14 Δεκ 2008

ΑΥΤΑΡΕΣΚΗ ΣΙΩΠΗ


ΑΥΤΑΡΕΣΚΗ ΣΙΩΠΗ


Μας άφησε ο ασθενής˙ πράξτε τα δέοντα.
Σκάψτε το λάκκο, ανοίξτε το φέρετρο
αγοράστε χαλί.
Όποιος πονά, ας ανέβει επάνω.
Οι υπόλοιποι
σκουπιστείτε από κάτω με την οδύνη σας
να με διαμεσολαβεί
το βάθρο των αληθινών δακρύων.
Έτσι όπως προικίστηκα
με αυτάρεσκη σιωπή
πάνω από παγωμένο θα γυμνάζομαι
πρόσωπο νεκρού
με λέξεις πασχίζουσες τα μάτια του ν’ ανοίξουν
στους τροπικούς που κι αυτός ακόμη
κάποτε απέρριψε.
Κι εσάς
ούτε να σας πατήσω δε θα καταδέχομαι.
Άνδρος,
Καλοκαίρι 2007
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ




O πίνακας, χειρ Γ.Κ. Τραγουδούν οι U2. Θα επιστρέψω με το καινούριο μου βιβλίο, την Αυτάρεσκη Σιωπή (ΑΝΟΙΞΗ 2009), στο χέρι, με ποιήματα για τους φίλους. Μέχρι τότε, σας χαιρετώ. Εύχομαι να είστε όλοι καλά. Εύχομαι, επίσης, ο καινούριος χρόνος να φέρει κάτι καλύτερο από αυτό που επιφυλάσσουμε στους εαυτούς μας.
UPDATE:
ΣΟΛΟΜΩΝ
Κι αν απειλεί ο βασιλεύς
με διχοτόμηση
ο άνθρωπος επιμένει:
καλύτερα το παιδί.
Όποιος ξέρει ν’ αγαπά
δεν εκχωρεί
μισό μισό το πτώμα μας
το χώμα μας ολόκληρο κοσμεί.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ

13 Δεκ 2008

ΑΓΩΝΑΣ

Η βία είναι το τελευταίο καταφύγιο του ανίκανου

Isaak Asimov




Για κάποιους είναι απλούστερο να "τα σπάνε" από το να ψηφίζουν. Για κάποιους άλλους (που μπορεί και να είναι οι ίδιοι με τους προηγούμενους) υπάρχει καλή βία και κακή βία.
Για ελάχιστους, υπάρχει μόνο κακή βία. Αν κι ανάξιος να συνταχθώ μαζί τους, υποκλίνομαι μπροστά τους.

11 Δεκ 2008

ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΙΚΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ


Δια τίτλου
Επί της λαμαρίνας πίπτει η ευθύνη
Σκοτωμένο γατί
Με λιωμένο κεφάλι στον δρόμο
Από το σώμα του
Mεταλαβαίνουμε οι περαστικοί
Πάνω στο σώμα του

Kανιβαλίζουμε οι διαβάτες
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΣΕΛΙΜΗΣ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΕ ΜΟΡΦΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ


Οι δρόμοι έξω καίγονται,
Σκότωσαν ένα παιδί,
Γίνεται λένε εξέγερση.

Βρέθηκε επιτέλους θέμα:
Οι ποιητές πιάσαν δουλειά,
Αστράφτουν τα μολύβια!

Τα πράγματα φαίνονται άγρια.
Ένας θεός ξέρει πού θα ξοδέψουν
Το δώρο των χριστουγέννων.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

9 Δεκ 2008

ΝΕΡΑΙΔΑ


Θέλετε να μάθετε από πού ξεκίνησαν οι φλόγες; Θα σας πω. Δεν υπάρχει οικογένεια, δεν υπάρχει μάνα. Δε θηλάζουν πλέον τα παιδιά. Τραγουδώ από εδώ τη Νεράιδα, μες στην ασχήμια και την εγκατάλειψη. Δεν υπάρχει οικογένεια, δεν υπάρχει μάνα. Όσο το παιδί μεγαλώνει στον αυτόματο, θα αναζητά στο κράσπεδο τις αρχές του. Εκεί που πυροβολούν οι παρανοϊκοί κι ανατινάσσονται τα τροχοφόρα. Ντροπή μας.


8 Δεκ 2008

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΛΙΑΣ, ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ


Τα ποιήματα του Γιάννη Τόλια έχουν ένα ρυθμό και δύο αφές: ο ρυθμός εξασφαλίζει τη ροή του υψηλού ιξώδους, την αργή, νωχελική ροή απόλαυσης της επιθυμίας. Οι αφές δεν είναι μία και κάποια άλλη. Είναι δύο για να εξασφαλίζεται η μεταξύ τους τάση, η οποία, παρά την πείνα της μιας αφής για τη δίψα της άλλης, φτάνει όσο χρειάζεται πριν το σμίξιμο. Στο διάστημα που μεσολαβεί, στο χώρο που δύο εντάσεις εξασφαλίζουν μεταξύ τους για να κορυφώνονται ανέγγιχτες, ο ποιητής κλειδώνει το ποίημά του. Η στρατηγική αυτή υπερβαίνει κάθε θεματική: την ανάμνηση, τον έρωτα, τη σκέψη, τη σκέψη για τον έρωτα της μνήμης, τον έρωτα για τη μνήμη της σκέψης. Κυριαρχικός δεσπόζει σε όλο το μήκος του ο χαρακτηριστικός ρυθμός του ανεκπλήρωτου: αυτός θα τέρψει την αίσθηση, αυτός θα θρέψει την όρεξη για τις καταβολάδες της αίσθησης, που θα αλλάξουν σχήμα, θα εξορμήσουν στο σώμα και θα επιστρέψουν για να το γνωρίσουν πάλι, για να το γνωρίσουν αλλιώς. Το ποίημα του Τόλια δε γράφεται. Εκφωνείται. Η λέξη εκφέρεται με το δέος του κήρυκα. Πριν τη λέξη υπάρχει το μέλι που τη μέστωσε, την έφερε θριαμβευτικά στο στόμα. Μην μπορώντας διαφορετικά, ο αναγνώστης υποχρεώνεται σε συλλαβισμό: ο χορός αυτής της ανάγνωσης έχει βήματα. Σας παραδίδω ενδεικτικά, ελπίζοντας στη συνενοχή σας. Στο ΛΥΣΙΠΟΝΟΝ εύχομαι να είναι καλοτάξιδο σε βαθείες περιηγήσεις.
Αν όλα υπήρχαν στον αέρα
άκοπα κι αναίμακτα
εάν χαρίζονταν

Τότε γιατί η δύση
δε συνέχισε μέσα μου;

***

Με πλημμυρίζεις
νυχτερινό ποτάμι
Χωρίς να φταίω

***

Στα όνειρα

Να μη συνάπτεις
φιλίες με τις λέξεις

Γιατί το πρωί
πάντα επιστρέφει
σαν τιμωρία επαλήθευσης

Η αρρώστια της αποτύπωσης

***

Αν ο χρόνος
δεν έσβηνε τη δίψα του
με τα δάκρυα των επιθυμιών

Το σύμπαν θα είχε πλημμυρίσει οδύνη

***

Επέστρεφες απόγευμα
Η δύση
δε χωρούσε
στους καθρέφτες σου
Γύρισες πίσω να κοιτάξεις
Και αφιερώθηκες...
*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Πελοπόννησος"

7 Δεκ 2008

Ο ΦΤΑΙΧΤΗΣ


Ποιήματα
(Είναι γνωστό)
Χειροκροτούν οι δολοφόνοι.
Με ποιήματα μεγάλωσαν οι φόνοι.
Στίχους βυζαίνουν τα περίστροφα
Κι εξαγριώνονται οι δήμιοι.
Είναι το πρόβλημα απλό
Για να έχουμε ειρήνη:
Στείλτε ως λύση οι ποιητές
Την ποίηση στη Σελήνη.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

4 Δεκ 2008

ΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ


Κάτι άλλοι ζωγράφοι μού έλεγαν
"μην ακούς τους ποιητές".
Όμως εγώ τους άκουσα.


ΑΛΕΚΟΣ ΦΑΣΙΑΝΟΣ

Γιόμισε το χώμα σφήνωμα
άδεια χαρτοκιβώτια παντού
το σκήνωμα στον πίνακα:
το πορτραίτο της.

Τώρα που το πρόσωπό της
αφορίζει περιεχόμενο μέσα σου
αγάπα τη περισσότερο από ποτέ
και ποτέ μην πουλήσεις
την εικόνα της.

Μην της κάνεις το χατίρι.
Παραλλαγή

Όσα και να μου πρότειναν
το πορτραίτο σου το κράτησα
κι έρχεσαι εσύ
να με δώσεις τετρασύλλαβα;

Χωρίζουμε;
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)


Ο πίνακας, χειρ Γ.Κ. Άδει η Celine Dion.

1 Δεκ 2008

ΧΡΩΜ ΚΑΙ ΛΕΚΤΕΣ


Στου πρωτοκόσμου το στερέωμα
πάλεψαν Χρωμ και Λέκτες
κι εξόργισαν με το αίμα τους
τον τέκτονα της Αρχής.
Καταραμένοι να ’ν’ οι Χρωμ
όρισε η φύση
να εγκλωβίζουν τις φιγούρες τους
σε διαστάσεις δυο.
Καταραμένοι και οι Λέκτες
όρισε ο Θεός
σε δυο να τραγουδούν
ξελόγιασμα της τρίτης διάστασης.
Θα καταργήσει, άραγες, κάποτε
Λέκτης τη βαρύτητα
αφήνοντας των Χρωμ
το μουσαμά λευκό;
Θέλω σ’ αυτή τη γη η ζωγραφιά να περπατήσει.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

30 Νοε 2008

ΚΟΧΥΛΙ ΜΕ ΑΥΤΙ

Πίνακας του Γ.Κ.
Στο τραπέζι
άλλοι κοιμούνται
άλλοι λιποθυμούν.
Οι μεν σηκώνονται και τρώνε.
Μπορείς να πεις πως ξύπνησαν
πως δέχονται επισκέψεις.
Οι δε ανοίγουν τα μάτια τους
δίχως να σηκωθούν.
Πες πως συνήλθαν
έτοιμοι να σ’ επισκεφθούν
στο χαρτοφύλακα, στο λουκέτο, στη μπετονιέρα.
Δε θα ’ναι μόνοι.
Θα ’ναι μαζί κοχυλοκέφαλη μορφή
κλειστή σαν άδεια μέρα.
Θα ’ναι μαζί κοχυλοκέφαλη μορφή
που σκέπτεται τ’ αντικείμενα.
Έχει και αυτί, ακούμπα πάνω
το δικό σου. Έτσι να χαιρετάς:
δεν είν’ η θάλασσα, γελοίε
αέρας που στροβιλίζεται.

Κούνα το κεφαλάκι σου να εκραγεί η ρυτίδα.

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)


28 Νοε 2008

ΜΩΡΑ ΠΟΥ ΜΕΓΑΛΩΣΑΝΕ


Πίνακας του Γ. Κ.
-του προ 23 ετών διπλανού μου-

Κλάμα μωρού στο σπίτι μου νυχτιάτικα;
Αδύνατον.
Εργένης γαρ, ωσάν τον κούκο
μονάχα ώρες ξεφωνίζουν εδώ μέσα.
Σηκώνομαι με δυσφορία
αναζητώ την κούνια˙
δεν μπορεί να με γελά
αυτό μου το προαίσθημα.
Ψάχνω αλλά μωρό δε βρίσκω
η πυρίτιδα απορροφά νερό
πληγιάζει η προφητεία.
Κατάλαβα. Πρέπει νανούρισμα
να γράψω απόψε.
Κάποιος εκεί έξω θα πεθαίνει.
Μωρά που μεγαλώσανε γεμίσανε οι τάφοι.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

27 Νοε 2008

ΕΓΚΑΥΜΑ



Στην τελευταία φάλαγγα του κάθε μου
δαχτύλου
βρίσκεις τη χαρακιά π’ έκανα
με σκουριασμένο, αχρησιμοποίητο
ξυράφι. Οικειοθελώς εκβίασα
μιαν αναντίστρεπτη, συγκεκριμένη
αφή
να ’ναι πόνος ό,τι περιεργάζομαι.
Είμαι έγκαυμα.
Δεν υπάρχει πυροσβέστης
να με σβήσει
ως κι η αποστείρωση με συντηρεί.
Αν θες να με καταπραΰνεις
άλειψέ με με χαρτί.
Είναι το μολύβι μου βαρύ
μες στη θερμοκοιτίδα.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)


24 Νοε 2008

ΚΟΥΡΕΥΩ ΤΟΝ ΗΛΙΟ



Δε σου αρέσουν τα μαλλάκια σου, αγάπη μου;
Σπεύδω.
Κουρεύω τον ήλιο
τις ηλιαχτίδες μία μία αποσπώ
με ουρανό τσιμπιδάκι.
Δεν είναι δύσκολο
είναι για τα ματάκια σου
να μην είναι βουρκωμένα και υγρά
αλλά γιομάτα σπινθήρα μεταξιού.
Σου προσφέρω δώρο την κόμη του ήλιου
μέσα σε καφετί, ερυθρωπό κουτάκι
τριανταφυλλιάς. Άκουσε τις αχτίδες προσεχτικά.
Λάμπουν και τραγουδούν
πάλλουν τις χορδές του θάμβους
για να με ξελογιάσουν
να τις αφήσω ελεύθερο φως.
Όμως όχι
είναι για σένα
είναι δικές σου
για τα ματάκια σου
και πες πες
είσαι χαρούμενη;
Πες πες πες
είσαι χαρούμενη, αγάπη μου
γλυκό μου, στρουμπουλό, αφράτο καρβελάκι μου;
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

23 Νοε 2008

ΣΠΥΡΟΥ ΣΦΕΝΔΟΥΡΑΚΗ, Ποιήματα

ΜΕ ΑΓΩΝΕΣ

Η βεβαιότητα του ήλιου πως θα λάμψει κι αύριο με ξεπερνάει
Σαν έρχεται η μέρα και φωτίζει τις πορείες που δεν πήραμε τη νύχτα
Τα βήματα που χάθηκαν μαζί με το κουράγιο σε χέρια άψητα
Έρχεται ο ήλιος κι ανατέλλει μ’ ένα «σας το’ χα πει» ανελέητο
Κρέμονται τα κουρέλια στα σύρματα της αβίαστης βίας τους
Κοιτούσαν τον ουρανό στο βάθος του δρόμου κατακόκκινοι
Ο ήλιος είναι σίγουρος για τον ερχομό του
Περάσανε τα χρόνια χωρίς να διστάσει κάποιος, να κλάψει
Χωρίς τα αίματα να τρέξουν στις ολόρθες γροθιές τους
Ο ήλιος βέβαια θα φωτίσει τον τρόμο και το θάρρος εξίσου
Θα κρυφτούν μόνο όσοι πέρασαν κοιτώντας με αμέτοχη θλίψη
Ο ήλιος καίει το καταχείμωνο στις πιο παγωμένες κορφές
Ξέρει πως θα’ ναι εκεί και πάλι αύριο να δίνει χρώμα στο χάος
Που ελπίζει να γίνει μορφή τέλειας αρμονίας
Οι ελπίδες γέννησαν τέρατα που γέννησαν νεκρούς που ελπίζουν σε παράδεισο
Εδώ, σε πόδια αβάσταχτα κάτω από μέταλλα και κραυγές
Οι αυγές μας τελειώνουν με κάθε υπόσχεση
Ο κόσμος είναι βέβαιος για τον ήλιο και κοιμάται ήσυχος
Ο κόσμος βέβαια ορέγεται νύχτα όσο περισσότερο γεμίζει φως
Στο βάθος το βλέπεις κι εσύ σαν τους ετοιμοθάνατους
Όσους δεν κατάφεραν να περάσουν πλήρεις αισθήσεων
Κάποιοι στάθηκαν, κάποιοι χάθηκαν, κάποιοι μαράθηκαν
Ο ήλιος είναι βέβαιος για τον τρόμο

Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΨΗ

Το πυκνό σύδεντρο κρύβει τη μοίρα όσων δεν γνώρισαν τ’ αστέρια
Αγνοί σαν κάτι που δεν ξέρουμε πώς φθίνει

Βαθιά στις ρίζες που σκάβουν τα γουρούνια
Φύονται λαίμαργες υφές
Εκείνοι δεν πλέκουν θαλλούς περίτεχνους
Αφήνουν το χώμα να ορίσει τα όνειρα κάθε νύχτας τους
Οι λέξεις τους μυρίζουν βρεγμένο χορτάρι κι ελπίδα ματωμένης σάρκας
Το άγγιγμα τραχύ και τρυφερό
Ο έρωτας είναι εκεί και πλάθει ποίηση στις άκρες των χειλιών τους
Νοιώθουν το χρόνο σαν τα δέντρα

Ο ύπνος πολεμά κούραση και τέρατα μαζί
Η νύχτα πρέπει να περάσει αναίμακτα
Ηδονικές γιορτές νικούν την αγωνία
Ποιος κάνει τα κορμιά να ριγούν και ποιος δοξάζει τον ήλιο;
Φωτιά ο όλεθρος, φωτιά ο φίλος

Νοσταλγικά μιλάς για τις μέρες που πέρασαν
Τώρα που η νύχτα γεμίζει τη χαρά μας
Τώρα που οι λαίμαργες υφές έχουν πλέξει εδέσματα
Ο έρωτας είναι πάλι εδώ μα χρόνος δεν υπάρχει
Τα όνειρά σου είναι σίγουρα για το ξημέρωμα
Το άγγιγμα απαλό και τρυφερό
Ο ύπνος πολεμά άχρηστες σκέψεις
Οι λέξεις νικούν το αίμα μερικές φορές
Η ηδονή είναι γιορτή κι η αγωνία πόθος
Καθώς τα σύννεφα κοιτάς κάτω απ’ τα πόδια σου να τρέχουν
Μιλάς νοσταλγικά για τις μέρες που τυφλοί δεν υπήρχαν
Αγνοί σαν τα πεσμένα φύλλα που σκεπάζουν το σάπιο χώμα
Κι εγώ στρέφω το βλέμμα μου σε παγωμένες στέγες
Στέλνω τους χοίρους μου να σκάψουνε για τρούφες
Ποιος θέλει να’ ναι αγνός όταν μετρά τ’ αστέρια;

Η άγια σκέψη θα μας φυλά στον αιώνα τον άπαντα
Αμήν

ΣΥΝΔΡΟΜΟ

Κατά πως έρχεται το σκοτάδι αναβλύζουν παιχνίδια με λέξεις σα θηλιά
Αστεία, θλιβερά, απαραίτητα

Το σκοτάδι δε θα φύγει πριν αγγίξω τους λειχήνες
Στο δέντρο της μυρωδιάς σου
Πότε άρχισα να ευωδιάζω ερωτικούς ήχους;
Πότε λούστηκα χαρμολύπη στο βάθος των σκοτεινών ματιών σου;
Πότε έσβησε το φως που λιώνει την πέτρα δίπλα στη μεγάλη θάλασσα;

ΘΕΡΑΠΕΙΑ;

Και τώρα;
Ανίκητη φιλάς στόμα ανέσπερο
Πώς ξεμπλέκει ο κισσός από τα ξερά κλαδιά μου;
Η ανάκλαση της χαράς στη χτένα που δεν έχεις στα μαλλιά σου
Κεντά περίτεχνες ίνες στις άκρες των δαχτύλων που ανιχνεύουν τον πόθο σου
Οσμές περσινής στάχτης δολοπλοκούν στα απογυμνωμένα δάση
Ανάμεικτες με φερομόνες δυσπρόσιτης ευδαιμονίας
Ακίνητος κρατώ σώμα ανέλπιστο
Ύπνος ηδύς

Αγέρωχα στάθηκα στο εκτελεστικό απόσπασμα της ποίησής σου πανδαμάτορα
Μα έπεσα μπροστά στον ήχο της μουσικής σου αναίδειας, με τα κρουστά χέρια της να κτυπούν τα λόγια μου, καρφωμένα καθώς παρέμεναν στον αυχένα
Δεν υπέκυψα στην ηλεκτρονική αναμονή, όχι χωρίς μάχη με τους πέρσες σου
Που στέλνεις κύματα στις ζεστές μου πύλες
Μα στο σκοτάδι οι εφιάλτες ανθίζουν παραφορά
Προσφέρουν αεικίνητες ψυχές που αυτοκτονούν στα μάτια της

Ανίκητη θλίψη, προϊόν συγγενούς απώλειας συναισθηματικής απλότητας
Αύριο ένα γέλιο θα πλέξει θώρακα αλεξίπικρο για την ευρύχρονη καρδιά μου

ΠΑΡΟΧΘΙΑ ΑΛΓΗ

Η ηρεμία της λιμνοθάλασσας έσπασε σε κύματα φυγόκεντρα
Μια μαύρη πέτρα στο βυθό πια
Μια δεύτερη στην όχθη περιμένει
Ο ουρανός παρέμεινε απαθής μπροστά στην παραμόρφωσή του

Όταν η εικόνα του πιο ζεστού προσώπου γίνεται κυματομορφή
Ο βυθός αναταράζεται και ξεχνά να μένει σιωπηλός
Θα στείλει άραγε πλοκάμια να τυλίξουν το σώμα που στέκεται βουβό
Να μην αντέχει την οικειοθελώς ρέουσα ευτυχία;

220 284

Υπάρχουν κάποιοι αριθμοί που είναι τέλειοι
Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που είναι φίλιοι
Ποτέ οι ίδιοι όμως, ποτέ οι ίδιοι

ΕΣΤΙΓΜΕΝΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ

Καθώς περνάς από τη στάση τρέχοντας
Δες τα πρόσωπα που κρύβουν τη ζωή τους κοιτώντας χαμηλά
Στάσου και γέλασε με τις σκιές που πληθαίνουν τη μοναξιά τους
Τα φώτα σβήνουν μια-μια τις διαστάσεις σου μαζί τους
Δεν θα προλάβεις τα χρώματα, η μέρα θα βρει μόνο αποτσίγαρα

Ανέβα στο λεωφορείο, ψάξε ποια χειρολαβή σου καίει τα δάχτυλα
Κράτα κεντρομόλο το κορμί σου πάνω από τα μαύρα μαλλιά της
Θα ακούσεις έλατα να γέρνουν στον άνεμο
Θα δεις βελανιδιές μεθυσμένες να ρίχνουν τα κύπελλα
Θα μυρίσεις πεύκων βελόνες να πεθαίνουν στη βροχή
Θα οδηγήσεις μουσική στο κόκκινο δέρμα της

Απορώ μερικές φορές πώς όλοι οι άνθρωποι στις στάσεις ξέρουν πού πάνε
Πώς όλες οι στάσεις ξέρουν να κρατούν την αναπνοή τους
Πριν εκτοξεύσουν τη λεία τους με προκαθορισμένη αβεβαιότητα
Οι στάσεις είναι απαραίτητες σε όσους δεν κυνηγούν το φως

Σηκώθηκε κι αυτή με προσμονή και μια αίσθηση απώλειας
Μπορείς να δεις το βήμα της πιο γρήγορο μέχρι το κατώφλι
Εκεί που ο χρόνος θα συσταλθεί για λίγο πριν τρέξει στο πρωί
Ίσα να δει δυο λέξεις που θα ανάψουν το φως των ονείρων της

Καθώς περνά τρέχοντας την τελευταία στάση, περίμενε
Κατέβηκαν όλοι πριν φθάσουν στο τέλος
Τα πρόσωπα, οι σκιές και η απουσία χαμόγελου, έμειναν
Ο οδηγός και το τέρμα που έρχεται

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΕΝ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ



Τ’ άρωμά της το ’φερνα
απ’ το σπίτι μου.
Μύριζε ήλιο και γιασεμί
ζέστα και παράδεισο
πυκνή στα μάγουλα και ροδαλή δροσιά
λιγοθυμιά
από έρωτα αμούστακο.

Το άρωμα που της έφερνα
απ’ το σπίτι μου
τ’ ακούμπησα στο κομοδίνο της
για να με κάνει άντρα.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

22 Νοε 2008

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΕΣ

Διαβάζω το ποίημα του Boris Vian "ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΚΥΛΕ". O Basil τραγουδά "Dogs in the kitchen" σε δική του μουσική και στίχους του Bernie Taupin.

Για περισσότερα ποιήματα του Βoris Vian
κι αναγνώσεις των
πορευόμεθα προς
Ποιείν.

21 Νοε 2008

N

Μιλώ για χρώματα
πράσινο, πορτοκαλί, κόκκινο
ολίσθηση, βιασύνη, φρένο.
Δεν ξεχωρίζω
από τους άλλους οδηγούς.
Στους ίδιους δρόμους
αγωνιώ
με τα ίδια πετάλια
πασχίζω.
Η γυναίκα μου όμως ξέρει
(αυτό ερωτεύτηκε)
πως σε μιαν άφαντη στιγμή
της κόπιας μέρας
μεγεθύνω μιαν εγγύτητα
σα να ’τανε ορίζοντας.
Δίνω στο προφανές σημασία.
Για σένα μιλώ, φανάρι˙
σ' είδαν πολλοί ν’ ανάβεις
μα εντός σου τα χαράγματα
κανείς.

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

20 Νοε 2008

ΠΩΣ ΠΙΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΛΙΜΑΝΙ



Αν όπου θάλασσα γινότανε στεριά
κι όπου στεριά, θάλασσα γινόταν
θα πέφταμε όλοι ανήμποροι στο νερό
έχοντας κατά νου την επιβίωση.
Τόσον αφρό από πλατσούρισμα
ωκεανός δε θα ’χε ματαδεί:
άνθρωπος άνθρωπο να πιάνει για σωσίβιο
άνθρωπος να κατατρώγει άνθρωπο
χώρο για να κάνει στο κολύμπι
όλα για να ξαναπατηθεί το χώμα
κι ας χαθεί από τα πτώματα ο βυθός.
Χρειάζεστε, άραγες, εμένα να σας πω
με υποθέσεις ό,τι ζείτε κάθε μέρα;
Σεις γνωρίζετε καλύτερα πώς πιάνει κανείς λιμάνι.

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)


Οι Nightwish τραγουδούν για μας



Ο ποιητής Γιάννης Βούλτος διαβάζει τα ποιήματά μου
"Συνήθεια" και "Το Θεριό"

Ευχαριστώ από καρδιάς τον ποιητή
για το πολύτιμο δώρο του
και καταθέτω και από εδώ το θαυμασμό μου
για την εκφορά του.

17 Νοε 2008

Ο ΗΛΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΒΕΒΑΙΟΣ



Από εδώ που είμαι φαίνεσαι καλά.
Σκαρφαλώνοντας ένα φλεγόμενο δένδρο
παίρνεις επάνω σου όλη τη φωτιά
και την ευθύνη
χιμώντας πυρόδερμος στο άρμα.
Ψάχνεις μανιασμένα τρόπο να μπουκάρεις
μπαίνεις απ’ το κανόνι˙
στο δρόμο σε συναντά οβίδα
πυροδοτείται απ’ το στουπί
των εμπρηστών.
Το άρμα ανατινάσσεται
εκρήγνυνται οι φασίστες
γλιτώνουν οι αθώοι φοιτητές
τους γέροντες προσπαθείς να σώσεις.
Όχι, δεν έχω μπερδευτεί.
Είναι παντού ο Γιώργος ο Κηρύκου.
Το ήθος δεν έχει αυλαία
δεν εκπίπτει από τον άνδρα εποχή.
Το δένδρο απόμεινε μαύρο, ξεψυχά
περνώ περαστικός και κόβω ένα κλαδί
ιχνηλατώ με κάρβουνο το βήμα σου
φιλώ εκεί που πάτησες
γονατιστός προς τιμή σου παρελαύνω
σ’ ακούω από το μνήμα σου νεκρούς
να παρηγορείς και θάνατο να καταριέσαι.
Αχ κι απ’ την καρδιά σε όλους να ’μπαινες.

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)



16 Νοε 2008

ΜΕ ΠΛΑΤΗ ΤΗ ΜΥΡΤΙΑ



Πού καταχώνιασες όλα τα πουλιά;
Νομίζεις έτσι η ντροπή πως θα ξεπλύνει;
Σ’ ακούν οι μέλισσες μέσα στα κελιά
Λιώνει η κηρήθρα τους, την άφησες και σβήνει

Βουΐζοντας όσα σου ’γραφα παλιά
Όταν γονάτιζε στην πένα η οδύνη
Λόγια ανήμερα μες σε ζεστή φωλιά
Πετροχελίδονου που τα ’χτισε να μείνει

Με γύρω του κλαράκια μας, κλαμένα μικρά χαρτιά
Στον κήπο που φιληθήκαμε με πλάτη τη μυρτιά

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ




τ' άσπρο σου το νυχτικό...

14 Νοε 2008

ΟΛΑ ΜΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ



Βουνίσιος ήταν ο Ναός
κι άνοιγε θύρες τον Δεκέμβρη
μια φορά για νεοσσούς
με τη θερμοκρασία υποδοχή
να τους τρίζει τα δόντια.

Τον πρώτο χρόνο σ’ άφηναν
μόνο γεύση˙
μήτε ήχος μήτε άγγιγμα
μήτε τοπία και οσμή.
Έρωτες, μουσικές, δένδρα και μυρωδιές
όλα με τη γλώσσα.

Σαν ξαναρχότανε ο Δεκέμβρης
(ουδέποτε χειμώνας
παραιτήθηκε από χρόνο)
σου ’λεγαν πως θα σου πάρουνε
τη γεύση σου
και θα σου δώσουν πίσω άλλη
αίσθηση.
Αν το δεχόσουν έλεγαν
«δεν κάνεις»
και σ’ εξορίζανε για πάντα απ’ το Ναό.

Αν, όμως, έβγαζες τα κόκαλά σου
κι απειλούσες να τα καταπιείς
για να σταθείς
αν έπειθε η εξάρτησή σου απ’ την απώλεια
πως δεν άντεξες τυχαία ως εδώ
πετούσαν στους ανθρώπους
ό,τι σου πήραν στην αρχή
και με προίκα το χαρτί
σε ’στελναν να βρεις
έρωτα, μουσικές, δένδρα και μυρωδιές

όλα με τη γλώσσα.
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)




Το άκουγα πάντα-και το προτιμώ-
"...I'm going after rails on a crazy train..."

12 Νοε 2008

ΙΩΣΗΦ


Χειρ Εγγονόπουλου

Ουδέποτε γράφτηκε ερωτική ποίηση
στη φύση
παρά από αγιογράφου μέλη.
Η εικόνα απεικονίζει την Αγία
μία και μοναδική Μαριάμ
του παντός.
Αγιογράφος είναι πάντοτε ο ίδιος
ποιητής
ο πατριός του Θεού Ιωσήφ.
Ιδού ποίημα το ερωτικόν:
ο Ιωσήφ ζωγραφίζει Μαριάμ
Αγία του παντός, Παναγία
κι ολοκληρώνοντας δεν υπογράφει
«δια χειρός» μήτε «χειρ»
(όπως ο Εγγονόπουλος)
αλλά σώμα.

Αλίμονο αν δε λατρέψεις ως το κύτταρο.

Ποιος θα γεννήσει το Θεό;
Ποιος άγγελος πετά με μια φτερούγα;
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

Η Annie Lennox τραγουδά "Love Song
For A Vampire"

10 Νοε 2008

ΦΙΛΙ



Πριν κλείσεις τα μάτια σου για να δυναμώσεις
την αφή των χειλιών σου
Δες τον απείρανθο πόθο μου στις άκρες
των νυχιών μου
Που σκάβουν το αλώνι της πρώιμης ηδύτητας να βρουν ενδόθερμη ανταπόκριση
Πριν κλείσεις τα μάτια σου δες πώς αιωρείται έωλο το άχθος των σταυρών
Γαρύφαλλο δέξου στα σιωπηλά χείλη που ενώνουν το χαμόγελο σε σχήμα
Να ευωδιάσει η μέρα δροσιά και χώμα ζωντανό στο χρώμα των ματιών σου
Και κλείσ’ τα πια, έχω το λόγο σου στα λόγια μου πλεγμένο
ΣΠΥΡΟΣ ΣΦΕΝΔΟΥΡΑΚΗΣ
Ο Σπύρος Σφενδουράκης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών.

ANOTHER WAY TO DIE



Δεν πήγε καλά η χρονιά από blockbusterική άποψη. Πρώτα χτύπησε ο Spielberg με τα nonsenseκρυστάλλινα κρανία και τη μιαρή υβριδοαρπαχτή Indiana Jones και Ε.Τ. phone home flying saucer this car is too steady Toyota. Κατόπιν, μας αποτέλειωσε ο Bond-το Quantum Οf Solace είναι η χειρότερη περιπέτεια του ήρωος από τη βραχύβια εποχή του Timothy Dalton. Μπορεί να είναι κι η χειρότερη ever. Την έβλεπα και θυμόμουν το "Last Man On Earth" με τον Vincent Price-με τη διαφορά ότι ο Bond δε χρειάζεται cultουριά και νεωτερισμούς. Αρκεί να φτιάχνει τη γραβάτα του, καταδυόμενος με το καταδιωκτικό σκάφος που 'φτιαξε ο Q για τα γεράματά του. Ήμαρτον, κύριοι. Πολύ με πικράνατε φέτος. Πολύ. Το τραγουδάκι τρώγεται. Καλή εβδομάδα.


UPDATE: ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΕΚΤΟΡΑ ΠΑΝΤΑΖΗ ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΣΜΑΤΟΣ

Μου αρέσει αυτό το τραγούδι λόγω ρυθμού απόφασης επειδή είναι κοφτό επειδή καίνε οι χορδές από το παίξιμο ματώνουν τα δάχτυλα. Έτσι θα ήθελα τα τραγούδια μας κι εμάς να κόβονται οι φωνές οι λέξεις με γυριστό κοπίδι όπως τρυγάν κερήθρα μελισσοκόμοι.

ΣΚΕΨΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ:

Μπορεί ένα σχόλιο να είναι παρτιτούρα; Μπορεί το σώμα του ποιητή να είναι το πρώτο όργανο, αρχαιότερο του αρχαιότερου σφυρίγματος;

8 Νοε 2008

ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ









Διαβάζω ένα ποίημα από την
"Αδελφότητα της Θλίψης".
Οι Emerson, Lake & Palmer τραγουδούν "For You".

6 Νοε 2008

ΟΠΩΣ ΟΡΕΓΟΜΑΙ ΠΑΝΤΟΥ



Πώς να σε πω
εσένα που κυλιέσαι μες στο χώμα
π’ ανακατεύεις δάχτυλα και γλώσσα
στο γρασίδι
και ρουφάς με τα ρουθούνια
της γέννησης την άχνη

εσένα π’ ακουμπάς την πλάτη σου
στα δένδρα
κι υποδέχεσαι εκστατικός τερμίτες
και κουκουβάγιες πάνω σου διαβάτες
αλλά και ερπετά κι αράχνες
σφύζουσες ιστών, γητεύτριες ανέμων
χαρμοδέουσες κάμψεις ντελικάτες

εσένα π’ ακολουθείς φωτιά εκεί
που πιάνει γήρας το κορμί
εκεί που ξερνούνε χρόνο
τα αυλάκια
και το νερό στους βάλτους του στερεύει˙ στάχτη

εσύ
ζωσμένος με φύλλα και μανιτάρια
έντομα, όντα λογιώ λογιώ, λόγια στεριανά
πούπουλα κι ερπυσμούς και φρύγανα
βουνά μα και κοιλάδες γης κι ορέων

θάλασσα σε λέω
κι όπως ορέγομαι παντού
σε βλέπω και σε λέω όπως θέλω
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)


1 Νοε 2008

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Όταν γράφεις τους στίχους σου αυθόρμητα, παιδί μου
καμιά ανάγκη σου δεν έχει ανάγκη συμβουλή
κι αν δεν πιστεύεις ένα γέρο ποιητή
πίστεψε, τουλάχιστον, στην παντοτινή ευχή του:
λάβε φύλλο αρίγωτο, λευκό σου, και πορεύσου
πάνω στην ευθεία που χαράσσεται απ’ τα λόγια σου
το ’να της ρεύμα το ’χει για το πλήθος
και για σένα το αντίθετο-σ’ ορίζοντα δεν αφορά η πτώση
σε μια μονάχα στάση το αίμα κυκλοφορεί.

Πέτρες, παιδί μου, βρίσκονται
(στάσου στο πιο ψηλό σκαλί της στάσης)
μέσα στην καρδιά σου
(σκάψε μια σήραγγα βαθιά από σμπαράλια)
για να σπάνε
(σκάσε μέσα στη σάλπιγγα
ευσταχιανή σιωπή)
δεν πάλλεται τυχαία η καρδιά σου
δε στέλνει τυχαία τα χρώματα
όπου παθαίνουν ίλιγγο των λέξεων τα οστά
κι αναστατώνονται τα στόματα
κι αναρριγεί βουνά της μοναξιάς η σκόνη
σ’ ανύπαρκτου κεραμικού τοπίο.

Μονάχα, όταν θυμάσαι, να τελειώνεις:
είναι δικό μου αυτό το ποίημα;

Είναι στ’ αλήθεια αυτά τα λόγια του Θεού;

COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

28 Οκτ 2008

ΚΡΕΤΙΝΟΙ ΚΑΙ ΝΕΟΝΟΗΜΑΤΑ


Το ποίημα κινείται πάντα μεταξύ δύο σημείων. Το ένα σημείο βρίσκεται πίσω του˙ ας το πούμε χρόνο. Το άλλο σημείο βρίσκεται μπροστά του˙ χρόνος και αυτό. Βεβαίως, η διαπίστωση αυτή έχει προηγηθεί του κειμένου μου, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το νόημα του ποιήματος διαχέεται στα ανθρώπινα χείλη, ανακυκλούμενο και διαρκώς επίκαιρο. Ας επικαλεστώ κάποιον που διαπίστωσε τη διαπίστωσή μου πριν από εμένα: η βιβλιογραφία δίδει πάντοτε κύρος σε έναν ισχυρισμό.

Time present and time past
Are both perhaps present in time future,
And time future contained in time past

Ωραίο τρόπο διάλεξε ν’ αρχίσει ο συλλογισμός: στίχους του T.S. Eliot. Για να συνεχίσει, απαιτούνται εκφορές. Διαλέγω την παρουσία ενός ποιήματος του Κωνσταντίνου Καβάφη, ως παρελθοντικό σημείο αναφοράς.

Την μια μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι-
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλο μήνα.
Αυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.

Από το μέλλον, ας μη διαλέξω ποίημα και συνωστίσω έτσι βαριά-με ποιήματα-το ίδιο νόημα. Ας θυμηθώ μια ατάκα από το «Quills», το φιλμ του Philip Kaufman που εβγήκε εκεί, περί το έτος 2000.

we eat, we shit, we fuck, we kill and we die

Ενδιαμέσως παρελθόντος και μέλλοντος νοήματος, ο Μίλτος Σαχτούρης έγραψε το ποίημά του «Κύριε»-και μάλιστα, δεν το έγραψε εύκολα. Ενδεχομένως ο αναγνώστης να αναρωτηθεί πώς γνωρίζω ότι το ποίημα αυτό δεν εγράφη εύκολα, τουτ’ έστιν με τη γάργαρη ροή του αυθόρμητου. Η απάντηση είναι απλή: το διάβασα στο επίμετρο του βιβλίου του Γιάννη Δάλλα «Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης» , όπου και καταγράφονται τα λόγια του αείμνηστου ποιητή:

«Τα ποιήματά μου εγώ δεν τα γράφω κομματιαστά. Ούτε τα ανακαλύπτω σιγά-σιγά. Το είπα και άλλοτε, μου ξεπηδάνε από μέσα μου μονοκόμματα. Καμιά φορά δύσκολα, αλλά ολόκληρα. Άλλη ιστορία, αν μερικά τα παιδεύω και βδομάδες ολόκληρες, από δω και από κει. Είχα ταξιδέψει, θυμάμαι, ένα καλοκαίρι εκδρομή με τη Γιάννα. Εγώ κλείστηκα και δούλευα τρία ποιήματα μαζί: το «Κύριε», το «Πράσινο απόγεμα» και το «Καφενείο». Και τα τρία ταυτόχρονα. Ούτε κατάλαβα αν πήγα και πού πήγα εκδρομή. Αίγινα; Πόρος;»

Μπορεί, λοιπόν, το ποίημα «Κύριε» να ξεπήδησε, ως όλα του αείμνηστου ποιητή, ολόκληρο, πλην, όμως, εξ όσων αντιλαμβάνομαι από τα λεγόμενα που καταγράφει ο Γιάννης Δάλλας στη μελέτη του, ανήκει στα «δουλεμένα», στα ποιήματα που παιδεύτηκαν εβδομάδες ολόκληρες. Το ποίημα έχει ως εξής:

- Κύριε, είναι μεσημέρι κι ακόμα
δεν ξυπνήσατε
- Κύριε, δεν πήρατε το πρωινό σας
- Κύριε, ήπιατε πολλούς καφέδες
- Κύριε, ο ήλιος λάμπει, αστράφτει
βρέχει και χιονίζει
- Κύριε, ένα κόκκινο πουλί έχει κολλήσει
στο παράθυρό σας
- Κύριε, μια μαύρη πεταλούδα φάνηκε
πάνω στο στήθος σας
- Κύριε, πώς τρέχετε με το ποδήλατο!
- Κύριε, είστε παγωμένος
- Κύριε, έχετε πυρετό
- Κύριε, είσαστε νεκρός;

Εγείρεται εδώ το ζήτημα της πρόθεσής μου στο να πραγματοποιήσω τις αναφορές αυτές. Προτού, όμως, φθάσουμε στο γιατί, η σκέψη μου διακατέχεται από την υποχρεωτική έξαψη της διέλευσης από το πώς: επιθυμώ να φωτίσω το πώς ισχυρίζομαι, πριν καλά καλά ισχυρισθώ. Αποτείνομαι, λοιπόν, εκ νέου στη βιβλιογραφία.

Όταν ο φέρων το χαρακτηρισμό «Δαρβίνος ο δεύτερος» Edward Osborne Wilson δημοσίευσε κατά το έτος 1975 το σύγγραμμά του «Sociobiology: Τhe New Synthesis» (η κοινωνιοβιολογία ορίζεται ως η συστηματική μελέτη της βιολογικής βάσης όλης της κοινωνικής συμπεριφοράς), αφιέρωσε το τελευταίο κεφάλαιο του συγγράματος του σε παρατηρήσεις επί των ανθρωπίνων κοινωνιών. Η θεματική πρόταση του κεφαλαίου είναι η ακόλουθη:

Ας εξετάσουμε τώρα τον άνθρωπο υπό το ελεύθερο πνεύμα της φυσικής ιστορίας, σα να ήμασταν ζωολόγοι από άλλο πλανήτη που συμπληρώνουμε έναν κατάλογο με τα κοινωνικά είδη της Γης

Ένθερμη λίαν η δήλωσις του επιστήμονος!, όπως θα έλεγε και ο Αλεξανδρινός: σα ζωολόγοι από άλλον πλανήτη. Δεν ξέρω τι καταλαβαίνει ο καθείς εκ της δηλώσεως, εγώ, πάντως, καταλαβαίνω ότι η ψύχραιμη εξέταση της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς απαιτεί απόσταση από το αντικείμενο εξέτασης. Ως, δε, είναι γνωστό, η απόσταση δημιουργεί οπτικές απώλειες, δια της αποστάσεως, δηλαδή, κάτι χάνεται. Αν έχω δίκαιο και η θεματική πρόταση του κεφαλαίου γράφτηκε με το ψυχολογικό ηχόχρωμα της φοβίας, αυτά που ο κορυφαίος επιστήμονας θα ήθελε, μεταξύ άλλων, να χαθούν (αλλά δε χάθηκαν) είναι ο πολιτικός φανατισμός, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός και ο σκοταδισμός του όχλου. Να ξεκαθαρίσω: δε χάθηκαν από τον όχλο, όχι από το σώμα του επιστημονικού του δοκιμίου. O Wilson μπορεί ωραιότατα να ξεκίνησε το σύναλμα βιολογίας και κοινωνιολογίας, ο σάλος, παρόλα αυτά, στην επιστημονική και ευρύτερη κοινότητα δεν απετεύχθη, παρουσιάζοντας όλες τις ευγενείς εκδηλώσεις της βίας: ύβρεις, συκοφαντίες, ειρωνείες, ρίψεις ύδατος στο βήμα του ομιλητή.

Κρατώ την απόσταση για τη δική μου ανάλυση. Ο τρόπος της δικής μου ανάλυσης, το πώς της επιχειρηματολογίας μου, μπορεί να συνοψισθεί στο «ως αναγνώστης από άλλο πλανήτη». Καθίσταται, λοιπόν, σαφές, ότι, ως αναγνώστης από άλλον πλανήτη, θέλω κάτι να εξαλείψω˙ όχι από τον όχλο (δεν τρέφω αυταπάτες), αλλά από την ανάγνωσή μου. Αυτό που θέλω να εξαλείψω (όσο μπορώ, που θα έλεγε και ο Αλεξανδρινός) είναι η αύρα του ονόματος. Να το πω διαφορετικά. Επιθυμώ η απόκρισή μου, η εκ της αναγνώσεως εκπορευόμενη, να μη διαθέτει πλακούντα σίτισης καμωμένο από τη στάση της ιστορίας απέναντι στον ποιητή που διαβάζω. Φιλοδοξώ, λοιπόν, να διαβάζω έφηβος εφημερίδα σε έναν υποθετικό ναζιστικό κόσμο μιας άλλης έκβασης του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, διερωτώμενος αν, πράγματι, στέκει λογικά η θέση του αρχισυντάκτη περί της εξολόθρευσης των Ισραηλιτών. Για να μην παρεξηγηθώ: τον αρχισυντάκτη της ιστορίας δεν τον αμφισβητώ εκ προοιμίου. Από την άλλη μεριά, ούτε τον αποδέχομαι εκ προοιμίου. Το παραδέχομαι: με τον αρχισυντάκτη της ιστορίας είμαι καχύποπτος. Η καχυποψία μου αυτή έχει διάφορα κλωνιά συνεπειών. Ένα από αυτά είναι ο κρετινισμός και η προστυχιά που επισημαίνεται εντός μου, όταν κάποιος μου πει ότι δε δικαιούμαι ούτε να σκέπτομαι ούτε να ομιλώ, επειδή για το αντικείμενο των συλλογισμών μου έχει αποφανθεί πριν από μένα (για μένα) ο αρχισυντάκτης. Διερωτώμαι: γιατί ο κατ’ εμέ κρετίνος και πρόστυχος δεν αντιμετωπίζει τη σκέψη μου με τη δική του σκέψη, αντί να επικαλείται την ετυμηγορία του αρχισυντάκτη; Διερωτώμαι: πού εμφωλεύει η αλαζονεία, στην εκφορά της σκέψης ή στο στείρο αρχισυντάκτην επικαλείσθαι; Διερωτώμαι: το μονοσύνολο του επιχειρήματος «ο αρχισυντάκτης ομίλησε» δε βλέπει τους μακελάρηδες, τους αρριβίστες, τους ανίκανους, τους ατάλαντους, τους δημαγωγούς που έχουν προσκυνήσει οι λαοί στο παρόν που τρέχει και τη στατική ιστορία τους;

Φθάνω αισίως στο ποίημα του Αλεξανδρινού, την ατάκα από το φιλμ και το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη. Έχω την άποψη-αναμένοντας πάντοτε με ισχυρή διάθεση την εκφορά μιας άλλης-ότι τα δύο ποιήματα και η ατάκα φύονται πραγματευτικά ενός νοήματος. Το νόημα αυτό, ως και κάθε νόημα που εμφωλεύει σε ποίημα, δεν είναι όσο συγκεκριμένο είναι το γράφημα της ημιτονοειδούς συνάρτησης ή ο αριθμός των γραμμάτων της ελληνικής αλφαβήτου. Από την άλλη μεριά, δεν είναι ούτε άπειρο νόημα, αλλά νόημα που σαλεύει εντός νοητών συνόρων, τα οποία και θα αποπειραθώ να χαρτογραφήσω. Ιδού το νόημα: η πλήξη της επανάληψης, το αίσθημα της απονέκρωσης μέσα στην καθημερινότητα, το ανικανοποίητο της δράσης του υποκειμένου ως βιώνεται στην καθημερινή πρακτική του, ο στραγγαλισμός του ρομαντισμού εκ της ασκούμενης πίεσης της τρέχουσας ανάγκης, η πεζή και αφυδατωμένη διάσταση της ζωής, η διαρκώς παρούσα φοβία του σωματικού τέλους, ο κατατρεγμός της δίψας για ουσιαστικότερη διαβίωση από τον περιορισμένο χρόνο και τις υποχρεώσεις. Το νόημα αυτό της «υπαρξιακής αγωνίας» αλλά και της τοποθέτησης απέναντι σε αυτήν δεν εφευρέθηκε, κατά τη γνώμη μου, ούτε από τον Αλεξανδρινό ούτε από τον Σαχτούρη ούτε από τον σεναριογράφο του Quills. Σε ό,τι με αφορά, μπορώ να φανταστώ άνετα τους πρώτους Homo sapiens sapiens προ διακοσίων χιλιάδων ετών να πρωτο-σκέφτονται (με την έννοια της πρώιμης σκέψης) ότι τη «μια μονότονη μέρα η άλλη ακολουθεί». Μπορώ, επίσης, να τους φανταστώ με αυξημένους καρδιακούς παλμούς και έντονη εφίδρωση πάνω από τους νεκρούς που διαπιστωμένα ενταφίαζαν. Το ίδιο μπορώ να φαντασθώ και για τους Homo sapiens neanderthalensis που τώρα, ευτυχώς ή δυστυχώς, έχουν εξαφανισθεί από προσώπου γης.

Αν δεχθούμε, λοιπόν, ότι το νόημα αυτό συνιστά κοινό τόπο όχι για τον ποιητή αλλά για τον άνθρωπο (και δη σε όλο το χρονικό εύρος της ύπαρξής του), δεχόμενοι, παράλληλα, ότι όντως υπάρχει νοηματική σύγκλιση μεταξύ των δύο ποιημάτων και της ατάκας από το φιλμ, οδηγούμαστε, νομίζω, στο συμπέρασμα ότι η καλλιτεχνική επιτυχία δεν έγκειται στην ανάδυση μιας ολοκαίνουριας, πρωτόγνωρης, ανατρεπτικής αλήθειας, αλλά στον τρόπο που επελέγη από τον καλλιτέχνη να εκφράσει την «υπαρξιακή αγωνία» ή/και την τοποθέτηση του απέναντι σε αυτήν. Να το θέσω διαφορετικά. Το «ξένο» στοιχείο που έρχεται να συγκινήσει τον αποδέκτη της τέχνης δεν είναι ο τόπος επί του οποίου ο καλλιτέχνης διάλεξε να εκφρασθεί (διότι ο τόπος αυτός είναι κοινός τόπος για καλλιτέχνες και μη) αλλά ο τρόπος που διάλεξε να εκφρασθεί επί του τόπου αυτού.

Ας δούμε, λοιπόν, το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη υπό το πρίσμα αυτό: ως ποίημα φυόμενο στον κοινό τόπο της υπαρξιακής αγωνίας. Κατά δήλωση του ίδιου του ποιητή, πρόκειται για ποίημα το οποίο κατανάλωσε χρόνο ως την τελειοποίησή του. Διερωτώμαι: ο χρόνος καταναλώθηκε επί της αποφάσεως του κατά πόσο το ζήτημα της υπαρξιακής αγωνίας θα προσεγγιστεί μέσα από αλλεπάλληλες παρατηρήσεις/διαπιστώσεις που απευθύνονται στον ήρωα του ποιήματος, τον «κύριο», σε λόγο ευθύ; Αν ναι, τότε απαιτήθηκε χρόνος για μια απόφαση καθοριστική για τη δομή του ποιήματος, η οποία, παρεμπιπτόντως, οδήγησε σε μια μάλλον απλοϊκή στρατηγική. Αν ο χρόνος δε δαπανήθηκε εκεί (κάποιος έχει κάθε λόγο να υποθέσει κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι ο Σαχτούρης ισχυρίζεται ότι τα ποιήματά του ξεπηδούν, καταρχήν, ολόκληρα, έστω κι αν δουλεύονται στη συνέχεια), τότε ο χρόνος δαπανήθηκε στην εύρεση των συγκεκριμένων παρατηρήσεων/διαπιστώσεων που απευθύνονται προς τον «κύριο». Αυτό, όμως, φαντάζει άτοπο, δεδομένου ότι πρόκειται για απλές, απλούστατες παρατηρήσεις/διαπιστώσεις, εντελώς καθημερινές, παιδικές θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί. Διερωτώμαι: πού εντοπίζεται, τελικά, η ποιητική αξία του εν λόγω ποιήματος; Στην επιλογή της προσέγγισης του ζητήματος της υπαρξιακής αγωνίας δια των παρατηρήσεων/διαπιστώσεων που απευθύνονται στον «κύριο»; Στην πρωτοτυπία, την ισχύ, τη διεισδυτικότητα των συγκεκριμένων παρατηρήσεων/διαπιστώσεων; Υπάρχει, άραγες, κάποιος που φαντάζεται τον ποιητή να μοχθεί επί της αποφάσεως του αν ο «ήρωας» του ποιήματος του-ο κύριος-πρέπει να παρατηρηθεί επί του αν πήρε το πρωινό του, ήπιε πολλούς καφέδες, δεν έπλυνε το πρωί τα δόντια του ή δεν άλλαξε εσώρουχα; Υπάρχει, άραγες, κάποιος που φαντάζεται τον ποιητή να μοχθεί επί της αποφάσεως του αν ο «ήρωας» του ποιήματος του-ο κύριος-πρέπει να πληροφορηθεί κατά παραθετικό τρόπο τις εναλλαγές του καιρού (από καλοκαίρι σε χειμώνα) ή τις εναλλαγές των χρωμάτων των φύλλων (από καλοκαίρι σε χειμώνα); Μήπως η ποιητική αξία κείται στην τελευταία ερώτηση προς τον κύριο; Κατ’ εμέ, όχι. Η τελευταία ερώτηση με πληροφορεί ότι το ποίημα πραγματεύεται την υπαρξιακή αγωνία. Κατά τα άλλα, έρχεται ως αρμονική συνέχεια ενός ποιήματος που α) Κινείται επί νοηματικού κοινού τόπου β) Ακολουθεί μιαν απλοϊκή έως παιδική στρατηγική έκφρασης γ) Απαρτίζεται από αδύναμους, ως προς την εικονοπλαστική τους ισχύ, στίχους δ) Υπεισέρχεται σε ένα σοβαρότατο, με βάθος ως τη μεταφυσική, θέμα, κατά τρόπο αφελή, άνευρο και επιφανειακό.

Αυτά βλέπω εγώ, εξ ου και βρίσκομαι πλησιέστερα των κριτικών του Αιμίλιου Χουρμούζιου επί της ποιητικής Σαχτούρη (η σύμπτωση των σκέψεων μου εδώ, με τις σκέψεις μου για τα περισσότερα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη είναι μεγάλη) και όχι του Γιάννη Δάλλα. Επιστρατεύοντας τη φαντασία, μπορώ να εικάσω τι βλέπει κάποιος άλλος από την αντιπέρα όχθη. Βλέπει, ίσως, μια ποίηση αρχετυπική, που μέσα από το «πρωτόγονο» στοιχείο της αναδεικνύει την τραγικότητα της καθημερινότητας και τη ματαιότητα της μεταφυσικής ανησυχίας. Βλέπει, ίσως, μια έκφραση τρομώδη, η οποία ξεσκεπάζει με τον πιο ωμό και ρεαλιστικό τρόπο την εφίδρωση του θανάτου και το πενιχρό της ύπαρξης. Βλέπει, ίσως, μια συγκλονιστική αντι-ποίηση, γοητευτική ως αντι-ήρως σε χολυγουντιανό φιλμ της δεκαετίας του εβδομήντα. Όμως το δοκίμιο αυτό δεν εγράφη εξαιτίας αυτού που στέκεται στην αντιπέρα όχθη. Με τον παρατηρητή της αντιπέρα όχθης, μπορεί και πρέπει να υπάρξει ώσμωση, οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα κι ενδεχομένως γόνιμη.

Το δοκίμιο αυτό δεν εγράφη ούτε γι’ αυτόν με τον οποίο καμία ώσμωση δεν μπορεί να υπάρξει. Αυτόν που, σε ένα χώρο όπου τα σχόλια θ’ ανοίξουν για να σχολιαστεί μια ποιητική, θα επιδείξει το ήθος και την ευφυΐα του, ισχυριζόμενος ότι κάθε αρνητισμός σχετικώς με την ποιητική-η οποία αναρτάται, μεταξύ άλλων, για να σχολιαστεί-συνιστά «αυταρέσκεια» (ιδού το νεονόημα: ως αυτάρεσκος ορίζεται κάποιος που σχολιάζει ποιήματα). Αυτόν που, διαφωνώντας με μια τοποθέτηση επί κάποιας ποιητικής, επικαλείται τη «σωφρονιστική» ισχύ της ιστορίας για να επιχειρηματολογήσει.

Το δοκίμιο εγράφη για εκείνους που σιωπούν, για να κλείσει όπως άρχισε: με στίχους του Εliot.

If all time is eternally present
All time is unredeemable
COPYRIGHT © ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

24 Οκτ 2008

ΠΑΙΓΝΙΑ ΔΥΟ

Κατόπιν προσκλήσεως του αγαπητού πατρός Παναγιώτη Καποδίστρια, της αγαπητής Roadartist αλλά και της αγαπητής Καλλιόπης, συμμετέχω εις παίγνια δύο. Πάμε, λοιπόν. Ξεκινάμε με τον πίνακα "Η πτώση του Ίκαρου" του Pieter Bruegel.



Nα πω, τώρα, και την ιστορία που έφερε τα μάτια μου στον αγαπημένο αυτό πίνακα. Πρωτοετής φοιτητής του θρυλικού και ταραγμένου Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, κατέβηκα τουρίστας-πώς αλλιώς-να δώσω το Σεπτέμβρη μάθημα: Αγγλικά. Μαζί μου κατέβηκε και ο φιλαράκος Pipes, διαβόητος blogger Pipe smoker. To διαγώνισμα είχε δύο σκέλη εξέτασης: σκληροπυρηνική ορολογία το πρώτο (ύπερος, στήμονες, ορθό, να τα κάνεις αγγλικές λέξεις) και ένα ποίημα με τρεις ερωτήσεις. Η ορολογία στο πρώτο μέρος ήταν τόσο ιλιγγιώδης (και γω τόσο αδιάβαστος) που ξέχασα κι αυτά που ήξερα. Να φανταστείτε, υπήρχε μια ερώτηση που ζητούσε "the gland that produces bile", την οποία απάντησα "bile gland" αντί για "liver", δίχως να αγνοώ πως στο ήπαρ παράγεται χολή, πως η χολή είναι bile, πως gland είναι ο αδένας και liver το ήπαρ.
Το δεύτερο σκέλος, όπως διευκρινίστηκε από τη διδάσκουσα, ήταν προαιρετικό, τουτ' έστιν δε χάνονταν βαθμοί αν δεν ασχολιόσουν μαζί του. Αν ασχολιόσουν μαζί του, όμως, έπαιρνες βαθμούς. Ρόιδο καθώς τα είχα κάνει στην ορολογία-κινούμουν κυριολεκτικά περί του μηδενός-το 'ριξα στην ποίηση. Διάβασα, το λοιπόν, μανιασμένα το ποίημα και με τη δύναμη των εικοσιοχτώ θαλασσών και δεκαεφτά ηπείρων (και της Ετέρνια) συμπύκωσα στην άκρη της γραφίδος κύματα ποταμών και ραδιοκύματα, καταξεσκίζοντας τις ερωτήσεις.
Δίδω το γραπτό απογοητευμένος και βαδίζω προς την έξοδο. Τρία βήματα απομακρυσμένος από την πόρτα εξόδου, ακούω "κύριε, κύριε, περιμένετε...". Ήταν η φωνή της διδάσκουσας. "Ωχ", σκέφτομαι, "εκτός της ξεφτίλας του χαριστικού τρία, το πρόγραμμα θα έχει και κατσάδα εκ του σύνεγγυς". Με πλησιάζει ενθουσιασμένη η διδάσκουσα και μου λέει: "Ασχολείσαι με την ποίηση; Κατάλαβες το ποίημα! Έλα από το γραφείο μου να συζητήσουμε, να σου δώσω βιβλία...αυτά που γράφεις μου θύμισαν την "Πτώση του Ίκαρου" του Bruegel..."
Στο μεταξύ, βγαίνει όξω ο Pipes με τη Νικολέττα. Μεθυσμένος από έπαινο και ποίηση, αρχίζω να απευθύνω προσταγές μιξαρισμένου Eliot στη χαρίεσσα συνάδελφο, η οποία εκτελούσε λαμβάνοντας τις κατάλληλες εκφράσεις:

"Νikoletta, stand on the highest pavement of the stair with a fugitive resentment in your eyes, weave, weave the sunlight in your hair!..."

Tελειώνει, τελοσπάντων, και αυτό το happening, οπότε πιάνω κουβέντα με τον Pipes περί του τι γράψαμε. Ο φιλαράκος είχε σαρώσει στην ορολογία. "Το ποίημα το 'γραψες;", τον ρωτώ. "Όχι", μου απαντά ο Pipes. Προς το κυλικείο, παρατηρώ ότι κρατά ένα φύλλο χαρτί. "Τι είν' αυτό, ωρέ Pipes;", τον ρώτησα. "Το ποίημα", μου απαντάει, "ήθελα να το έχω". Ο Pipes ζήτησε από τη διδάσκουσα να ξεκολλήσει την τελευταία σελίδα του διαγωνίσματος, για να την έχει: το ποίημα. Το ποίημα που δε θυμάμαι πια. Αυτή τη μάχη της ποίησης την είχα χάσει. Το στομάχι μου σφίχτηκε.
Πάμε στο απόφθεγμα:
Κοιμήσου καραμέλα μου για να σε πιπιλήσω
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Aγαπημένο ποίημα:
ΤΟ ΠΛΗΣΙΕΣΤΕΡΟ
Κάτι πρωτόβγαλτα ως φαίνεται
στον κόσμο και τους νόμους του πουλάκια
κι εντούτοις ήδη κουρασμένα
γιατί δεν είναι τα φτερά
άπτωτη εύνοια και προνόμιο,
ρωτούν εμένα, ποιόν, εμένα,
πού ειν΄το πλησιέστερο κλαδί
για ν’ ακουμπήσουν.
Δεν είμαστε καλά. Αν ήξερα εγώ
πού είν’ το Πλησιέστερο
ότι έχει και βαθμό συγκριτικό
το ανύπαρκτο πλησίον,
θα ΄τρεχα να το πιάσω πρώτη εγώ,
όλο και απαραχώρητο,
κι ας ψόφαγαν πουλάκια
δίκαια και προτεραιότητες
-κλαδιά σπασμένα το αλληλέγγυο.
Ας πάνε τα πουλάκια
τη μεγάλη Πείρα να ρωτήσουν
ν’ ακούσουν ό,τι είπε και σ’ εμένα
όταν ξεθεωμένη από κούραση άφτερη
τη ρώτησα πού είναι ν’ ακουμπήσω
το πλησιέστερο κλαδί.
Δεν είμαστε καλά είχε καγχάσει
η μεγάλη πείρα: αν ήξερα εγώ
που ’ναι το Πλησιέστερο
θα ’τρεχα να το πιάσω πρώτη,
όλο κι απαραχώρητο,
κι ας ψόφαγες εσύ
γιατί το πλησιέστερο κλαδί
είναι ο θάνατος σου η ζωή μου.
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
Τέλος, επτά αλήθειες για μένα:
1. Οι πρώτες λέξεις μου ήταν "Κούλα, καφέ" (πρόκειται περί συνεκφοράς).
2. Χάνω τον προσανατολισμό μου και μες στο σπίτι μου.
3. Σιχαίνομαι τους φασίστες και τις κότες.
4. Φοράω σχεδόν πάντοτε μαύρα.
5. Καπνίζω τσιγάρα, πίπες, πούρα εις ποσότητας.
6. Απεχθάνομαι το ψέμα.
7. Είμαι συντηρητικός.
Όπως πάντα, συνεχίζει όποιος επιθυμεί.

15 Οκτ 2008

ΟΙ ΣΤΡΟΦΕΣ ΤΩΝ ΑΡΓΑΛΕΙΩΝ

Διαβάζω την "Πρόσκληση του Σώματος". Οι Kansas, κατόπιν θερμής παράκλησης, παίζουν το "Lonely Wind". Η Vanessa ζωγραφίζει τον πίνακα "Μemories".

Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Εσύ που άντεξες μαζί μου στο δωμάτιο
ώσπου στα έγκατά μας να τριφτούν
τα δέρματά μας
κι η γη μας να σειστεί απʼ τη διείσδυση
όνομα χρειάζεσαι, χρειάζεσαι ελάφι.

Γυρίζω το κεφάλι˙ σʼ άκουσα

κι αντί να φύγω τρομαγμένος
που μέσα μου δεν άφησες φωτιά
να μην ανάβει
σε λέω Αλουραίμ και σε κοιτώ
στα μάτια:

στο λαιμό σου ερεθίζεται το πιο αγνό χρυσάφι
(ποιο χρυσάφι να σʼ αντέξει
ποιο χρυσάφι να σε πει;)
στο στήθος σου εκκρίνονται τα ξαναμμένα χείλη
(ποιο ποίημα να σʼ αντέξει
ποιο ποίημα να σε πιει;)
και στους μηρούς σου απορροφάται
το ηλιόμαγμα
ώστε αν μικροπράγματα
ποτέ σʼ απασχολήσουν
(μια κοσμική καταστροφή)
να θυμηθείς πώς ήταν στο δωμάτιο
και με την πρόσκληση του σώματος
να στείλεις

το φως ξανά στη θέση του στο κέντρο.


ΑΘΗΝΑ-ΠΑΤΡΑ

Διακόσια πενήντα χιλιόμετρα
ως τον προορισμό μου˙
διακόσια πενήντα ακριβώς.
Να πω πως ξέρω αν θα τα διανύσω
δεν μπορώ. Ξέρω καλά
πως όσο χρόνο θέλει η απόσταση
θα τον καταναλώσω.
Όπου κι αν είμαι, τότε
από βαθιά αποτυχία θα κυριευθώ
πʼ ούτʼ ένα δρόμο δεν κατάφερα
να γκρεμίσω
ούτε μια ουτοπία να επιβάλλω
δεν μπορώ
κει που ταλαιπωρία
ιδροκοπούν οι κληρονόμοι
κι οι θάνατοι αυξάνουν
τις στροφές των αργαλειών.

ΣΥΝΗΘΕΙΑ

Θα σας μιλήσω εγώ για τη συνήθεια
με των ανάπηρων αισθήσεων το στόμα
και τη χροιά της απώλειας.
Εκ γενετής τυφλός βρίσκει για μια
στιγμή
το φως του
κι άλλη στιγμή δεν έχει να διηγηθεί
από εκείνη που πλημμύρισε
το μάτι του.
Και χίλια χρόνια τύφλας τα ξεχνά.

Άλλος τα βλέπει καθαρά
ώσπου κι αυτός το φως του χάνει
στιγμιαία
κι άλλη στιγμή δεν έχει να διηγηθεί
από κείνη που σκουντούφλησε
στα έπιπλα της τύχης.
Τα έργα της δε συνηθίζονται με τίποτα
όταν στο τίποτα δίχως γιατί
σε παλουκώνουν. Ο ποιητής
ξυπνά κουφός από τη μέσα ησυχία
και μες στο έξω του χαμού

το ποίημα γράφει κρότος.

ΤΟ ΘΕΡΙΟ

Όταν ο αγριότερος των ανθρώπων
έπεσε στην παγίδα του
κοίταξε γύρω για θηράματα.
Όταν δε βρέθηκε κανένα
στην πλοκή του
ξέχασε να σκαρφαλώσει έξω
απʼ την ενέδρα του
κι άρχισε τις σάρκες του να τρώει
από θυμό
μέσα στο λάκκο πʼ έσκαψε η κακία.

Όταν τον ξαναείδαμε
αγνώριστος˙
καλοβαλμένος, ξυρισμένος
πράος κι ευωδιαστός.
Τι έγινε στο λάκκο του δε μάθαμε.
Απόμεινε, λέει, μόνος του
κι έφερε δώρο μέλι

το θεριό.

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΕΙΣ

Το ποίημα έχει πάντοτε μια λέξη
περιττή
πʼ ούτε με λάστιχο μπορείς
ούτε με το σφουγγάρι να τη διώξεις
γιατί όταν λέξη μες σε ποίημα
σταθεί
από την αγαλλίαση του στίχου της
δε βγαίνει.

Ένας τρόπος για νʼ απαλλαγείς
είναι να τη σαγηνεύσεις
να της τάξεις άλλο ποίημα
καλύτερο
και τραγουδώντας της την καινούρια αρχή
σʼ έναν καινούριο δρόμο να τη βάλεις.

Ο άλλος τρόπος είναι να τη σβήσεις
να σπρώξεις τη χούφτα σου στο στόμα σου
τη γλώσσα να σου ξεριζώσει
και με το αίμα της στο χέρι σου
να τρίψεις πάνω στο χαρτί
τα λόγια που δεν έπρεπε να πεις.

ΒΙΝΥΛΙΑ

Μιας και το θες κι εσύ
καινούρια ηλικία
θα τα παίξω
τα παλιά μου τα βινύλια
μα όχι όπως πρώτα.
Έτσι όπως τρίφτηκαν
οι δίσκοι με τα χρόνια
παλιό αυλάκι δε θʼ αναγνωρίσει
η βελόνα
κι οι μελωδίες θʼ ακουστούνε
σκεβρωμένες
σαν τʼ άκαιρα, τρωτά
εκτρώματα της νήπιας σκέψης.
Τη βελόνα θʼ ακουμπήσω
πάνω στο χαρτί
στα κυβερνά αυλάκια
της μασκοφόρου μόδας
έτσι˙ για να δω ποιος με
υπνώτισε
ποιο εν αγνοία μου πρόσωπο
μονοπωλούσε το αυτί μου.
Αφού σκιστεί καλά η ετικέτα
αφού σπάσουν τα κόκαλα
όλων των συντελεστών
το δίσκο μου θα παραδώσω
δίχως τρύπα στο παιδί

να βρει αυτό πού θα τον στερεώσει.

ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΟΡΥΦΗΣ

Ένα κολοκύθι γνέθει το χακί˙
το κεφάλι ντύνεται με κράνος.
Ένας βόθρος στέλνει τη βροχή˙
στο ποτήρι πίνεται το χάος.
Ένας τυφλός μοιράζει την τροφή˙
το έλεος τρώγεται με πάθος.
Τυφλό του βόθρου κολοκύθι
πώς γράφεις έτσι ιστορία
πολέμους και ρακοσυλλέκτες
πώς αναπαράγεις
ώσπου να λιώσουμε στην όξινη οργή;

O ΣΠΑΓΚΟΣ


Στον Σωτήρη Παστάκα
επειδή χαμογελά



Στο μάθημα της ανατομίας
πήγαινα πάντα άπλυτος
αφού γυμνός δε μου επέτρεπαν
να ζήσω.
Έχοντας εξασφαλίσει απομόνωση
μάθαινα κατάκοπος πλούσια ονόματα
πʼ έδεναν στο κορμί μου κόμπους
στο σωμάτιο του Μαλπίγγι
στην περιοχή Μπροκά
στο φύμα του Φάτερ
και στον Δωδεκαδάχτυλο
τον περιβόητο μαρμαρωμένο βασιλιά.

Στο μάθημα της ανατομίας
έμαθα από ανθρώπους
πόσους ανθρώπους έχω μέσα μου
κι αφού κατάφερα
όλους να τους μαζέψω σε μιαν αίθουσα
τους είπα επιτέλους την αλήθεια:

Κύριοι, το χειρουργείο σας
ανώφελο
η μια άκρη του σπάγκου
είναι παντού
κι η άλλη στον αέρα.

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Ποιείν.

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΕΝΟΣ ΝΟΗΜΑΤΟΣ


Όταν καμιά φορά με ρωτάνε «τι εννοείς;» παρεξηγούμαι σε βάθος. Σήμερα θα αποπειραθώ να εξηγήσω γιατί. Στο ταπεινό μου σπιτάκι-διεθνώς γνωστό Soul for Poetry-έχω κατά το παρελθόν παραθέσει τη στροφή (την εξέθεσα στην Αδελφότητα της Θλίψης):



Πόσο διαφορετική
Θα ’ταν άραγε η ανάγκη
Αν αντί νερό απ’ το τηγάνι
Σου πετούσα λάδι απ’ το σταχτοδοχείο


Την αξία της μπορεί ο καθείς να την κρίνει-μα μόνο εγώ μπορώ να μιλήσω, με μια ειλικρίνεια που μου σπάει τα δόντια, για την καταγωγή της στροφής αυτής. Ξεσκονίζοντας παλαιά χαρτιά, ξέθαψα το ακόλουθο δεκαετές κείμενο:

Ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους μάθαμε ότι φυλακίστηκε εντός κατάλευκου κελιού, με ολίγα μπλε ράφια για τα βιβλία και τους δίσκους του. Η φυλάκιση ήταν μονάχα προσωρινή-τουλάχιστον αυτό πίστευαν οι φιλεύσπλαχνοι αναγνώστες του και ο ίδιος-και το σφουγγαράκι του λουτρού που του προσφέρθηκε, ήταν ποτισμένο με τα υγρά και τις τρίχες του μοναδικού σ’ αυτόν γνώριμου εφηβαίου. Μέσα στο κελί του ο εκκολαπτόμενος ποιητής έμαθε όλα τα μυστικά της σύνθεσης, μετέχοντας σε σατανιστικές τελετές απίστευτης λαγνουργίας, τρίβοντας στην επιδερμίδα του λαίμαργα με το ίδιο αυτό ροζ σφουγγαράκι, που συχνά πυκνά αναρωτιόταν αν θα ’βρισκε κάτι για την επόμενη μέρα να πει. Η Eρασμία, βεβαίως, εξακολουθούσε να έχει τη συχνά απαντώμενη διάθεση καλλιέργειας των σχέσεων με τον έξω κόσμο, αφού συχνά τη συναντούσε στην οθόνη του οικιακού του κινηματογράφου, πότε να περπατά αγέρωχη προς το σπίτι της σηκώνοντας τη φούστα της ψηλά για όλους τους θαυμαστές-διμοιρίτες, πότε να χάνει τις αισθήσεις της αποκαμωμένη απ’ τις γευσιδοκιμές των απανταχού εμπειριών και ερωτικών αποκλίσεων. Ήταν κάθε μέρα, συνεπώς, και πιο σίγουρος πως η Ερασμία μεγάλωνε εκεί έξω, μα ο στίχος που του είχε ψιθυρίσει εκείνο το βράδυ του Ιουνίου τυχαία είχε διαπεράσει ευηχώς τους πόρους του τοίχου του, ξεπλένοντας τον από καιρό ατροφικό ομφάλιό του λώρο˙ τον αλυσιδωτό αυτό σωλήνα που τον συνέδεε με την αλλόκοτη κίνηση των κοινών θνητών. Η αληθινή ποίηση-είχε καταστεί πλέον προφανές-βρισκόταν αλλού. Καθώς τριβόταν ξανά και ξανά με το ίδιο εκείνο σφουγγαράκι, μοιραία άρχισε να μονολογεί για εκείνο το μορφασμό των μισάνοιχτων χειλέων. Πόσο διαφορετικός θα ήταν εκείνος ο μορφασμός, αν το πρωί δεν της είχε δώσει το γάλα της μέσα στο κουτί αλλά το ’χε σερβίρει μέσα σ’ ένα γυάλινο-ή, καλύτερα, κρυστάλλινο-ποτήρι, μ’ ένα καλαμάκι περιβεβλημένο από αγνό κακάο. Πόσο διαφορετικός, στ’ αλήθεια, θα ’ταν ο κόσμος, αν αντί να την καταβρέξει με το νερό απ’ το τηγάνι, της έριχνε λάδι απ’ το σταχτοδοχείο. Ίσως, τότε, να μη γυρνούσε την πλάτη της τα βράδια. Ίσως τότε να χανόταν νωρίτερα εκεί έξω στο πλήθος ή να κοιμόταν κάθε βράδυ ολοένα και πιο χαμογελαστή. Πάνω στο στήθος του. Στο στήθος του, που όταν το τρίβει στο λουτρό θυμάται πόσο γλιστερή γινόταν η γλώσσα της πάνω του και τότε η καρδιά του χτυπά δυνατά. Και τότε ο ποιητής, φορώντας το στέμμα του αδιακρίτως, γράφει για το ένα ακόμη νεύμα της θύμησης που μετέωρο κρέμεται απ’ τους στίχους. Κι η θύμηση κι η αμφιβολία γίνονται δίδυμες αδελφές που διαποτίζουν τα χαλιά του και γαργαλούν τις πατούσες του. Τα κβάντα του ερωτισμού της μιας στιγμής γίνονται τόμοι. Κι η Ερασμία εκεί έξω, μ’ όλους αυτούς γύρω της, κοιμάται ανυποψίαστη.
Το παραθέτω αυτούσιο κι ουχί λογοτεχνικό. Το πράγμα έχει την πλάκα του-μ’ αρέσει να χαλαρώνω. Αυτά επί της καταγωγής ενός νοήματος.

ΥΓ: Το καλύτερο που έχω ακούσει για τη στροφή είναι το εξής: αν ρίξεις νερό απ’ το τηγάνι, θα κάψεις. Το λάδι από το σταχτοδοχείο δε θα κάψει. Κατά τα άλλα, να θυμόμαστε ότι το αριστουργηματικό πιάνο κονσέρτο Νο 1 αφιερώθηκε, αρχικώς, σε κάποιον που αηδίασε-οπότε, εν συνεχεία, αφιερώθηκε αλλού.

13 Οκτ 2008

ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΛΩΣΤΗ ΣΟΥ


ΧΡΥΣΟΜΥΓΑ


Πάλι έδεσα τα πόδια μου
Στην κλωστή σου

Δεν θα κάνω παιδιά
Υπνωτίζουν

Δεν θα έχω χαλιά
Καταπίνουν τις σκέψεις μου

Τα κρεβάτια αιχμαλωτίζουν το σώμα
Αιώνια θα ξαπλώνω

Η τηλεόραση επιπλέει
Δίχως να γεννά
Καμία ανάγκη για αγάπη

Δεν θα έχω βιβλία
Ξεραίνεται μέσα τους η αλήθεια
Όπως στα φυτολόγια

Θα έχω μόνο πόδια
Να τρέχω μακριά
Από όσα χρειάζομαι

ΠΕΝΝΥ ΜΗΛΙΑ

12 Οκτ 2008

BAD COMPANY

Σήμερα έβλεπα τον "Hannibal".



Κάποια στιγμή διέκοψα, για να πετάξω τα βρομερά σκουπίδια μου. Κοντά στον κάδο βρήκα ένα τσαλακωμένο χαρτί, το οποίο μού τράβηξε την προσοχή. Έγραφε:
Σήμερα χώρισα με την Τζένυ. Την είπα ψεύτρα και κοινή, με είπε ελεεινό παλιάνθρωπο. Μέχρις εδώ καλά. Μα στο τέλος συμπλήρωσε: "Ζωγράφε της δεκάρας". Γεια σου Τζενάρα! Μαζί με τα κάδρα καίγονται κι οι πίνακες. Ας το 'λεγες απ' την αρχή πως δε σ' αρέσουν.

Αυτά είναι τα δράματα του ζωγράφου της πολυκατοικίας, σκέφτηκα. Κι ύστερα έβαλα το τραγουδάκι, με το μειδίαμα μιας σελίδας ημερολογίου.


ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΚΥΡΙΑΖΗ

Ακούμε τον Ιωάννη Ν. Κυριαζή να απαγγέλει απόσπασμα του ποιήματός του "Η Παραφορά του Ερωταφίου" (Κονιδάρης, 2008).

Όλες οι μέρες κάθισαν απαρηγόρητες πάνω απ΄το κεφάλι της Μεγάλης Παρασκευής. Μια μέρα που μεγεθύνει τις απώλειες μέσα σου. Απ΄το πρωί οι καμπάνες σκορπούνε δάκρυα κι αναμνήσεις περασμένων Επιταφίων. Ο ήλιος χαϊδεύει ηδονικά τους τρούλους των εκκλησιών, αναρριγούν οι σταυροί επάνω τους. Οι θεοί που κήδεψα στη ζωή μου θα με συντροφεύουν ως το θάνατό μου. Μαντεύω την ύπαρξή τους από το άρωμα της πασχαλιάς που σκορπούνε γύρω μου. Ραγισμένα τραγούδια στο ραδιόφωνο-μελωδικά ανασαίνει ο πόνος για να τον εκπνεύσει ο άνθρωπος. Μες στο φλιτζάνι πικραμένος ο καφές, νοσταλγεί τη χαμένη συντροφιά της ζάχαρης. Ούτε και σήμερα θα τους τα φτιάξω... Ανοίγω την πόρτα και καταπίνω ανόρεχτα το δρόμο προς την εκκλησία. Επάνω, δυο σύννεφα βουτηγμένα στο μπλε οινόπνευμα-βαμβάκι για τις πληγές μου. Και κάτω, ένα ζευγάρι να φιλιέται χωρίς συστολές, στη μέση του διαστελλόμενου θρήνου-πληγή για τα μάτια μου. Μες στο ναό, αμήχανος-σαν Θεός χωρίς πιστούς..., σαν άπιστος χωρίς κι ανθρώπους. Μπροστά μου, ο Ιησούς, κάτω από ένα ανοιξιάτικο σεντόνι-κανείς δεν τον τραβάει, μήπως και δεν τον δει. Μόνο μαζεύουν ροδοπέταλα, για να μυρίζει ο ύπνος τους υπόσχεση Ανάστασης. Μα εγώ, ο ιερόσυλος, προσπαθώ να μαντέψω ποια βιολέτα διαλέγοντας, θ΄αγγίξω τα δάχτυλά σου που την έκοψαν. Και σαν να ΄θελα να μπω σ΄ένα τούνελ του χρόνου που θα΄βγαζε σ΄εσένα, έσκυψα να περάσω κάτω απ΄τον Επιτάφιο.

11 Οκτ 2008

THE INDOMINABLE SPIRIT OF MAN


Μ' αρέσει ο πίνακας αυτός του LeRoy Neiman-σαν τα χρώματα να συγκεκριμενοποιούνται στις φιγούρες των πυγμάχων. Mου αρέσει και το τραγούδι των Survivor-stalks his prey in the night.




To πρώτο Rocky, γραμμένο από τον άσημο τότε Stallone σε ένα δωμάτιο, από το κρεβάτι του οποίου έκλεινε πόρτα και άνοιγε παράθυρο ταυτόχρονα, μου αρέσει πολύ. Τις ταινίες τις ξαναθυμήθηκα, καθότι τις δίδει δώρο το κυριακάτικο Έθνος. Την πρώτη, βέβαια, την είχα ήδη-μου άρεσε κάργα να βλέπω τον διάσημο Stallone στα extras, να περιγράφει το μονοδωμάτιο και τις συνθήκες πώλησης του σκύλου του, εξαιτίας οικονομικών δυσχερειών.


Why? Because she fills gaps...

10 Οκτ 2008

CALIFORNIA JAM

Όταν γράφω κάνα τραγουδάκι για το φίλο μου τον Βασιλάκη, καμιά φορά διαμαρτύρεται: Είναι μικρό, μου λέει. Τι να τους κάνεις, φίλε μου Βασίλη, τους πολλούς στίχους; Καλημέρα και καλό Σαββατοκύριακο, γιομάτο ηρεμία και κέικ σοκολάτας με μερέντα απ' όξω.

MISTREATED


I 've been mistreated, I 've been abused
I 've been struck downhearted, baby,
I 've been confused
'Cause I know, yes, I know I 've been mistreated
Since my baby left me I've been losing my mind,

you know I have.

I 've been lonely, I 've been cold
I've been looking for a woman to have and hold
'Cause I know, yes, I know I 've been mistreated
Since my baby left me I've been losing, I've been losing
I've been losing my mind, baby baby babe.

I 've been mistreated, I 've been abused
I 've been looking for a woman, yeh,
I 've been confused
'Cause I know, yes, I know I've been mistreated
Since my baby left me I've been losing, losing
I've been losing my mind, baby baby babe
Oh oh oh, oh woman, oh woman, oh woman.

I've been losing my mind.