δέρμα σου λευκό
να διακόπτεται
από μικροσκοπικά κομμάτια ύφασμα
Καθώς ανήμπορος γυρίζω το κλειδί στην κλειδαριά
Και το χαμόγελό σου στις αυταπάτες μου
Που σα φλυαρίες παρανοϊκού κόκορα
Ξημερώνουν την απόλυτη ησυχία της σκόνης των παπουτσιών σου
Στο ημίφως

3 σχόλια:

Fuji είπε...

Κλαις μ’αλμυρά δάκρυα δικά μου γιατί έχεις πρόσωπο....

kyriaz είπε...

"Που σα φλυαρίες παρανοϊκού κόκορα
Ξημερώνουν την απόλυτη ησυχία της σκόνης των παπουτσιών σου
Στο ημίφως"

ξέρεις να τελειώνεις ένα ποίημα με το πιο..."δυνατό σου χαρτί".

Churchwarden είπε...

@Fuji:

Παρατηρώ ανήμπορος το πρόσωπο να είναι η αιτία.

@kyriaz:

Το ποίημα γράφτηκε όταν ήμουν 20 ετών. Και πιο παλιό να ήταν, πάλι δυνατό χαρτί θα έψαχνα για το τέλος. Σε ευχαριστώ, φίλε Γιάννη.