18 Δεκ 2007

WAR PIGS

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΙΒΩ ΚΡΙΜΑ

Με ποιο χαρακτήρα φωνής να μιλήσω
Στους τράγους που ξέρουν καλά
Την ανάσταση των θυμάτων στα επεισόδια

Οι αποδιοπομπαίοι πάντα διαλέγονται μουγγοί

Αλλά συνεννοούνται σα λογοθεραπευτές
Με σχήματα χειλέων ακρωτηριασμένης γλώσσας
Οπότε ας δοκιμάσω το γλυκό
Μπορεί κάτι να σας λέει η θήρευσή του:

Εκατέρωθεν του λόφου ετοιμάζονται στρατιώτες
Το αίμα δυναμώνει και μυρίζει από πριν
Τα όσα διεκδικεί η άβυσσος ντύνονται
Πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια όσο όσο
Αν η σύγκρουση δεν αυτοσυνταχθεί
Στα περιβόλια θα ξεπηδήσει η λογική
Και θα σαρώσει τη χλωμάδα

Οι εντολές βελάζουν περηφάνια
Στις μύτες μας κρυώνουν χαυλιόδοντες
Αλλά από τους λιποτάκτες δε γλιτώνουν
Τα γαβγίζοντα αξιώματα

Ο πιο τρελός θέλει να ζήσει
Τα ένστικτα συγκρούονται ευτυχώς
Η φύση έχει πολλά κεφάλια

Φορά συνοροσβέστη ένα ζωστήρα

Και ορμά στο λόφο απάνω
Να υπηρετήσει το χορτάρι του

6 Δεκ 2007

O AΡΗΣ ΤΑ ΖΗΤΑΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗ

Kαλωσήρθες στο σπίτι μου, γλυκόπικρη στεντόρεια
Τα μάτια μου στα σύννεφα παράφορα να γλείψεις
Πάρε καπνό και μη ρωτάς στα χείλη σου ανάμεσα
Τη ζέστη του δωματίου αυτού στ’αυτί σου να δροσίσεις

Ψιθύρισε στα στήθη σου τις λέξεις μου σ’ ανάμνηση
Της νύχτας που λαμποκοπά στην αγκαλιά του κύκλου
Πάρε το σκάλισμα του σεντονιού ως ήχηση
Ψυχής ανείπωτης μαβιάς, αθέατης του ύπνου

Δώσε φωτιά στη θύμηση, σπάσε ξανά το σπίρτο
Του ουρανού που ευχήθηκα μέσα στο μπλε τασάκι
Χόρεψε το γέλιο σου στο δάκρυ τ’ απροστάτευτο
Τη νότα που αναζητά στο πάτωμα να κλαίει

Ξιπόλυτη κάποτε ανάσαινες δίπλα μου
Τους φόβους μου συνόδευες μακριά απ’ το μελάνι
Όσο κι αν ορκίστηκες δεν έσβησες το χέρι μου
Απ’ τη στιγμή αυτή που το δικό σου τώρα αναζητάει

Σφίξε στο βλέμμα σου την κυνική ματιά σου
Τα βλέφαρα μου πέταξε αντί για τα λουλούδια
Σπείρε φιλιά στη σκόνη τους που βάφτισες δική σου
Φοβού τα εξωτικά του σκοταδιού τα χάδια

Ξόρκια πουλούν τριγύρω σου, στριγγλίζουν μεθυσμένα
Στη στέγη του ονείρου σου που πρόσωπο αλλάζει
Γονάτισε στ’ αστέρια τους, γεύσου την όρεξή σου
Δες με να τρέχω πίσω σου στην ώρα που προστάζει

Φόρα το νυχτικό λευκό μέσα στο ξύλο
Του κρεβατιού της ηδονής μέσα σου που δονείται
Στ’ άλλο το αλάβαστρο ο καπνιστής στο μώλο
Τσιγάρο άναβε ξανά, ξανά μονολογούσε

Τούτη την ώρα η θύμηση χαμένη μες στο ξύλο
Το αίμα μου υπόσχεται στη θάλασσα να δώσει
Τη γλώσσα σου που αχάριστη πήρε τον ερχομό σου
Τη γεύση της ευτυχίας σου στον τοίχο θα ματώσει

4 Δεκ 2007

HANDPALMEN

ΚΟΠΗ ΠΙΤΑΣ

Τούτο το κομμάτι του Χριστού
Μικρότερο ως συνήθως του προσήκοντος
Τούτο το κομμάτι του φτωχού
Σκανδαλωδώς ογκωδέστερο
Αυτού που του αναλογεί
Σε μένα το κομμάτι
Εντός του οποίου κείται
Φλουρί ηχομόνωσης τριαδικής
Τις φορές που θα κλάψουμε φέτος ακούω
Τις φορές που θα θρηνήσουμε φέτος οσφραίνομαι
Τις φορές που θα σταθούμε φέτος μουδιασμένοι
Αναλογίζομαι ο παρανοϊκός
Που παύει πια να με νοιάζει
Της μοιρασιάς η αδικία
Μόνο τη λίρα σφίγγω παρήγορη
Των θορύβων μονωτική
Και των φορών προστάτιδα
Που θα σηκώσω φέτος
Αμείλικτο το μολύβι