12 Νοε 2007

WHEN A BLIND MAN CRIES


Επισκέφθηκα, κάποτε, το διευθυντή ενός προβεβλημένου λογοτεχνικού περιοδικού, του οποίου το όνομα δε θα αναφέρω μόνο και μόνο επειδή δεν μαγνητοσκόπησα τη συνάντηση. Μου είπε πολλά. Πολλά και ενδιαφέροντα. Μερικά από αυτά είναι τα ακόλουθα: δεν μπορώ να γράφω ότι «κυλούν λάμψεις πειθήνιας ευεραστίας» στους ώμους μιας γυναίκας διότι δεν κυλούν, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιώ λόγιες λέξεις όπως η «ευεραστία» διότι είναι αναχρονιστικό και (όταν του είπα ότι δεν πρόκειται για λόγια λέξη αλλά για νεολογισμό) ότι με νεολογισμούς δούλευε ο Ελύτης αλλά αυτά πεθάνανε, ότι ο υπερρεαλισμός είναι αδύνατον να εκφράσει τη σημερινή εποχή του θορύβου (που είναι τέτοιος, ώστε να καθίστανται δύσκολες οι συνεντεύξεις στο γραφείο του), ότι είναι αδύνατον να γράψω ποίηση διότι δεν είμαι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ότι για να γράψω ποίηση πρέπει πρώτα να αποστηθίσω τα άπαντα της παγκόσμιας ποίησης και να αγοράσω τα τεύχη του περιοδικού του κ.α. Φεύγοντας, μου ήρθε στο μυαλό το ακόλουθο ποίημα:

Θα υπερβώ τους δισταγμούς και τα διλήμματα
Και θα ’ρθω να σε βρω στη μοναξιά σου
Θα σε γυμνώσω απ’ τα ρούχα που μου κρύβουνε το κάλλος σου
Και θα σου πιω όλο το νέκταρ των αγριολούλουδων
Κι όλο το γάλα των γεμάτων θηλυκότητα μαστών σου
Θα σε ρουφήξω μέχρι να γεμίσει τατουάζ το δέρμα σου
Και να ανατριχιάσει όλο ρίγος το κορμί σου
Ύστερα θα χαράξω με μαχαίρι την ωραία πλάτη σου
Και τους υπέροχους χυτούς μηρούς σου
Και θα περάσω πυρωμένο σίδερο
Μεσ΄από την τρεμάμενη ανεμώνα της κοιλιάς σου
Κι όπως θα σέρνεσαι και θα σφαδάζεις από τα μαρτύρια
Θα σου γεμίσω με αλάτι τις πληγές

Ύστερα θα σου σφίξω με τα χέρια μου
Εκείνον τον περιπαθή λαιμό σου
Μέχρι τα μάτια σου τα ωραία και γεμάτα πρόκληση
Να μείνουνε για πάντα ανοιχτά

Κι όπως αργότερα θα μεταφέρω τα κομμάτια απ’ το πτώμα σου
Για να τα θάψω και να μη μ’ ανακαλύψουν
Θα θυμηθώ πως ξέχασα να κάνω μέσα σου έρωτα
Προτού διαμελίσω το κορμί σου
Και πως επίσης ξέχασα να πω πως σ’ αγαπώ
Προτού ν’ αρχίσω επάνω σου τις ειδεχθείς μου πράξεις

Ήταν το πάθος που με τύφλωνε
Κι ήθελα να σ’ εξαφανίσω
Για να σου πω μετά, με σιγουριά απόλυτη,
Πως μόνο εγώ σ’ αγάπησα με τέτοιο πάθος.
Τι κρίμα που δεν είσαι ακόμα ζωντανή
Να καταλάβεις επιτέλους δίχως δισταγμούς
Πως έτσι έγινες παντοτινά δικιά μου.
XΡΙΣΤΟΣ ΓΟΥΔΗΣ

Θυμήθηκα ότι τον ποιητή που το έγραψε τον έχω δει σε διάφορα μέρη. Σε μεταμεσονύχτιες εκπομπές, δίπλα σε πολιτικούς αρχηγούς, στο πανεπιστήμιο, στους εφιάλτες μου και αλλού. Όπου όμως κι αν τον έχω δει ή θα τον δω στη συνέχεια (υπεύθυνο του πολιτικού γραφείου του Αδόλφου Χίτλερ που αναστήθηκε, επικεφαλής αποστολής ανθρωπιστικού υλικού σε αφρικανικές χώρες, στην απονομή του Νόμπελ για τη θεραπεία του καρκίνου με τη χρήση σκοτεινής ύλης, στη φυλακή, στην Προεδρία της Δημοκρατίας), η γνώμη μου για το συγκεκριμένο ποίημα θα παραμείνει σταθερή. Το ποίημα αυτό μου αρέσει. Ακόμη, όμως, κι αν κάποτε αυτό μεταβληθεί, τούτο δε θα συμβεί επειδή ο ίδιος έκανε ή δεν έκανε κάτι. Απλά, για κάποιον λόγο που τώρα δεν μπορώ να φαντασθώ, θα πάψει να μου αρέσει (όπως μου συνέβη με το άσμα της Αλέξιας Τα κορίτσια ξενυχτάνε ή τα τυποποιημένα κρουασάν του εμπορίου˙ κάποτε με ενθουσίαζαν αμφότερα). Έχει, ελπίζω, φανεί μέχρι εδώ η πεποίθησή μου ότι η ποίηση κρίνεται από το ποίημα. Μόνο. Κάποιος, βέβαια, που δεν έχει ποίημα να προτάξει ή αδιαφορεί και για τη στοιχειώδη σχέση των λεγομένων του με την κοινή λογική, διότι ούτε σε σέβεται ούτε η ποίηση τον ενδιαφέρει να προαχθεί, θα προσποιηθεί ότι αυτό δεν το ξέρει. Όμως το ξέρει. Κι όπως έλεγε κι ο Sylvester σε ένα του φιλμ, σφίγγοντας το μικρόφωνο...
”I’ m coming to get you!”

2 σχόλια:

Pipe Smoker είπε...

4Χ4....?

16!

ΣΩΣΤΟΟΟΟΣ... ΧΙΚ!

Churchwarden είπε...

A ρε Σμοκέτση, τι μας έκανες.