Γδύσου αργά γιατί εγώ μασώ τη ζάχαρη και φθάνω στο κουκούτσι της κάθε μυρωσκιάς.
Καλά κάνεις και σκιάζεσαι. Από τη γλώσσα μου εσύ δε θα γλιτώσεις. Θα σε υγροποιήσω μες στο στόμα μου και πότε θα ρουφώ πότε θα φυσώ ηδύπνοος που κάνεις μπουρμπουλήθρες κι αναβράζουσα το στίχο το δικό μου περιμένεις στο ποτήρι να σε πιει.
Αντί να φορέσω το μαλλί του ντύθηκα τον αμνό. Κατόπιν άδειασα το μαξιλάρι μου απ' τα πούπουλα κι έβαλα μέσα του λίμνη με πάπιες.
Τα πούπουλα τα πήρα μαζί μου στη δουλειά. Δεν άφησα συνάδελφο να μην τα δείξω.
Δεν είμαι σίγουρος γιατί. Ίσως είναι ο τρόπος μου να προτείνω κάτι καλύτερο μέσ’ απ’ αυτό που ζούμε. Ποιος θα τα βάλει με τα πούπουλα αν δεν του πεις πώς είναι να κοιμάσαι πάνω στη λίμνη με τις πάπιες;
(iii)Ζητά αυξημένη ένταση του μπάσου, αναπαράγοντας δια στόματος την παρτιτούρα. Περισσότερα ας μας πει ο Basil:
Through the years I have heard various thoughts concerning this celebrity that everyone had something to say about. The worst opinions came (of course) from people regarded as “intellectuals”. Add “Greek” to the description and what you get is the most illiterate and grotesque social group in the world.
So, let ’s take a look at the facts: Michael Jackson was a singer who had a perfect pitch from the age of 10 (most vocal coaches won’t take you as a student at that age and if you ’re really talented, you might be accepted to join a children’s choir - the harmonic richness and beauty of a children’s choir lies exactly in the fact that children are lousy singers). He could play the piano, the guitar and the drums and has recorded with all of these instruments throughout his career. What ’s most unusual is that he has also written vocal, horn and string arrangements, a job that requires 3 things: paper, pencil and knowledge of how these instruments work. Finally, he has co-produced most of his music, thus leaving his instantly recognizable mark on the sound.
Of course, the most important thing is the songs that he wrote. Some of his greatest hits such as Thriller, Man in the Mirror and more were written by others but most of them were his creations. To say whether these songs are good or not is generally pointless and beyond the purpose of this text. The fact is that he could write songs and these songs seem to have conquered the hearts of millions of people which is rare and worth considering. Also, serious critics with at least some elementary musical education all agree that his music is decent music without any flaws in any aspect of the production. In other words, it is perfect for what it is. Songs where one of the guitarists changes the chord two bars too late (in a studio recording) have gone on sale and gained acclamation as milestones in pop culture. Not Michael Jackson songs.
Another indisputable fact about Michael Jackson’s music is that it sounded different than anything before him and it was very influential to the following generations of musicians. A question that is rather obscure is whether we can call it pioneering. Well, it ’s pop music, it doesn’t employ weird scales or structures or playing techniques. So, for those who appreciate only classical and jazz music, who think of the Beatles as medieval troubadours and that the Pink Floyd albums are merely recordings of factory sounds, I have nothing to say except I ’m scared to meet you. As for the others, why don’t you shut up for once? You ’re exposing your ignorance and it ‘s pathetic.
Since I ’m not an intellectual myself and I don’t really care that much about anything other than music (also women and booze), I am only going to dedicate a few lines to Michael ‘s other talents. So, he was a great dancer, right? I mean, I don’t dance myself, it’ s just not in me but I like watching people dancing whether they are professionals or not. And I can tell that the stuff he did is technically impossible for most human bodies. Dance is an art too so there’s no point in judging it except for the technical part. So maybe Michael was just perfectly skilled for dancing just like he was a perfectly skilled musician but lacked an artistic instinct. I can’t argue about that; it ’s in the eye of the beholder. Oh, and the videos: they cost a fortune but aren’t they just crap like everything else done in Hollywood? If you ’re one of those people who only enjoy European films with poor lighting and no plot, it has to be so. At least on MTV they had the decency not to play anything else for 3 days; maybe because they assume they would be a radio station without Michael Jackson...
I ’m not saying he was unique. People like that are born all the time. Every 50 years, probably less. So there must have been thousands like him throughout the history of the Homo sapiens. Anyway, there are still lots of great musicians alive and some of them young too. Others are even younger and the world hasn’t heard of them yet. Music surely has a long way to go. The essential elements have been discovered and analysed a long time ago but, as Michael has taught us, we can change the little things. I think the music of the 1970s was just great but pop music of the 1980s was a new thing. Not better but fresh. Isn’t it funny that people used to dance long before the invention of the drum kit (you know, fandango and stuff)? Well, in the post-Michael-Jackson era, it’ s fucking hilarious.
Πρόκειται, πράγματι, για αρετή: όταν πρόκειται να εκτιμήσεις κάτι, να το εκτιμάς γι' αυτό που είναι.
They told me a man Should be faithful And walk when not able And fight till the end But I 'm only... human.
Οι έμποροι ναρκωτικών, οι λωποδύτες οι ψεύτες, οι απατεώνες, οι φονιάδες οι εγγράβατοι, ανίατοι διοικητές κι οι όψιμοι κοπροϋποσχεσίτες περιμένουν τη νύχτα για να πείσουν πως ο ίσκιος τους σβήνει τις επιφάνειες.
Τρόμος σε ραχοκόκκαλα προβάτων αυτός ο ισχυρισμός.
Όπως τ’ αντικρίζω χαριτωμένα μάλλινα να μπεμπεδίζουν μπε και μπε και να ψηφίζουν διστάζω να βγω απ’ το λαγούμι μου προς ενημέρωσή τους: απλώς δεν έχει φως.
Δεν μπορώ να πω ότι μεγάλωσα με τον Bergman και τον Tarkovsky. Το αντίθετο, όμως, μπορώ να το πω, καθώς και να το επαυξήσω: έβλεπα τουλάχιστον δις ημερησίως το πρώτο Rocky του Avildsen (στο μεσοδιάστημα στρίμωχνα το Karate Kid του ιδίου), την ημέρα μου, δε, συμπλήρωνα με μυοχαλαρωτικές, αντικαταθλιπτικές ταινίες, όπως το Coming to America με τον Eddie Murphy τον αστείο και τον Arsenio Hall τον αστειότερο. Αργότερα και παραμένοντας προσηλωμένος στο κινηματογραφικό μου παρελθόν πραγματοποίησα μια κάποια στροφή στην ποιότητα, μαθαίνοντας τον Kubrick, τον Jordan, τον Weir και τον Mendes, οι οποίοι με ταξίδεψαν κατάτι μακρύτερα από τη Ζαμούντα και το δρόμο με τις λεύκες, μέρη που στ’ αλήθεια εγώ δεν ξέχασα ποτέ μου.
Με τη βαριά σινεφίλ ιμπρεσσιονιστική κουλτούρα είχα προβλήματα. Θυμάμαι καλά την εποχή που ήταν φοιτητικό must-see η βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», μιας και οι αρθρώσεις των φαλάγγων των δαχτύλων μου υπέστησαν ισχυρά καταπόνηση κατά την παρακολούθηση του φιλμ, σε μια πρωτοφανή, αντανακλαστική τους προσπάθεια να υποκαταστήσουν την έλλειψη κίνησης επί της οθόνης, πραγματοποιώντας υπεράνθρωπες κρούσεις συστροφής. Δεν ήξερα τι έφταιγε και, για να είμαι ειλικρινής, ακόμη δεν έχω μάθει.
Προσφάτως πήγα ακόμη μια φορά στον κινηματογράφο, συγκεκριμένως για τον «Αντίχριστο» του Lars von Trier. Οφείλω να πω ότι πήγα με τεταμένες προσδοκίες, δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης σκηνοθέτησε μια από τις λίγες ταινίες που ’τυχε να δω και θεωρώ αριστουργηματικές: το Dogville. Οι τεταμένες προσδοκίες μου, ωστόσο, υπέστησαν απογοητευτική χάλαση, μιας και δεν είδα τίποτε άλλο εκτός από ωραίες εικόνες, ανάμεσα στο θαμπό των εντυπωσιακών φωτογραφιών και το σκοτεινό των ζωντανών ζωγραφικών πινάκων. Η εικαστική ισχύς, όμως, ουδέποτε αποτέλεσε, στα δικά μου μάτια, αριστουργηματική κινηματογράφηση. Το αίτημα της πλοκής και του διαλόγου παραμένει βουλιμικό εντός μου όταν πρόκειται για σινεμά, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το αίτημα της μελωδικότητας κατατρώγει απορριπτικά μέσα μου κάθε πειραματική συνήχηση που παραιτείται της μελωδικότητας, όταν πρόκειται για μουσική.
Όταν πρόκειται για άλλες τέχνες (στην ποίηση, τη ζωγραφική και τη φωτογραφία αναφέρομαι), η εικαστική ισχύς συνιστά ικανότατη συνθήκη τέρψης. Η παγωμένη εικόνα μπορεί δυνητικά να διεγείρει τους υποδοχείς της καλλιτεχνικής μου ηδονής πάνω στον καμβά, μέσα στο ποίημα ή επί του φωτογραφικού χαρτιού ακόμη και στην πιο σουρεαλιστική, ασύντακτή της εκδοχή. Από τον κινηματογράφο, όμως, περιμένω αυστηρά και απαιτητικά την απόψυξη της εικόνας: την κίνηση και τη ροή της υπό καθεστώς δυνάμεων συναφείας. Ειδάλλως απογοητεύομαι κι ενίοτε φρίττω. Την ανάγκη μου αυτή την καταθέτω συχνά σε περιπατητικές ομηγύρεις, όπως καταθέτει κανείς το προσωπικό του γούστο. Την οπτική του. Την προτίμηση του οσφρητικού του βλεννογόνου σε συγκεκριμένο άρωμα (ή, αντιστοίχως, την αλλεργική του αντίδραση σε άλλο, συγκεκριμένο εξίσου). Τέτοιες, άλλωστε, εξομολογήσεις, τις πραγματοποιεί κανείς ορμώμενος εκ περιεργείας, προκειμένου να διαπιστώσει αν υπάρχουν κι άλλοι θεατές των ίδιων αφετηριακών σημείων (και πόσο χαίρεται όταν τους βρίσκει!).
Μικρή σημασία έχουν τα παραπάνω. Μεγαλύτερη, ίσως, έχουν τα παρακάτω, τα οποία είναι και κείνα που ’θελα να πω απ’ την αρχή. Δηλώσεις αρεσκείας και απαρέσκειας δικαιούται ο καθείς να πραγματοποιεί από το δικό του μικρό, ιδιόκτητο μετερίζι. Το πράγμα αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν ο τοποθετούμενος επιχειρηματολογεί προς τεκμηρίωση. Στην περίπτωση αυτή εγκατελείπεται το ιδεοτεμάχιο του άκρατου υποκειμενισμού και εισερχόμεθα σε πεδίο δηλώσεων που μπορούν να εξετασθούν με αντικειμενικότερο πρίσμα. Ας δούμε μια τέτοια δήλωση του κυρίου Μάριου Σπηλιόπουλου, ζωγράφου και καθηγητή της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών: Θεωρώ ότι η ταινία του Λαρς Φον Τρίερ ως γραφή, ως φόρμα είναι ένα σύγχρονο αριστούργημα- ειδικά το πρώτο κομμάτι. Ήταν τρομακτική η σύλληψή του να συνδέσει την ερωτική απόλαυση με το πιο ακραίο πράγμα, που είναι ο θάνατος ενός παιδιού.[i] Αναγιγνώσκοντας την τοποθέτηση του κυρίου Σπηλιώπουλου, θυμήθηκα αντανακλαστικά τον Ελύτη: ...σαν ανάγκη ρομαντική να ηδονισθώ με τον πόνο, συνεπής άλλωστε προς τη χριστιανική μου προέλευση...[ii] Θυμήθηκα, επίσης, τη σκέψη μου όταν διάβασα την πρόταση αυτή του Νομπελίστα ποιητή στα «Ανοιχτά Χαρτιά»: αυτονόητο. Η διαλεκτική του πόνου και της ηδονής (και δη της σεξουαλικής) είναι τόσο ανεπτυγμένη μέσα στο χριστιανικό δόγμα και τη χριστιανορθόδοξη, με την πιο ευρεία έννοια, ατμόσφαιρα, γενικότερα, που δε χρειάστηκε να προβληματιστώ δευτερόλεπτο επί της διατύπωσης του Ελύτη. Όχι ότι χρειάζονται βιβλιογραφικές παραπομπές για να επισημάνει κανείς το εξάγωνο ενός αφόρητα κοινού τόπου: ηθική-θρησκεία-πόνος-ηδονή-φύση-ενοχή. Μπορεί, κανείς, να καταφύγει σε κινηματογραφικές: να φέρει, ας πούμε, στο νου του τον Jason Voorhees (στα αλησμόνητα Friday the 13th) κι όλες τις φορές που κατέσφαξε νέους που θώπευαν και θωπεύονταν κατά τα προκαταρκτικά της συνουσίας, αμέριμνοι κι «αμαρτωλοί». Ο Trier, βεβαίως, δεν μπορούσε, ως άλλος Jason, να σκοτώσει τους ηδονιζόμενους γονείς στον πρόλογο του «Αντιχρίστου», διότι θα έπρεπε σε όλη την υπόλοιπη ταινία να ασχολείται με το μωρό τους, εγχείρημα δύσκολο. Σκότωσε, λοιπόν, το μωρό τους και ταλαιπώρησε στην υπόλοιπη ταινία τους γονείς μέχρι κλειτοριδεκτομής και ευνουχισμού (και μια ομιλούσα αλεπού να λέει «το χάος βασιλεύει»).
Δεν ξέρω, λοιπόν, αν πρόκειται για αριστούργημα, είμαι, ωστόσο, σχεδόν, σίγουρος, ότι δεν πρόκειται για αριστούργημα επειδή ένα παιδί πεθαίνει την ώρα που οι γονείς του συνευρίσκονται. Τίποτα το πρωτότυπο δεν υπάρχει σ’ αυτή τη σύλληψη-σύνδεση˙ αρκεί κανείς να παρακολουθήσει ταινίες τρόμου της μοδός για να πειστεί περί του ενοχικού ηδονισμού και του πολυφορεμένου του στοιχείου.
Κλείνω με μια πρόταση άνευ εξηγήσεων. Ίσως να καθιστά κάποιον «κουλτουριάρη» η μανιώδης ενασχόληση με τον κινηματογράφο ή την ποίηση- η ενασχόληση, όμως, με τον «Αντίχριστο» του Trier ή το «Adieu» του Χάρη Βλαβιανού αποτελεί ενασχόληση με τα συγκεκριμένα έργα και δεν καθιστά κανέναν τίποτα. Και ο νοών you know what, που λεν και στο χωριό μου.
[i] Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, φύλλο 7ης Οκτωβρίου 2009 [ii] Ελύτης Οδυσσέας, 2004. Ανοιχτά Χαρτιά (6η έκδοση), Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία
Κύριε Ιησού Χριστέ Θεού Υιέ Σου ζήτησα μια ορχήστρα να συνοδεύω όλες τις συλλαβές που βγαίνουν από μέσα μου με τη ζέστα του φρεσκοπαιγμένου βιολιού όταν ο ήλιος ανεβάζει πυρετό μέσα στα άνθη όταν η έξαρση της Άνοιξης με χτυπά σαν αλλεργία της λήθης κι Εσύ τι μου Δίνεις; Μια βεντάλια. Μα κι αν εγώ Σου κάνω το χατίρι και ρεύματα δημιουργήσω πάνω απ’ τον ιδρώτα μου Νομίζεις πως για μια στιγμή Κύριε Ιησού Χριστέ Θεού Υιέ που με Ελέησες με τον συμβιωτικό ελαιόβιο της ποίησης κορμό θα πάψει της αποστολής μου η εφίδρωση; Μόνο με έναν τρόπο, Κύριε, θα στεγνώσω αν πράγματι η θυσία μου άλλη δεν μπορεί να είναι από αυτή- μόνο με έναν τρόπο. Αν η βεντάλια Σου πνεύσει ανέμους τους στίχους μακριά από το σώμα μου στα πέρατα του κόσμου τότε Σου το υπόσχομαι: θα αφυδατωθώ ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων μου ρόδο θα γίνω να κοσμεί το αντίτυπο της γυναίκας που με αγάπησε πολύ.
Του έρωτα θ’ απομείνω .....................................δεινός σελιδοδείκτης.
Bρονταίδοιο μουστωμένο με καραμελωμένα μύγδαλα γδαρμένο νύξη σκότους. Ατμόσφαιρα οσμής αίματος πυρόστρατα πέη, σταυροί ληστών, σταυροί χρισμένων βασιλιάδων και δούλων: διακόρευση. Ο δρόμος του σπέρματος περνά μέσα από θεόρατα δένδρα και μούχλες υδροθείου. Μπήγω τα νύχια μου στα σπλάχνα μου και βρίσκω μόνο στομάχι. Τρόπο ν’ αντέξω όλη την αλήθεια που κατέχω δεν έχω. Ούτε να την πω μπορώ, μου διαφεύγει στην πέψη. Έλκος έχω. Ούτε να συμφιλιωθώ μπορώ. Γαστρορραγώ όσο αντέχω: ποίηση.
Πώς σφυρίζουν έτσι τα χείλια πάνω στις υγρές γλώσσες της νύχτας. Παντού γυναίκες. Τυλίγομαι με τις οσμές τους και τα ηλιοφαντά τους πέπλα, αλλά τα κορμιά τους δεν τα αγγίζω. Δεν είμαι βέβηλος εγώ. Μέσα στο θυμιατό και το λιβάνι κι ένα βαρύ άρωμα των διαμπερών κυτταρικών πόρων αναδιπλασιάζομαι σε αντίγραφα, χύνομαι με ορμή στις έννοιες ερεθισμένος, παραβιάζω όλες τις συνθήκες της ταπεινότητας και των συνόρων. Τι να πω δεν έχω. Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος ότι μιλούσα. Θέλω να κατακλύσω όλες τις επιφάνειες, να απλωθώ σαν αχόρταγη θάλασσα σε ηπείρους και βραχονησίδες κι ύστερα, εισχωρώντας στη σκληρή ουσία των μορφών, να ματώσω πάνω στη συνουσία της λεπτομέρειας. Έχω πειστεί ότι δεν υπάρχει περιορισμός στην αναπαρθένευση της ομορφιάς, γι’ αυτό και δε φοβάμαι να μείνω αιώνες σιωπηλός πάνω στο ίδιο ροδοπέταλο, ξεβάφοντας στον ιστό του ό,τι έχει η ράχη μου να δώσει. Δεν ξέρω αν αυτό είναι ευτυχία- η τύχη αγνοώ πώς θωπεύει τους αχόρταγους, τους αναστενάρηδες της βρώσης και της αφής. Τα χέρια μου δεν τα πολυχρησιμοποιώ, παρά μόνο για να αγκαλιάζομαι. Ο κόσμος λείπει συχνά, αν και αδιαλείπτως παραπονείται. Καθώς τεντώνομαι για να περιβάλλω τον εαυτό μου, πίσω μου βρίσκω μόνο χρόνο. Το παρελθόν είναι ζωντανό μα δε με πληγώνει ως ανάμνηση. Είναι ακίνητο. Το ακίνητο με τραβά να ξαναζήσω, να παραδεχθώ πως πλησιάζει να πεθάνω δε μ’ αφήνει. Αδράνεια της στιγμής το λέω αυτό. Έχω δεθεί τόσο με δευτερόλεπτα που πέρασαν, ώστε να μπορώ να ρυμουλκούμαι σ’ ένα αιφνίδιο χαμόγελο, ακατανόητο στα μάτια των απίστων.
Να λυγίσουν τη μέση τους οι πολυκατοικίες σε μια φιγούρα ολοστεγώς να με θαλποφορήσουν να βγάλω το πουκάμισο λευκό με μία κίνηση να δω πώς είν’ η πλάτη μου στραμμένη προς τον τοίχο πώς σ’ ένα ερώτημα κρύβονται οι άνθρωποι όταν απροετοίμαστο με βρίσκει ο ρυθμός. Δε δύει ίδιος παντού ο ήλιος της ατμόσφαιρας δεν είναι όλες οι λάμψεις αστέρια τ’ ουρανού άλλος θέλει το σκύψιμο για νά βρει μιαν αλήθεια άλλος από μπετό ερεθίζεται να στήνεται σαν πόρνη που μουρμουρίζει άριστα απ’ το πρωί τη βάρδια κι ευφραίνεται με το ψεύτικο μυστήριο του κενού. Όμως δεν καταδέχομαι φούσκες στη φαντασία μου ποίημα μ’ ανθρωποπρίσματα μονάχα δεν παραστέκει κι αν επιτρέπεται να σκέφτομαι αλλιώς από το γείτονα από την έννοια απαγορεύομαι να σκέφτομαι αλλιώς. Σκέφτομαι ακριβώς όπως η αθωότητα αν είχε σάρκα και μυαλό για να κατηγορήσει να σχίσει από το σώμα της τον περιττό της θάνατο κι από την πρόσκληση του χώματος, στίχοι να πεταχτεί. Μήπως δεν είμαστε όλοι μας πρόσωπα φυσαλίδων μήπως δεν αναδύεται ο φόβος απ’ το ύψος μας μήπως δεν αναπνέουμε αραιό αγέρα της φθοράς βαρύτητα βραδύγλωσση μήπως δεν εκφωνούμε; Δίχως την πίστη δύσκολα σώμα θα με πιστέψει μέσα στα πέλματα σπάζουνε οι κοφτεροί καθρέφτες και το βάδισμα βραχνό ματώνει στο δέρμα εύκολα κι η μύτη τα ρουθούνια και τη στάση μας υγραίνει μην και λίγο δυνατότερα μιλήσουμε μην και τολμήσουμε στο σπίτι μας να μπούνε τα παπούτσια μας μην και τολμήσουμε ξεκάλτσωτοι να παίξουμε όπου φυτρώνουνε λουλούδια: στην αυλή. Ο κήπος είναι το πιάτο που λαμβάνει την τροφή μου. O κήπος είναι το πιάτο που λαμβάνει την τροφή μου κι αν χίλια περιστέρια λιώσω στο βραστήρα της Ποιήσεως γάλα πιο καθαρότερο δε θά βρω να ταΐσω από το αίμα της μετάληψης αγέννητων στομάτων. Το χέρι που ο άνθρωπος τινάζει απ’ τον ώμο του δεν είναι χέρι ημίνεκρου ζητιάνου της γωνίας είναι του πόνου χέρι, αυτό του Τρίτου πόνου που μέλλει τον πλανήτη να τινάξει από τον κόσμο. Όση γης που βρήκαμε, είναι μετεωρίτης μονάχη της πορεύεται στα σιωπηλά της άστρα κι ούτε που έχει ανάγκη τον ήλιο του φωτός. Δεν είναι που θα σβήσουν τα λουλούδια από το χώμα της δεν είναι που οι νεκροί θα μείνουν για πάντα μόνοι δεν είναι που τα φρούτα θα σαπίσουνε στα δένδρα αφήνοντας στο έδαφος λιμοκτονούντες μύκητες κωφάλαλα ουρλιαχτά βρεφών που αμβλωθήκαν είναι που κάθε σύμπαν ζει μες στη σιωπή κι όπως και να προκύψει, την ασπάζεται. Να ψάξεις Θεό να φταίει, καμιά σημασία τότε κανείς Θεός δεν είναι παρών στις πράξεις του το όραμα που είδαμε δεν ήτανε αποκάλυψη ήταν δικαιολογία. Κι αν επαναλαμβάνεται η ίδια προφητεία στη σπηλιά του ερημίτη είναι γιατί κι ο τελευταίος τρελός εξωγήινος ξέρει πότε θα λήξει το παιχνίδι της ασχήμιας αρκεί να χρονομετρά την αντοχή της λαίλαπας την ώρα που μ’ υπομονή σαρώνει σου την ύπαρξη. Λάβε μικροσκόπιο για όλους τους πλανήτες και εστιάσου στο δικό σου για να δεις πως είσαι αβοήθητο γρανάζι μηχανής πώς κάποιες απ’ τις ορέξεις σου μαθαίνεις να σωπαίνουν κι ύστερα, βαθησύχαστος, κοιμάσαι «απλώς μεγάλωσα». Τα λόγια της μιας νιότης σου σκοτώνουνε τον κόσμο. Ξύπνα τον εφιάλτη στ’ όνειρο της πρώτης ηλικίας.
Ο παρθενώνας να βρει μια θέση Στα ιμαλάια Με τον χρυσό της αμερικάνικης τράπεζας να Φτιάξουμε παπούτσια ή γλυκόλογα Σε μια σπιθαμιαία γη να τα θάψουμε όλα. Άλμπατρος βγαίνουν απ’ το χώμα.
Οι άνθρωποι, συγκεντρωμένοι στην πλατεία εκλιπαρούσαν το συνθέτη να βγει, έστω για λίγο, στο μπαλκόνι. Ό,τι είχε τελειώσει η πέμπτη συμφωνία (η σπουδαιότερη) κι εκείνος, ευθύς, έτρεξε στον καθρέφτη να κοιτάξει αν, στ’ αλήθεια, οφείλει ένα νεύμα στους ανθρώπους. Από τότε που κουφάθηκε διαρκώς απολογείται στο στομάχι του
ο νάρκισσος
και με αυτό αντιλαμβάνεται τον αχό συγκεντρωμένων.
Λοιπόν, έφαγα τρελή φλασιά. Πρέπει να 'τανε δευτέρα δημοτικού ή τρίτη, αν θυμάμαι σωστά. Θυμάμαι όμως, έστω και αμυδρά, τα πρόσωπα που συμμετείχαν. Άκου, θα λιώσεις. Πρέπει να καθόμασταν μαζί, αλλά επειδή μιλάγαμε, μας είχαν αλλάξει θέση. Μας βάλανε με κοπέλες γι’ αυτό το λόγο (...) Εσύ καθόσουν με την πρώτη που ανέφερα και γω με την άλλη. Πρόσεξε, μπας και θυμηθείς. Ήμασταν γωνία δεξιά πίσω πίσω και τα θρανία μας κανάνε "γάμα". Εσείς βλέπατε την τάξη απ' το πλάι και μεις κανονικά (απορώ τι μας είχαν αλλάξει, πάλι δίπλα ήμασταν). Λοιπόν, ήταν της μόδας (θα το 'χαμε δει σε καμιά διαφήμιση τότε) ένα μπουφάν που 'χε στο στήθος λαμπάκια που αναβοσβήνανε -με κουμπί;- και ήταν το μπουφάν του ΚΙΤ. Σκας εσύ μια μέρα καμαρωτός καμαρωτός με ένα τέτοιο μπουφάν, γκρι ανοικτό ή κίτρινο, δε θυμάμαι ακριβώς. Άκου τώρα το στόρι: μαζεύεις τα 2 θηλυκά και κάτι άλλους τυρόπιτες και λες «πάμε έξω να δείτε τι κάνει το μπουφάν. Άμα κάνουμε κύκλο και πιαστούμε χέρι χέρι θα πετάξουμε». Μαλάκα, το θυμάμαι τέζα αυτό. Κλαίω. Κάνεις κύκλο λοιπόν, πάταγες κουμπιά, τράβαγες λουριά, ανάβανε τα λαμπάκια, αλλά, όπως ήταν λογικό, παπάρια πετάξατε και έλεγες διάφορα μετά, ότι δε λειτούργησε σωστά κτλ. Αυτά σε γενικές γραμμές. Για να μαζέψεις τα μουνάκια.
*Το μήνυμα αυτό μού εστάλη στο facebook από έναν παλαιό μου συμμαθητή και δημοσιεύεται στο πλαίσιο της αηδιαστικής αυτοπροβολής. Ακόμα κλαίω από τα γέλια.
Κάποιες νύχτες κοιμάμαι ανήσυχος για να ξυπνήσω σ’ ένα λευκό, θαμπό δωμάτιο με τηλέφωνο. Μα το τηλέφωνο αυτό δε χτυπάει πάντα. Όταν χτυπάει σύντονο (λες και ξέρει πώς ακούω) μια φωνή ανυπόμονα με ρωτά για τ’ όνειρό μου. Αφηγούμαι.
Η φωνή με ακούει προσεχτικά (λες και ξέρει πώς μιλώ) κι ύστερα με επαινεί σα να ’τανε δική μου: να είσαι περήφανος για κείνον που τραβάει
Να 'μαι και παιδάκι μικρό μόλις έμαθα να κολυμπώ και χαίρομαι δηλαδή βλέπω το φως να εισχωρεί στην περιβάλλουσα επίπλευση ως το σημείο που πατώνω πασαλείβοντάς με εμπύρετο στιγμιαία όσο χρειάζεται να βράσει γύρω μου η θάλασσα ν’ αναδυθούν διαφανείς μπουρμπουλήθρες και να σκάσουν ελευθερώνοντας αρώματα που μια γοργόνα χαμογελαστή κρύβει πίσω από τ’ αυτί της και διατάζει: «μικρό παιδάκι ταξιδιάρικο κολύμπα άφοβα στον κόσμο σου πήγαινε με θάρρος από κει που γράφεις».
Η μητέρα μου ανησυχεί. Με φωνάζει να επιστρέψω γιατί ξανοίχτηκα πολύ κι ίσως με πνίξουν τα απόνερα του πλοίου που στο λιμάνι πάει να δέσει. Το λαστιχάκι όμως το επιδέξια στα δάχτυλα κρυμμένο γίνεται σφεντόνα τεντώνει τη στιγμή ως το βαπόρι κι εκείνο κλυδωνίζεται επικίνδυνα γιατί τα βότσαλα αντανακλούν σκοπίμως τύφλωση. Μα η μητέρα δεν καθησυχάζεται με τίποτα.
Κι όπως τα απόνερα το πνίγουν αντιστρόφως το δύσμοιρο το πλοίο που πλέχθηκε στις αισθήσεις μου όπως αντισφαιρίζεται ο ήλιος στα σπλάχνα που ελέγχουν οι αδένες της θερμότητας η μητέρα αναφωνεί:
Θα τους δείξω εγώ τι θα πει αυτοσχέδια χειροβομβίδα˙ με βάλαν να πολεμήσω στα μετόπισθεν; Εγώ θα τρέξω εμπρός να ξεχωρίσω˙ καταντικρύ του αποσπάσματος να ασπαστώ.
Μια και δυο στην πρώτη γραμμή σφαίρες τρυπούν το μέτωπό μου βλήματα το στήθος μου ώσπου ολάκερο να στραγγίξει το αίμα μου ο Θεός να το αλέιψει σε χόρτα και κοχλιούς να βγουν έξω και αυτοί σα να έβρεξαν τρόπο τα καβούκια.
Κι όπως θα είμαι λαβωμένος και αήττητος όπως θα συνεχίζω την πορεία μου απτόητος θα απορήσουν τόσο οι οχτροί που το κακό τους θα σκίσει στα δύο τη θάλασσά τους για κιβούρι κι άσ’ τους να προχωρούν στην καταδίωξη.
You can't believe it, you can't concieve it And you can't touch me, 'cause I'm untouchable And I know you hate it, and you can't take it You 'll never break me, 'cause I'm unbreakable
Ένα ποίημα δεν είναι άλλο από βολβός μετρούν κλωνιά, μετρούν καρπούς μετρούν τα φύλλα οι γεωπόνοι μα εσύ μονάχα ξες καλά πώς φύτρωσε η ελιά η αιωνόβια.
Όταν απότομα ο βολβός αποσχίστηκε απ’ τη σάρκα σου ιδέα δεν είχες πώς να του φερθείς.
Χίλιες φορές τον φύτεψες και χίλιες φορές τον είδες ν’ αναπτύσσεται μηλιά, ροδακινιά, ασφάκα, λαδανιά τόσα δένδρα, τόσοι θάμνοι, απόπειρες εκβλάστησης μιας έμπνευσης που γύρευες μα που στη γεύση ουδέποτε σου ήταν αρκετή.
Κι όταν χείλη μετά σε ζάρωσε η τελειομανία όταν όλα σου τα φρούτα αποξηράθηκαν και στέγνωσαν οι χυμοί από ουσία έλαβες το βολβό σου και περπάτησες ως τα σκουπίδια˙ τον πέταξες και πήγες σπίτι σου στ’ αποκαΐδια να πεθάνεις.
Κι εκεί στη χωματερή οι αρτηρίες έπηξαν στις πέτρες καταβολάδες σάλεψαν στα σωθικά του κήπου κι εν μέσω σκουπιδιών εφύτρωσε τρανή