18 Δεκ 2007

WAR PIGS

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΙΒΩ ΚΡΙΜΑ

Με ποιο χαρακτήρα φωνής να μιλήσω
Στους τράγους που ξέρουν καλά
Την ανάσταση των θυμάτων στα επεισόδια

Οι αποδιοπομπαίοι πάντα διαλέγονται μουγγοί

Αλλά συνεννοούνται σα λογοθεραπευτές
Με σχήματα χειλέων ακρωτηριασμένης γλώσσας
Οπότε ας δοκιμάσω το γλυκό
Μπορεί κάτι να σας λέει η θήρευσή του:

Εκατέρωθεν του λόφου ετοιμάζονται στρατιώτες
Το αίμα δυναμώνει και μυρίζει από πριν
Τα όσα διεκδικεί η άβυσσος ντύνονται
Πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια όσο όσο
Αν η σύγκρουση δεν αυτοσυνταχθεί
Στα περιβόλια θα ξεπηδήσει η λογική
Και θα σαρώσει τη χλωμάδα

Οι εντολές βελάζουν περηφάνια
Στις μύτες μας κρυώνουν χαυλιόδοντες
Αλλά από τους λιποτάκτες δε γλιτώνουν
Τα γαβγίζοντα αξιώματα

Ο πιο τρελός θέλει να ζήσει
Τα ένστικτα συγκρούονται ευτυχώς
Η φύση έχει πολλά κεφάλια

Φορά συνοροσβέστη ένα ζωστήρα

Και ορμά στο λόφο απάνω
Να υπηρετήσει το χορτάρι του

6 Δεκ 2007

O AΡΗΣ ΤΑ ΖΗΤΑΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗ

Kαλωσήρθες στο σπίτι μου, γλυκόπικρη στεντόρεια
Τα μάτια μου στα σύννεφα παράφορα να γλείψεις
Πάρε καπνό και μη ρωτάς στα χείλη σου ανάμεσα
Τη ζέστη του δωματίου αυτού στ’αυτί σου να δροσίσεις

Ψιθύρισε στα στήθη σου τις λέξεις μου σ’ ανάμνηση
Της νύχτας που λαμποκοπά στην αγκαλιά του κύκλου
Πάρε το σκάλισμα του σεντονιού ως ήχηση
Ψυχής ανείπωτης μαβιάς, αθέατης του ύπνου

Δώσε φωτιά στη θύμηση, σπάσε ξανά το σπίρτο
Του ουρανού που ευχήθηκα μέσα στο μπλε τασάκι
Χόρεψε το γέλιο σου στο δάκρυ τ’ απροστάτευτο
Τη νότα που αναζητά στο πάτωμα να κλαίει

Ξιπόλυτη κάποτε ανάσαινες δίπλα μου
Τους φόβους μου συνόδευες μακριά απ’ το μελάνι
Όσο κι αν ορκίστηκες δεν έσβησες το χέρι μου
Απ’ τη στιγμή αυτή που το δικό σου τώρα αναζητάει

Σφίξε στο βλέμμα σου την κυνική ματιά σου
Τα βλέφαρα μου πέταξε αντί για τα λουλούδια
Σπείρε φιλιά στη σκόνη τους που βάφτισες δική σου
Φοβού τα εξωτικά του σκοταδιού τα χάδια

Ξόρκια πουλούν τριγύρω σου, στριγγλίζουν μεθυσμένα
Στη στέγη του ονείρου σου που πρόσωπο αλλάζει
Γονάτισε στ’ αστέρια τους, γεύσου την όρεξή σου
Δες με να τρέχω πίσω σου στην ώρα που προστάζει

Φόρα το νυχτικό λευκό μέσα στο ξύλο
Του κρεβατιού της ηδονής μέσα σου που δονείται
Στ’ άλλο το αλάβαστρο ο καπνιστής στο μώλο
Τσιγάρο άναβε ξανά, ξανά μονολογούσε

Τούτη την ώρα η θύμηση χαμένη μες στο ξύλο
Το αίμα μου υπόσχεται στη θάλασσα να δώσει
Τη γλώσσα σου που αχάριστη πήρε τον ερχομό σου
Τη γεύση της ευτυχίας σου στον τοίχο θα ματώσει

4 Δεκ 2007

HANDPALMEN

ΚΟΠΗ ΠΙΤΑΣ

Τούτο το κομμάτι του Χριστού
Μικρότερο ως συνήθως του προσήκοντος
Τούτο το κομμάτι του φτωχού
Σκανδαλωδώς ογκωδέστερο
Αυτού που του αναλογεί
Σε μένα το κομμάτι
Εντός του οποίου κείται
Φλουρί ηχομόνωσης τριαδικής
Τις φορές που θα κλάψουμε φέτος ακούω
Τις φορές που θα θρηνήσουμε φέτος οσφραίνομαι
Τις φορές που θα σταθούμε φέτος μουδιασμένοι
Αναλογίζομαι ο παρανοϊκός
Που παύει πια να με νοιάζει
Της μοιρασιάς η αδικία
Μόνο τη λίρα σφίγγω παρήγορη
Των θορύβων μονωτική
Και των φορών προστάτιδα
Που θα σηκώσω φέτος
Αμείλικτο το μολύβι

26 Νοε 2007

EXPLODES WITH A LUST

Ανδρόγυνη μορφή παραμόνευε μεστή
Στ’ ακροδάχτυλα παιδιού της καταχνιάς
Πριν καν σε δει˙
Μ’ ένα κονσέρτο για τέσσερα χέρια
Μοιραία αγγιζόμενα στη σύνθεση
Του συνθέτη, έπαψε το λιανοκέρι
Σε ματζόρε την οργή
Πληγών που λιώνουν στα κλειδιά
Κατάφωρα σφραγίδες

Τις παρτιτούρες πάρε από μπροστά μου
Δικαιολογίες δε χρειάζεται η γνήσια μουσική
Αυθόρμητα συνδέεται ο ήλιος
Με τα έγκατα της γης:

Ντο ρέκτης τείνω σε φωτιά
Μι Φαέθοντας της ραχοκοκκαλιάς σου
Σολ λάβρα της φαγέδαινας αποτάσσομαι τραχύ
Σιγματισμό διείσδυσης

Τα μάτια σου ποτέ ξανά
απλά δε θα κοιτάζουν

25 Νοε 2007

AIN'T NO LOVE IN THE HEART OF THE CITY


Ο βλαστός της πιο αθώας μου σιωπής
Εφηβικός παρέμενε μες στο παγωμένο σίδερο
Τις ρίζες του δένοντας σ’ ένα βηματισμό που ξεμάκραινε
Τα φύλλα του βυθίζοντας σ’ ένα πέλμα που ίδρωνε
Μαγικό
Το πρωινό αυτό αλλιώτικα χαράζει
Οι θύρες του είν’ από ξύλο, από πλαστικό, από γυαλί
Δεν είν’ από κείνο το υλικό που συλλαβίζει
Βρόχινα χαμόγελα γαλάζιας στέρησης
Τούτο το πρωινό
Πλησιάζεις
Τον καιρό που φθόγγους μάζευα απ’ τον άνεμο
Έσπειρα τον εαυτό μου στην απουσία σου
Εγώ ποιητής σιωπηλός κι εσύ μια ανάμνηση
Η ανάμνηση του πρωινού ξυπνήματος και του απώμορφου ψιθύρου
Εκκωφαντικού
Εκκωφαντικού σα φυλακτού υπόσχεσις πολλών δακρύων
Πως είναι βαθιές οι χαρακιές του ανέμου έξω απ’ το θέατρο
Που στίχους ορμητικά συνταιριάζουν αμετανόητους
Για ένα πρόσωπο που αληθινά στην παρουσία σου φυτρώνει
Γύρω από ένα φιλί
Μαγικό

ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ


Διάβασα σήμερα την τελευταία ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά Μεταφερθήκαμε Παραπλεύρως. Διαβάζοντάς την, προσπάθησα να φανταστώ τι πρόκειται να γραφτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά το επόμενο διάστημα. Ότι κούρασε η εμμονή της με τον μακαριστό σύζυγό της Άθω Δημουλά, ότι ευτελίστηκε η σωματοποίηση εννοιών που εκλάπη από τον ομότεχνό της Καρούζο, ότι δεν μπορεί κανείς να περιμένει πολλά από μια ποιήτρια που δέχεται να τη βραβεύσει ένα άθλιο σκουπιδοπεριοδικό και στέλνει συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον νεοεκλεγέντα πρωθυπουργό, ότι επέστρεψε η ποίηση της νοικοκυράς και της κουζίνας, ότι, τελοσπάντων, σταυρώστε την αμαρτωλή και ασχημονούσα. Επ’ αυτών (εάν γραφτούν) θέλω να πω δυο κουβέντες εμπορικές, που έλεγε και η Σπεράντζα, πηγαίνοντας στο θείο. Καταρχάς, έχω την αίσθηση ότι (ας διαψευστώ αν λανθάνω) το που έστειλε ή δεν έστειλε τηλεγράφημα η Κική Δημουλά, ότι το ποιος τη βράβευσε ή δεν τη βράβευσε, ότι το από ποιον δέχθηκε ή δε δέχθηκε να βραβευθεί, ότι το αν είναι serial killer ή ιεραπόστολος, ΟΥΔΕΜΙΑ σχέση έχουν με την αξία των κειμένων της, τουλάχιστον ως προς το αν πρέπει να τα λάβουμε υπόψη για να προβούμε σε εκτιμήσεις. Άνθρωποι που έχουν κείμενο μπροστά τους, αλλά, αντί να ασχοληθούν με αυτό, ρωτούν «έστειλες ή δεν έστειλες γράμμα στον πρωθυπουργό;», «βραβεύθηκες ή δε βραβεύθηκες από άθλιο σκουπιδοπεριοδικό;», «σε διαβάζουν ή σε διαβάζουν οι νοικοκυρές;» ή, εναλλακτικά, «μεταφράζεις ή δε μεταφράζεις;», «έχεις συνουσιασθεί με διάσημο ποιητή ή ποιήτρια;», «έχεις 10.000 ευρώ να συμβάλλεις σε ανεξαρτησίες οίκων ή εντύπων;» ή «έχεις κάνει όνομα;», μάλλον (ας διαψευστώ αν λανθάνω) δεν ενδιαφέρονται για κείμενα, καίτοι υπεύθυνοι της ανάδειξης, της προώθησης και, τελικώς, της ύπαρξής τους (ό,τι δεν ανθολογείται, δεν υπάρχει). Σχετικώς με τους πολέμιους των εμμονών, έχω να τους θέσω τα εξής ερωτήματα: α) Πολεμάτε, ως πολέμιοι εμμονών, και τη δική σας εμμονή με τις ποιητικές εμμονές; β) Σας ενοχλεί μόνον η εμμονή της Κικής Δημουλά με τον μακαριστό σύζυγό της Άθω Δημουλά ή και η εμμονή του Ελύτη με το Αιγαίο, του Blake με τα θεία ή του Thomas με το θάνατο; γ) Αν παρουσιαζόταν ένας ποιητής με εμμονές ίδιες με τις δικές σας, θα σας ενοχλούσε και τότε η περιορισμένης θεματολογίας ποιητική; Για τις κρίσεις περί της επιτυχίας ή αποτυχίας της σωματοποίησης εννοιών, όπως και, γενικότερα, της ποίησης της Κικής Δημουλά, μπορεί, κατά τα λοιπά, ο καθείς να έχει την άποψή του, και γω τη δική μου. Εγώ, λοιπόν, χαίρομαι που η Κική Δημουλά, πλέον, δημοσιεύει, δίχως να στέκεται ιδιαίτερα στην ανησυχία της για το ποιητικό αποτέλεσμα των κειμένων της. Και καθόλου να μην επεξεργαζόταν τα γραφτά της, και ποιήματα που έγραψε σε χαρτοπετσέτες να δημοσίευε αυτούσια, τα βιβλία της θα τα αγόραζα και θα τα μελετούσα- το πράγμα έχει, έτσι κι αλλιώς, ενδιαφέρον. Επίσης, αν εξαιρέσουμε τις τρεις πρώτες συλλογές της, η ποίησή της κινείται από ένα επίπεδο και πάνω. Η συγκινησιακή χωρητικότητα της ποίησης της Κικής Δημουλά είναι τέτοια μέσα στην πληθώρα των ποιητικώς (επιπλεόντων και μη) κοπρούσιων κειμένων, που ξεχωρίζει ωσάν μυίγα μες στο γάλα. Στα κείμενά της, λοιπόν, βρίσκω από τη στιγμιαία φόρτιση έως το σεισμικά παρατεινόμενο ρίγος, ανάλογα με την περίπτωση. Παρεμπιπτόντως, να πω ότι για περιπτώσεις, όπως της Κικής Δημουλά, που τόσα προσέφεραν στην ποίηση, σε βαθμό που η ποίηση να μοιάζει ευγνωμονούσα, ένας σεβασμός, έστω κι από χοίρους επαΐοντες, δε θα έβλαπτε. Κλείνω αναφέροντας ποιήματα από τη συλλογή Μεταφερθήκαμε Παραπλεύρως που με την πρώτη ανάγνωση επισημάνθηκαν εντός μου: «ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ», «ΕΣΟ ΕΤΟΙΜΟΣ», «ΤΟ ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ», «ΕΥΘΥΝΟΦΟΒΙΑ», «ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ», «ΣΤΟ ΚΑΣΕΛΑΚΙ».

Αν η φαντασία δε σκηνοθετούσε
Υπαρκτόν θηριώδη τον έρωτα
Ποτέ καμιά πραγματικότης
Δε θα μας είχε αγαπήσει
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

24 Νοε 2007

O DJANGO, Ο ΓΙΩΡΓΟΣ, ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ ΚΙ ΕΝΑ ΣΟΝΕΤΟ

O Django...


O Γιώργος...



Κι ένα σονέτο...

Σαν της σελήνης ανάψουν τα κεριά
κόπωση θα χτυπήσει τους πλανήτες
άλλοι θα ’ναι τότε οι λαιμοδύτες
νονοί μιας κολυμπήθρας γερά σκαριά.

Μετήλιαγμα με τύφλα θ’ ανταμείψει
την όραση που χαίρεται η νυχτιά
στην ποίηση θα γυρίσουν τα παιδιά
κι αυτή που επικράτησε θα εκλείψει.

Την έκλειψη θ’ ακούσουν οι μαστόροι
τα έργα τους η ανάγνωση θα στίψει
όλα θα τα διαβάζουν οι τενόροι.

Μπουκάλες θ’ αγοράσουν φελλοκτόνων
κι όσοι σουρώθηκαν από τη λήψη
δισκίου απ’ τους χλευαστές των πόνων.

20 Νοε 2007

I EXPECT BETTER MANNERS

Σαν το τάλαντο που αναδύεται τυχαία
Απ’ του διαλεχτού τις μύχιες μαχαιριές
Φτερούγισμα ακούσιο αγριοπερίστερου
Που κωφεύει στην ιστορία
Ακούγομαι τεκτονικός στους αμύητους
Της ψυχής παράδοξος πυκνωτής
Μα το πάναπλο αρθρώνω κατά βάθος
Δίχως και την παραμικρή προσπάθεια
Δίχως καν πρόθεση
Τις ραφές ν’ απελευθερώσω απ’ το κρανίο της γλώσσας μου
Πλάκες που συγκρούονται σε μάγμα νεογνού
Ορίζοντας το αρχέγονο

18 Νοε 2007

O ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ ΙΕΡΟΥΡΓΕΙ

Δεν βλέπει πια να μου τηλεφωνήσει˙
τα δάχτυλά της φέγγουν γερασμένα
και τρέμουν, όταν πάει να σχηματίσει
τον αριθμό που ίσως βγάλει εμένα.

Κι όπως θα μ’ έχει μέσα της κρατήσει,
δέκα ετών παιδί στην Καλλιθέα,
των ουρανών ν’ αγγίζω την ιδέα
στο κιάλι που αυτή μου ’χε χαρίσει,

τις Άρκτους, την Κασσιόπη και τη Λύρα˙
κι όπως θα πέφτει τ’ άναυδο σκοτάδι
κι η πρώτη τρυφερότητα, σαν μοίρα,

θα μου ζητήσει φως για ό,τι πήρα
τα χέρια της τυφλά θα βρούν το χάδι
να πλύνουν τα δικά μου στο νιπτήρα.

17 Νοε 2007

THE NIGHT IS RIDING IN

Ή μήπως δεν είναι έτσι;

15 Νοε 2007

SAILING SHIPS

Για την κιθαριά τα είπαμε. Τίθεται, όμως, στο σημείο αυτό, το ερώτημα της φωνής. Φωνές έχω ακούσει πολλές. Τη μεγαλύτερη σημασία την έδωσα στη φωνή του David Coverdale. Όταν με φαντάζομαι σ’ ένα στάδιο γεμάτο από ανθρώπους που μου ζητούν να τραγουδήσω, φαντάζομαι ότι μ’ αυτή τη φωνή τους τραγουδώ. Όταν γράφω, η φωνή αυτή έρχεται από κάπου, συμπαρασύροντας ό,τι αγαπώ στη θάλασσα της θλίψης μου. Έτσι καταφέρνω το βλέμμα ν’ αποστρέψω. Έτσι χαμογελώ. Ο ήλιος ανατινάζει τα σφιξίματα με μια χροιά βραχνάδας. Κάπου εδώ, ας παραθέσω το ποίημα. Πάμε.


Μοιάζουμε με ελαστικά κουνήματα κυμαινομένου όρους. Μια τρίχα αρκεί να σταματήσει η ρευστοποίηση των υποσχέσεών μας. Μια έλιξ στριφογυρίζει μέσα μας και κόβει τους λαιμούς των πετεινών και τα βυζιά της κάθε περιττής περόνης. Έξω το φως και τα σκουπίδια της αυγής. Έξω το μπάρκο-μπέστια και των θείων και των κονίκλων. Ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων. Οι πράξεις θέλουν άχυρα τα φίδια κρεμαστούς μπαξέδες από γλοιώδεις πλοκάμους μιας εσπερίδος.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ




14 Νοε 2007

UNDER A VIOLET MOON

Yποθέτω πως κάποιοι από τους φίλους μου-και έχω τέτοιους, που δύναμαι ολάκερες πόλεις να βυθίσω στην απέραντη έρημο-όταν ακούν το όνομα Ritchie Blackmore, με σκέφτονται. Όπως κάποτε προσπάθησα να πω και στον ίδιο τον καλλιτέχνη, αυτή η κιθαριά μού θυμίζει alternative space travels on the dark strings of enlightenment. Όπως και να 'χει, ιδού βιντεάκι για ακρόαση. Συνοδεύσατε με στίχους υπό Χρίστου Λάσκαρη:


Σ’ αυτό το απέραντο σούπερ-μάρκετ,
που πάνω του τσακίζονται
όλα τα όνειρα,
εδώ,
στη μοναξιά των διαδρόμων
θα με βρεις

με το καρότσι μου να περιφέρομαι.




13 Νοε 2007

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ

O φιλαράκος μου ο Pipes είπε σ’ ένα σχόλιο του κάτι για τους ποιητές που έχουν γράψει «έστω και ένα ερωτικό ποίημα» που προκαλεί. Διαβάζοντας τη φράση αυτή συνειδητοποίησα ότι ένας ποιητής με αυτό το έστω ένα ερωτικό, κατέχει μέσα μου θέση διαφορετική από έναν ομότεχνό του που, αν και σημαντικός, από ερωτικό, ούτε ένα δεν. Ο Γιώργης Παυλόπουλος είναι ένας ποιητής που έχει γράψει τέτοιο ένα. Το παραθέτω.

Απάνω ετοίμαζαν το τραπέζι του γάμου
κι εγώ με τη μικρή αδερφή της νύφης
κατεβήκαμε στο κατώγι για να φέρουμε τυρί.
Άνοιξα το βαρέλι κι έχωσα το δάχτυλο
στη μυρωδάτη φέτα.
Κι όπως το έβγαλα βουτηγμένο στην άρμη
εκείνη μου το πήρε και το ’βαλε στο στόμα της
να δοκιμάσει πρώτη.

Απίθανο. Έχω, όμως, την αίσθηση, ότι μεγαλύτερης εκτίμησης από το ποίημα αυτό, τίτλος του οποίου «Η ΔΟΚΙΜΗ», χαίρει του ιδίου «ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ». Δεν το παραθέτω. Παραθέτω, όμως, ένα δικό μου. Έτσι είναι αυτά. Παράξενα.

Ο γλύπτης εκτελεί σκοπιές στο μάρμαρο
περιμένοντας να σκάσει
η οβίδα μιας μορφής στο κεφάλι του
να του δείξει του αγάλματος τα σύνορα.
Ο πόλεμος αρχίζει.

Ο γλύπτης εισχωρεί στο μάρμαρο
σκόνη γίνεται το ρούχο της μορφής
χιόνι πέφτει στο έδαφος
φροντίζοντας για κρυοπαγήματα.
Μα τα σύνεργα δε λυγίζουν
όταν έχεις βλέψεις
όταν στο έργο σου θέλεις να φωλιάσει κάτι
απ’ το αεροπλάνο που σε βομβάρδισε.

Ο ποιητής ανάποδα
το σκάλισμα αρχίζει απ’ τα μέσα.
Αλλού είναι τα δικά του σύνορα.
Όταν τελειώσει
μια τρύπα μένει στο μάρμαρο κενή
με γύρω της τη γλώσσα.
Είναι το ποίημα καλό; Δεν ξέρει. Περιμένει.
Τα ποιήματα πάντοτε σιωπούν
είτε πολλά έχουν να πουν είτε τίποτα.

Όταν τα ποιήματα έχουν πολλά να πουν
τα πουλιά εγκαταλείπουνε τα δένδρα
στριμώχνονται στην τρύπα του μαρμάρου
και φτερουγίζουν μες στη γλώσσα δυνατά.

Τέτοιο φτερούγισμα ακούγεται
ως τις μορφές του γλύπτη
το άγαλμα αρχίζει τις φιγούρες
χορεύει με το πάθος στα λευκά.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΞΗ



Aπό τη δεύτερή μου συλλογή "ΥΔΡΟΒΑΤΗΣ", ένα κείμενο κι ένα ποίημα. Έτσι. Για την τάξη.



ARS GRATIAE ARTIS



Η έμπνευση αναδύεται γνήσια ως τηλεπισκόπηση σταυρανθέος. Έκαστο πέταλο οφείλει να ματώνει σε αποστολή διατεταγμένη πολυφασματικού ορίζοντα. Συνειδητοποιώντας το κοινότοπο της διεκδίκησης του όλου, εγκλείεσαι σε δωμάτιο κατοχύρωσης κλιβάνου σωματικών υγρών, τη μαθηματική ολοκλήρωση του ελαχίστου χώρου ψυχανεμιζόμενος. Κατοχυρώνεις εσωτερικά το αυτονόητο δικαίωμα του ανεπανάληπτου αρωματοποιού- αρκεί γι’ αυτό το σώμα- και συμπορεύεσαι με τη λέξη στην ιδιωτική επικονίαση. Η απεικόνιση προκύπτει ως αναπαράσταση ψηφίου προσωπικής φωτογραφικής οικοσκευής. Η αποκάλυψη πάντοτε δείχνει το Βορρά και βορά γι’ αυτό γίνεται των Πολύχαιτων οσμών του εμπορίου. Ουδέποτε, όμως, επιμένεις στην ηθολογία τους, καθότι ο δείκτης του Nότου Νοτιά θα φέρει ως Δαναός εκθαλάσσωσης- κι αποχαιρέτα τη τη λέξη. Η αποκάλυψη γρατζουνά ποικιλοτρόπως τους λείους μυς της έμπνευσης. Ξημερώματα νομίζεις πως κατήργησες τα πλεοπόδια ως μέθοδο διαχωρισμού του φύλου των ισοπόδων εφευρίσκοντας τον ετεροφυλετικό μεταεκδυτικό χρωματισμό. Άλλοτε ταυτίζεις τις γραμμώσεις χειλέων γυναικός με τις μοιροφέρουσες γραμμώσεις της παλάμης σου ως επιταγές μεταφυσικής. Πότε πότε αιωρείσαι στην τροπόσφαιρα του τσίρκου, καπνίζοντας ένα το τσιγάρο ως προνόμιο των ριψοκίνδυνων που πολλά καπνίζουν και εννοούν. Οι αχρείοι. Φθάνεις τότε στο τέταρτο πέταλο του σταυρού που μη μου άπτου διπλώνει προστατευτικά το πρόσωπό σου στου γνώριμου ύδατος την εμφάνιση. Γεννάς ηλεκτρισμό σ’ όλων των ατμόπλοιων τις διασταυρώσεις. Το κύμα υδρολύεις σ’ όλης της άμμου την έκταση. Ο αντίχειρας στο ζυγωματικό, τα δάχτυλα ελεύθερα έννοιας, μεταξύ δείκτη και μέσου καπνός. Εσώκλειστος της μοναξιάς σου, εμφανίζεσαι άτρωτος: Αυτός είσαι. Με τη φαντασία απαραιτήτως κόσμημα σε δέρμα χαμαιλέοντος.



ΠΙΕΣ



Είσαι άγγελος;
Έχω ακούσει για σένα
Σ’ όλα τα πρωινά φεγγάρια της μοναξιάς μου
Σ’ όλα τα πρωινά
Φεγγάρια της μοναξιάς μου έμαθα
Πως ειν’ αμάρτημα βαρύ το δέρμα σου ν’ αγγίξω
Απόψε πάλι τραγουδάς, Μαρία της γραφής μου
Σειρήνες της διαδρομής
Λωτοί της πλεύσης οι στροφές σου
Μου στέλνουν βέλος την προσέγγιση στ’ αυτιά
Ιθάκη της θωπείας
Μα εγώ έμπειρος βουτώ στη σκανταλιά
Βολβών λευκού χαρτιού, αθώων καλυπτρίδων
Εσένα
Που προστάζεις υγρού ματιού εγκυμοσύνες
Έμπειρος απόψε θα ντύσω
Σκαρφάλωσε απόκρημνη στης γλώσσας μου την άκρη
Κόψε μια φούχτα κύτταρα και πλέξε
Πλέξε αγκάθια μου τις σιωπές
Στου στήθους σου τους ήλιους
Γείρε νανουρίζοντας των ώμων μου τους κεραυνούς
Σκέπασε με θάλασσες το φως τους και γδάρε
Γδάρε το συμπαγές της μέσης μου
Καπέλο στο πλευρό σου
Κάλεσε τη θλίψη των δαχτύλων μου στη γλώσσα σου
Σπάθισε το χιόνι της με εκπνοής αλάτι και λούσε
Λούσε σου τα μαλλιά
Μ’ όλων των χρόνων τη διάπαυση
Κρυώνεις;
Τυλίξου τον ιδρώτα του μετώπου μου
Καυτό μου πέπλο παρειάς αντί δακρύων
Φύτεψε σ’ αμμοβροχές
Παρθένα τη γέννησή μου
Κι άνοιξε τα πόδια σου
Άνοιξε τα πόδια σου στις λέξεις μου και
Πιες
Ποτό το σπέρμα της ψυχής μου

12 Νοε 2007

WHEN A BLIND MAN CRIES


Επισκέφθηκα, κάποτε, το διευθυντή ενός προβεβλημένου λογοτεχνικού περιοδικού, του οποίου το όνομα δε θα αναφέρω μόνο και μόνο επειδή δεν μαγνητοσκόπησα τη συνάντηση. Μου είπε πολλά. Πολλά και ενδιαφέροντα. Μερικά από αυτά είναι τα ακόλουθα: δεν μπορώ να γράφω ότι «κυλούν λάμψεις πειθήνιας ευεραστίας» στους ώμους μιας γυναίκας διότι δεν κυλούν, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιώ λόγιες λέξεις όπως η «ευεραστία» διότι είναι αναχρονιστικό και (όταν του είπα ότι δεν πρόκειται για λόγια λέξη αλλά για νεολογισμό) ότι με νεολογισμούς δούλευε ο Ελύτης αλλά αυτά πεθάνανε, ότι ο υπερρεαλισμός είναι αδύνατον να εκφράσει τη σημερινή εποχή του θορύβου (που είναι τέτοιος, ώστε να καθίστανται δύσκολες οι συνεντεύξεις στο γραφείο του), ότι είναι αδύνατον να γράψω ποίηση διότι δεν είμαι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ότι για να γράψω ποίηση πρέπει πρώτα να αποστηθίσω τα άπαντα της παγκόσμιας ποίησης και να αγοράσω τα τεύχη του περιοδικού του κ.α. Φεύγοντας, μου ήρθε στο μυαλό το ακόλουθο ποίημα:

Θα υπερβώ τους δισταγμούς και τα διλήμματα
Και θα ’ρθω να σε βρω στη μοναξιά σου
Θα σε γυμνώσω απ’ τα ρούχα που μου κρύβουνε το κάλλος σου
Και θα σου πιω όλο το νέκταρ των αγριολούλουδων
Κι όλο το γάλα των γεμάτων θηλυκότητα μαστών σου
Θα σε ρουφήξω μέχρι να γεμίσει τατουάζ το δέρμα σου
Και να ανατριχιάσει όλο ρίγος το κορμί σου
Ύστερα θα χαράξω με μαχαίρι την ωραία πλάτη σου
Και τους υπέροχους χυτούς μηρούς σου
Και θα περάσω πυρωμένο σίδερο
Μεσ΄από την τρεμάμενη ανεμώνα της κοιλιάς σου
Κι όπως θα σέρνεσαι και θα σφαδάζεις από τα μαρτύρια
Θα σου γεμίσω με αλάτι τις πληγές

Ύστερα θα σου σφίξω με τα χέρια μου
Εκείνον τον περιπαθή λαιμό σου
Μέχρι τα μάτια σου τα ωραία και γεμάτα πρόκληση
Να μείνουνε για πάντα ανοιχτά

Κι όπως αργότερα θα μεταφέρω τα κομμάτια απ’ το πτώμα σου
Για να τα θάψω και να μη μ’ ανακαλύψουν
Θα θυμηθώ πως ξέχασα να κάνω μέσα σου έρωτα
Προτού διαμελίσω το κορμί σου
Και πως επίσης ξέχασα να πω πως σ’ αγαπώ
Προτού ν’ αρχίσω επάνω σου τις ειδεχθείς μου πράξεις

Ήταν το πάθος που με τύφλωνε
Κι ήθελα να σ’ εξαφανίσω
Για να σου πω μετά, με σιγουριά απόλυτη,
Πως μόνο εγώ σ’ αγάπησα με τέτοιο πάθος.
Τι κρίμα που δεν είσαι ακόμα ζωντανή
Να καταλάβεις επιτέλους δίχως δισταγμούς
Πως έτσι έγινες παντοτινά δικιά μου.
XΡΙΣΤΟΣ ΓΟΥΔΗΣ

Θυμήθηκα ότι τον ποιητή που το έγραψε τον έχω δει σε διάφορα μέρη. Σε μεταμεσονύχτιες εκπομπές, δίπλα σε πολιτικούς αρχηγούς, στο πανεπιστήμιο, στους εφιάλτες μου και αλλού. Όπου όμως κι αν τον έχω δει ή θα τον δω στη συνέχεια (υπεύθυνο του πολιτικού γραφείου του Αδόλφου Χίτλερ που αναστήθηκε, επικεφαλής αποστολής ανθρωπιστικού υλικού σε αφρικανικές χώρες, στην απονομή του Νόμπελ για τη θεραπεία του καρκίνου με τη χρήση σκοτεινής ύλης, στη φυλακή, στην Προεδρία της Δημοκρατίας), η γνώμη μου για το συγκεκριμένο ποίημα θα παραμείνει σταθερή. Το ποίημα αυτό μου αρέσει. Ακόμη, όμως, κι αν κάποτε αυτό μεταβληθεί, τούτο δε θα συμβεί επειδή ο ίδιος έκανε ή δεν έκανε κάτι. Απλά, για κάποιον λόγο που τώρα δεν μπορώ να φαντασθώ, θα πάψει να μου αρέσει (όπως μου συνέβη με το άσμα της Αλέξιας Τα κορίτσια ξενυχτάνε ή τα τυποποιημένα κρουασάν του εμπορίου˙ κάποτε με ενθουσίαζαν αμφότερα). Έχει, ελπίζω, φανεί μέχρι εδώ η πεποίθησή μου ότι η ποίηση κρίνεται από το ποίημα. Μόνο. Κάποιος, βέβαια, που δεν έχει ποίημα να προτάξει ή αδιαφορεί και για τη στοιχειώδη σχέση των λεγομένων του με την κοινή λογική, διότι ούτε σε σέβεται ούτε η ποίηση τον ενδιαφέρει να προαχθεί, θα προσποιηθεί ότι αυτό δεν το ξέρει. Όμως το ξέρει. Κι όπως έλεγε κι ο Sylvester σε ένα του φιλμ, σφίγγοντας το μικρόφωνο...
”I’ m coming to get you!”

11 Νοε 2007

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΣΥΝΟΧΗ


Mια κοινοτοπία στην πρώτη και συνηθέστατα μόνιμη επαφή με την ποίηση (έχω τους λόγους μου να ασχολούμαι με τον καθένα˙ θα φανερωθούν σιγά σιγά), είναι η περί του αυγού αρπαγή και κουρά. Εδώ θα αποπειραθώ να φωτίσω (με μοναδικό, έστω, σπίρτο) μια μόνο πτυχή του ζητήματος, τη λιγότερο, ίσως, σημαντική. Όταν γράφω, αισθάνομαι ότι κατασκευάζω μια πόρτα για το σώμα μου. Την πόρτα αυτή δεν την έχει ανοίξει κανείς, όχι γιατί η κατασκευή της αγνόησε τα σώματα των άλλων, αλλά γιατί, πριν την κατασκευάσω εγώ, η πόρτα αυτή δεν υπήρχε. Στο κατώφλι της, ακόμη κι εγώ, ο εμπνευστής της, είμαι καχεκτικός και ικέτης˙ όποιος τυγχάνει εκεί να με κοιτάξει, με βρίσκει δύσμορφο και απειλητικό. Όταν το κείμενο τελειώσει, ουδείς γνωρίζει αν κατάφερα να περάσω από μέσα της. Άλλοτε η αναρώτηση μου κρατά λίγα δευτερόλεπτα, άλλοτε χρόνια πολλά, άλλοτε χρόνια μαζί και δευτερόλεπτα σε αμοιβαία σχάση. Το θάρρος για να εκθέσω την ιδέα μου αντλώ από την πιθανότητα, στο βάθος, να είμαι τρομερός˙ πιθανότητα που πάντοτε συγγενεύει με την αίσθηση της εσωτερικής συνοχής. Αν όλα όσα είπα δένουν, τότε ναι, αξίζει να ρισκάρω: κατάφερα, άραγες, να ράψω το ρούχο της συγκίνησης; Ιδού:

Καθώς στέρεες ξεπροβοδίζονται μειλίχιες οι λέξεις
Στον ατελεύτητο της ποίησης ωραϊστό ορίζοντα
Πληγές ανοίγονται στο σώμα μου σαν πόρτες
Ώσπου αυτό διάπυρο χορεύει με τους ξένους
Χορό συρματοπλέγματος: το κόκκινο
Κανείς τους δε θα τολμά ν’ αγγίξει, σκέφτομαι
Κι ύστερα βυθίζομαι μες στη βαθιά φωνή
Που αγέρωχη προστάζει μειλίχια προσταγή:

Ανώνυμε ποιητή, ρίξε μια ομοβροντία

Πέλεκυς στάζει βαρύς στους ώμους της γυναίκας
Εκεί που το λευκό ανεσπέρως ενδημεί
Τήκοντας τις λέξεις σε αναδευτήρα βλέννας
Μες στης κατάργησης τo αστείρευτο
Τρελό αρωματοποιείο του φακού μου

Aπ’ το ΟΥΑΙ, τότε, αρπάζεται η ποίηση
Κι ανασυντάσσεται σαρωτική κι αδέξια
Στα βάθη της αβύσσου, όταν της ζωής
Εγώ του τίποτα που έρχεται απ’ το τίποτα
Νιώθω ένα το κάτι πυρετού μ’ αισθήσεις

Στην αρχή φθορίζει ο έρωτας
Με ολάκερη την έκλειψη ορατή απ’ τη στεφάνη
Να γυαλίζει γύρω απ’ την πρόθεση γύρω
Τη γύρω ζάλη να διαγράφει εφηβαίο
Ότι αυτό κραυγή πληρότητας της σχάσης
Του ανθρώπου σ’ ανάκλιντρα μυρωδικών

Κι είναι τόσα τα σταχτοστέφανα
Αγίων και μελάνια
Σαν αίφνης ξυπνούν στα μάτια μου
Ταυτόχρονα και θλιμμένα
Που θέλω ανεξάλειπτος
Και αναπυρσευτής

Θέλω στα φτερά των ορτυκιών και στη φλούδα
Του μήλου να κουρνιάζω την πείνα μου
Θέλω να βλέπω των σαλιγκαριών τη βλέννα
Στους δρόμους να ραμφίζει πυξίδα φυσική
Θυμίζοντας στα χνάρια μας το χώμα που ξεχάσαμε
Δίχως να παραγράψουμε την αδίστακτη
Προσμονή της ύστατης εκπνοής
Που το ποίημα παραδίδει πίσω απ’ την αυλαία
Σ’ ένα ξένο των ματιών μας κοινό

Γιατί όποτε προσεύχεσαι ελπίζεις
Δεν ορκίζεσαι

Όμως εγώ ορκίζομαι πως είμαι παντού
Η ζέστα μες στα φτερά του ορτυκιού
Κι η συνοχή της φλούδας και της καρδιάς
Του καρπού που αλλόκοτο βιδώνει τον κόσμο
Στα πινέλα των ζωγράφων όπως είναι
Ενιαίος και άπειρος ομορφιάς
Ώστε εγώ ο ένας της λέξης ειμαρμένος
Το θρόισμα ν’ αγαπώ γιατί σε περιέχει
Κι απύθμενα μες στα οστά σου έρπει
Με σκυρόδεμα αμβροσίας στηρίζοντας το τραγούδι μου:

Το νόημα να εκκινά
Απ’ της εκφοράς την αύρα
Και ν’ αναπλάθει απνευστί
Την εικόνα της Δακράνασσας
Μ’ ομοβροντία όψιμη ανώνυμου ποιητή
Μακριά από του χώματος τη μόνιμη αφή

10 Νοε 2007

ΠΡΩΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


To 2006 ήταν η χρονιά που εξέδωσα την πρώτη μου συλλογή ποιημάτων με τίτλο «Η Αδελφότητα της Θλίψης». Για τους πολίτες του Δικτύου παραθέτω κείμενα από αυτήν. Αν δεν υπάρξουν σχόλια, ουδείς λόγος. Αν, όμως, υπάρξουν, είναι όλα καλοδεχούμενα, τηρουμένων των αυτονόητων αρχών της ευγενείας˙ ειδάλλως, θα βρεθώ στη δυσάρεστη θέση του λογοκρίνοντος. Ευχαριστώ.

I.


Πόσο διαφορετική
Θα ’ταν άραγε η ανάγκη
Αν αντί νερό απ’ το τηγάνι
Σου πετούσα λάδι απ’ το σταχτοδοχείο

Πόσο θα ’θελα να ξέρεις
Πως τούτο το κραγιόν
Στο φίλτρο του τσιγάρου
Δεν είναι ούτε από τα χείλη σου
Ούτε απ’ τα δικά μου
Είναι του φιλιού

ΙΙ.

Πολτό από τα πέταλα ανθέων του βυθού
Σπάνια στο χαρτί θυμάμαι να αλείψω
Κι εσύ ρωτάς
Φύλλα μαζεύω που ξέβρασε η θάλασσα
Προσεύχομαι στο στήθος μου να βράσει το μελάνι
Κι ύστερα πλέκω θύμησες με πράσινες βελόνες
Κι εσύ ρωτάς
Πού είναι τα χρώματα που νόμισες πως είδες
Σα να μην ήξερες απ’ την αρχή
Πως για να γράψω πρέπει να μ’ αγκαλιάσεις


ΙΙΙ.

Στους ώμους σου κυλούν λάμψεις πειθήνιας ευεραστίας
Με μόνο τους προορισμό τα στήθη σου σ’ ανάστροφη βαρκάδα
Αγέλαστη ξεχνάς το σώμα σου τριγύρω από το πάφλασμα
Εμβρύου που σκιρτά μέσα σε ροκανίδια
Φυτεύεις ανοιξιάτικα τα δάχτυλά σου πάνω μου
Σφυρίζοντας στα νύχια σου μες στο λαιμό ν’ ανθίσουν
Η ώρα τρεις και μισή
Σφίγγεις στη μήτρα σου θαύματα μιας περασμένης νύχτας
Της πένας μου που ανθίσταται και σιγοτραγουδάει
Βάφοντας γρύλλιες κόκκινες μες στο λαιμό τις λέξεις
Δυο λέξεις σαν τα χείλη σου
Απάγγιο της άμμου
Στο διάβα σου που πάτησες
Κι έσβησες τ’ όνομά μου


IV.


Round and round στο ξύλινο τραπέζι
Το μήλο για να φαγωθεί καταπίνει τα κουκούτσια
Του
Ζαλίζονται οι αισθήσεις κι οι γουλιές μου
Καπνός ή καφές είναι αυτός που ζεσταίνει το στήθος μου
Ή μήπως είναι αυτός ο πέτρινος τοίχος
Σαν κύμα στων ματιών σου τις προσταγές
Να μαστιγώνεται απ’ τα βλέφαρά σου ξανά και ξανά
Προλογίζοντας το ένα ακόμη σου βλέμμα με δυο μάτια
Μεγαλύτερα από πριν

9 Νοε 2007

ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΑΡΧΗ

Γιατί να βρίσκομαι σε μια καπνισμένη σπηλιά με αρώματα από ξύλο που ζεσταίνεται, ενώ θα μπορούσα να κοιμάμαι κατάκοπος από τις δουλειές της επόμενης μέρας˙ εγώ ξέρω, αλλά όχι αυτός που με βλέπει. Δε μου κάνουν τα ρούχα που φορώ, είμαι παρενέργεια της εποχής που με διανύει και των καιρών που απ’ την οσμή με απορρίπτουν. Είμαι των καιρών ο ανθυγιεινός, ο απόβλητος που ζει κατά τα μεσάνυχτα, ταΐζοντας γλυκίσματα τον σκύλο για να φύγει. Επίτηδες υπάρχω έτσι˙ δε γύρεψα ποτέ κανέναν άλλο, ήμουν ανέκαθεν πολύ συγκεκριμένος στο ξενύχτι και την αισθητική. Με τους φίλους μου ανάβουμε τις πίπες μας και σκοτεινά χαμογελάμε στα κορίτσια της σπηλιάς, γιατί μόνον έτσι, με τις λέξεις και τα αρώματα, μπορούμε. Οι καπνοί μας συννεφιάζουν πάνω απ’ τον αγαπημένο μας, τον ξέφρενο και τον τρελό Νουγουάντα, για να βρέξει η μελωδία του το στίγμα μας. Χαίρε Ποίηση! Aπόψε είσαι εσύ ο Νουγουάντα και καλείσαι να φυσήξεις στο σαξόφωνο.