20 Ιαν 2016

THE GAY PRIDE CONCEPT


Διαβάζω στον τοίχο του Αυγούστου Κορτώ:

"Εγώ πιστεύω ότι το παιδί χρειάζεται μια μάνα." - Ε, κι άμα η μάνα του δεν θέλει ή δεν μπορεί να το μεγαλώσει και το δώσει σε ίδρυμα, καλύτερα το ίδρυμα παρά δύο θετοί πατεράδες.
"Ρωτάτε το παιδί αν θέλει να έχει γκέι γονείς;" - Ενώ το ρωτήσανε πριν το αφήσουν στο ορφανοτροφείο αν ήθελε να μεγαλώσει χωρίς τίποτα αποκλειστικά δικό του, από παιχνίδια μέχρι γονεϊκή αγάπη.
"Αφού η φύση δεν προβλέπει να κάνουν παιδιά άτομα του ίδιου φύλου, να μην τεκνοθετούν." - Η φύση επίσης δεν προβλέπει: εξωσωματική γονιμοποίηση, φάρμακα, και ορφανοτροφεία.
Και τέλος πάντων, δεν χρειάζεται να 'επιχειρηματολογείτε' για να μας πείστε πόσο σας καίνε τα δικαιώματα των ορφανών παιδιών (τόσο πολύ, που προτιμάτε να μεγαλώσουν σε ένα ίδρυμα παρά σε μια δική τους οικογένεια). Πείτε μας απλώς την αλήθεια που ήδη γνωρίζουμε: ότι δεν γουστάρετε τους γκέι και δεν θέλετε να έχουν ίσα δικαιώματα με σας.

Κατ’ αρχάς έχουμε γεμίσει από τύπους που έχουν αυτοδιορισθεί ελεγκτές επιχειρηματολογίας, έτοιμους να μας πληροφορήσουν αν ή πότε θα επιχειρηματολογούμε. Πρέπει, όμως, κάποτε οι ελεγκτές επιχειρηματολογίας να καταλάβουν ότι θα επιχειρηματολογούμε όποτε μας καπνίσει, δίχως να γυρέψουμε την άδειά τους. Κάποιοι από εμάς πιστεύουν ότι η επιχειρηματολογία συνιστά τον ενδεδειγμένο δίαυλο επικοινωνίας και ενθαρρύνουμε σφόδρα τα επιχειρήματα και τα αντεπιχειρήματα. Αυτονόητο, φυσικά, δικαίωμα του καθενός να συνομιλεί μόνο με τους ομοϊδεάτες του, άρρωστη, όμως, απαίτηση να υποδεικνύει και στους υπόλοιπους αν και πότε θα επιχειρηματολογήσουν.  Εντάξει με αυτό;

Πάμε παρακάτω. Μερικοί από εμάς αρεσκόμεθα στην ειλικρίνεια. Εγώ, ας πούμε (όσο μπορώ και όσο αντέχω, βεβαίως, μην νομίσει κανείς ότι καμώνομαι τον σπουδαίο, διότι ούτε είμαι ούτε επιθυμώ τοιούτη διεκδίκηση τίτλου). Δε γουστάρω την αριστερά στην Ελλάδα (κυρίως στις κοινοβουλευτικές της εκφράσεις αναφέρομαι, το ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, το ΠΑΣΟΚ), διότι, από τη γέννησή μου ως τα τώρα, θεωρώ ότι επικαλείται τα πλέον ουμανιστικά ιδεώδη (την αγάπη για το συνάνθρωπο, την προστασία των αδυνάτων, την κοινώς νοούμενη ηθική), την ίδια ώρα που λειτουργεί στον αντίποδα όλων όσων επικαλείται. Δε θέλω να ανοίξω συζήτηση για διορισμούς, μνημόνια, κομμουνισμό Εκάλης, συναυλίες με έδρα Βουλγαρία, άλλωστε το λεγόμενό μου είναι ήδη, φρονώ, σαφές. Δε γουστάρω τα Γερμανικά αυτοκίνητα, διότι είναι ακριβά αλλά δεν είναι τόσο αξιόπιστα όσο, ας πούμε, τα Ιαπωνέζικα.  Δε γουστάρω την ποιητική του Μίλτου Σαχτούρη διότι θεωρώ ότι δεν είναι τίποτε άλλο από μια εύκολη, εκφραστική μανιέρα, κενή περιεχομένου, ή την ποιητική του Χάρη Βλαβιανού, διότι αισθάνομαι πως η φήμη της έχει θεμελιωθεί σε δημόσιες σχέσεις και επαφές και όχι στην πραγματική της αξία. Δε γουστάρω τα tattoos και τα piercing στις γυναίκες, διότι παραπέμπομαι συνειρμικά σε φιλμ ερωτικού περιεχομένου με συμμετέχοντες απροσδιορίστου, εξαιτίας επεμβάσεων, φύλου και μορφής, πλαίσιο που δε βρίσκω καθόλου ελκυστικό. Δε γουστάρω την αγένεια. Δε γουστάρω την ακατάσχετη συνωμοσιολογία (μυστικές συμφωνίες, Νεφελίμ, κροκόδειλοι στους υπονόμους, προβοκάτσια της 11ης Σεπτεμβρίου, σκηνοθεσία επισκέψεως στο φεγγάρι), τις δεισιδαιμονίες, την αστρολογία, τις μεταφυσικές πεποιθήσεις, διότι διαπιστώνω σε τούτα βιασμό της κοινής λογικής.

Αν δε γούσταρα τους ομοφυλόφιλους, δε θα είχα πρόβλημα να το πω. Θα το έλεγα. Είναι απλό: δε γουστάρω τους ομοφυλόφιλους. Τι να κάνουμε, όμως, δεν έχω πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους. Θα μπορούσα να έχω φίλους ή συνεργάτες ομοφυλόφιλους. Θαυμάζω καλλιτέχνες που είναι ομοφυλόφιλοι. Είμαι ισχυρά υπέρ του Συμφώνου Συμβίωσης των ομοφυλοφίλων, επιθυμώ να κληρονομούν ο ένας τον άλλον, να λαμβάνουν τη σύνταξη ο ένας του άλλου, να μπορούν να συζούν, να χαίρονται τον έρωτά τους.

Την ομοφυλοφιλία, όμως, ελεγκτές μου, την αντιλαμβάνομαι ως μία ΑΤΥΧΗ κατάσταση. Γιατί; Κατ’ αρχάς για το ότι ο άνθρωπος που βρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση βιώνει μία ασυνέχεια ανάμεσα στην υπόσταση του σε ανατομικό και φυσιολογικό επίπεδο και τις σεξουαλικές του επιθυμίες. Μπορεί, παραδείγματος χάρη, να είναι άνδρας, να έχει πέος, να διαθέτει σπέρμα, όμως να μην επιθυμεί τα θηλυκά με τα οποία το κορμί του είναι σχεδιασμένο να συνευρίσκεται και να αναπαράγεται, αλλά τα αρσενικά. «Και τι έγινε;», θα αντιτείνει κάποιος. Ζήτημα αξιολόγησης, θα πω εγώ. Αυτή την ασυνέχεια εγώ την αξιολογώ ως σημαντική. Έρχεσαι στον κόσμο, διαθέτεις πέος, διαθέτεις σπέρμα, αλλά δεν μπορείς (με φυσιολογικό τρόπο) να κάνεις παιδιά, έχεις άλλες επιθυμίες από αυτές που το 90% (αν ενθυμούμαι καλά εκ του Kinsey report) του φύλου σου έχει. «Μα», αντιτείνουν οι φωστήρες, «και ετεροφυλόφιλα ζευγάρια υπάρχουν που δεν μπορούν να κάνουν παιδιά με φυσιολογικό τρόπο». Σας είπε κανείς, αστροπελέκια, ότι αυτό δεν είναι ΑΤΥΧΕΣ; Εγώ, τουλάχιστον, δε σας το είπα. Αυτή, όμως, η περίπτωση δεν ταυτίζεται με τη δική σας κατάσταση. Τα ζευγάρια αυτά, εν πρώτοις, δε βιώνουν ουδεμία ασυνέχεια ανατομίας/φυσιολογίας και σεξουαλικής ταυτότητας. Μπορούν, επίσης, με τη βοήθεια της επιστήμης ή δια υιοθεσίας (ξέρετε πού εγγράφω τις παρεμβάσεις στη γλώσσα περί «παράνομων μεταναστών» και «τεκνοθεσίας») να αποκτήσουν παιδιά σε πλαίσιο που δε μετατοπίζει καθόλου το ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ. Ναι, μεγαλοφυΐες μου. Ο άνθρωπος (Homo sapiens) για το 90% και πλέον της εξελικτικής του ιστορίας του ζούσε ως κυνηγός και τροφοσυλλέκτης, και οι κοινωνίες του είχαν την κοινώς νοούμενη πυρηνική οργάνωση της οικογένειας του τύπου «ΜΑΜΑ-ΜΠΑΜΠΑΣ-ΠΑΙΔΑΚΙΑ».  Τι μας ενδιαφέρει η μετατόπιση του μοντέλου, μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί. Ζήτημα αξιολόγησης, θα πω εγώ. Προσωπικώς ενδιαφέρομαι για όλες τις συνέπειες μία τέτοιας μετατόπισης, με πρώτες και κύριες τις συνέπειες στην ψυχολογία του παιδιού που θα βρεθεί σε ένα τέτοιο πλαίσιο.

Πάμε παραπέρα. Έρχεσαι στον κόσμο, γεννιέσαι άνδρας, αλλά η σεξουαλική σου ταυτότητα διαφέρει από αυτήν του 90% των ανδρών. Νιώθεις διαφορετικός, βιώνεις σύγχυση, διχασμό, κρίση ταυτότητας, ενοχές ίσως,  αγωνία, ντροπή. Παιδιά, με φυσιολογικό τρόπο, δεν μπορείς να κάνεις. Κατόπιν, έρχεται η κοινωνία να σε λοιδωρήσει, να σε χλευάσει, να σου επιτεθεί, να σε αποκλείσει, να σε υποβάλλει σε ένα σωρό βασανιστήρια, πολύ ή λιγότερο σημαντικά. Και θέλεις να με πείσεις ότι αυτή δεν είναι μία ΑΤΥΧΗΣ κατάσταση;

Μήπως νομίζεις ότι αν εξέλειπε ο παράγων της κοινωνικής πίεσης, ο ομοφυλόφιλος δε θα βίωνε κρίση ταυτότητας, διχασμό, φόβο, αγωνία και τα ρέστα; Ή μήπως νομίζεις ότι η επιστήμη γνωρίζει πώς η μετατόπιση του οικογενειακού πλαισίου (από γονείς ετεροφυλόφιλους σε ομοφυλόφιλους γονείς) θα επιδράσει σε ένα παιδί σε επίπεδο ψυχολογικό ή άλλο;


Άντε να σύρω τη γραμμή. Και πολλά είπα, δηλαδή. Δεν έχω πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους. Θεωρώ ότι η ομοφυλοφιλία, καίτοι απόλυτα φυσική (φυσική είπα, όχι φυσιολογική, φυσιολογική δε γνωρίζω αν μπορεί να χαρακτηριστεί), είναι μία ατυχής κατάσταση. Έχω επιφυλάξεις για τον αν η υιοθεσία θα έπρεπε να επιτρέπεται σε ομόφυλα ζευγάρια, έντονες στο βαθμό που η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να αγκαλιάσει κάτι τέτοιο. Δε νιώθω περήφανος που είμαι ετεροφυλόφιλος (νιώθω, απλώς, τυχερός που δε χρειάστηκε να περάσω φόβους, αγωνίες, διχασμούς, κοινωνικούς αποκλεισμούς και που μπορώ να τεκνοποιήσω δια της φυσιολογικής οδού), οπότε δεν καταλαβαίνω και το gay pride concept.

(εικόνα: ΚΠ Καβάφης, μείζων Έλλην ποιητής, ομοφυλόφιλος)

18 Δεκ 2015

Birds on wild kingdom



Ο Φαήλος Κρανιδιώτης δημιούργησε πρόσφατα θόρυβο γύρω από το πρόσωπό του διότι απεκάλεσε το σύντροφο του μακαρίτη Μηνά Χατζησάββα «αξύριστη χήρα», τάχθηκε, δε, κατά του Συμφώνου Συμβίωσης μεταξύ των ομοφυλόφιλων ζευγαριών. Οι επικριτές του-ας τους ονομάσουμε birds on wild kingdom-τον χαρακτήρισαν ακραίο, φασίστα, ομοφοβικό. Στις αράδες αυτές θα διερευνήσουμε μιαν αδιόρατη ομοιότητα του κ. Κρανιδιώτη με τους επικριτές του.

Σύμφωνα με αυτούς, ο κ. Κρανιδιώτης είναι αδύνατον να μην είναι ομοφοβικός. Είναι έτσι, όμως; Όχι, φυσικά. Ο ίδιος ο κ. Κρανιδιώτης εξήγησε επανειλημμένως στα μέσα ότι έχει ψηφίσει, έχει συναναστραφεί, έχει πελάτες, έχει διαβάσει βιβλία ομοφυλοφίλων, και ουδέν πρόβλημα έχει με την ομοφυλοφιλία. Έχει, όμως, πρόβλημα ως προς διάφορα ζητήματα που σχετίζονται με αυτή (όπως το αίτημα των ομοφυλοφίλων σχετικά με το υιοθετείν ή την προβολή της ομοφυλοφιλίας ως αρετής, αμφότερα πραγματικά˙ κάποιοι ομοφυλόφιλοι όντως προβάλλουν την ομοφυλοφιλία ως αρετή και αρκετοί από αυτούς επιθυμούν να γίνουν γονείς δια της υιοθεσίας). Τα birds on wild kingdom, όμως, επιλέγουν να μην τον πιστέψουν. Για τα birds, ό,τι κι αν πει, ό,τι κι αν κάνει, όσο κι αν διαβεβαιώσει ο κ. Κρανιδιώτης (ή και ο κάθε κ. Κρανιδιώτης, που μπορεί να εκφράσει παραπλήσιες απόψεις) ότι δεν έχει πρόβλημα (γενικώς και αορίστως) με τους ομοφυλόφιλους, δεν τους μισεί, δε θέλει να τους σαπωνοποιήσει ή να τους διαπομπεύσει στην πλατεία Ομονοίας, αποκλείεται να γίνει πιστευτός. Για τα birds καθίστασαι αντανακλαστικά ομοφοβικός υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες (και ακραίος και φασίστας) γρηγορότερα απ’ ό,τι διαδίδεται το φως ή σου κορνάρει ο πίσω όταν ανάβει πράσινο το φανάρι. Όσο, όμως, κι αν οι αριστερίστικες κραυγές των birds είναι διασκεδαστικές, όσο κι αν ο αριστερισμός σε αυτή τη χώρα ανέδειξε πολιτιστικά κέντρα, νεύματα σε αεροπλάνα, βανδαλισμούς περιουσιών, καταλήψεις πανεπιστημίων, σχολείων και άλλων δημόσιων χώρων, ληστείες τραπεζών, δολοφονίες εργαζομένων σε τράπεζες, υψηλές αμοιβές σε ανειδίκευτους δημοσίους υπαλλήλους ανύπαρκτων οργανισμών, πρωθυπουργό το χειρότερο από συστάσεως του κράτους και άλλα ευκλεή φαινόμενα, εμείς δεν υποχρεούμαστε να αποδεχθούμε τις κραυγές τους. Δε γνωρίζουμε, λοιπόν, αν ο κ. Κρανιδιώτης (ή και οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να διατυπώσει αυτές τις απόψεις) υποκρίνεται, δεν είμαστε Γκουρού, Δαλάι Λάμα ή Όπρα Γουΐνφρεϊ, όμως υπογραμμίζουμε εκκωφαντικά ότι μπορεί ένας άνθρωπος να έχει φίλους ομοφυλόφιλους, σημαντικούς για εκείνουν ανθρώπους ομοφυλόφιλους, πελάτες ομοφυλόφιλους, να θαυμάζει, να ψηφίζει, να εμπιστεύεται ομοφυλόφιλους, αλλά να διαφωνεί με την προβολή της ομοφυλοφιλίας ως αρετής ή με την κατοχύρωση του δικαιώματος στο υιοθετείν για τους ομοφυλόφιλους. Και η «αξύριστη χήρα»; Ούτε αυτή συνεπάγεται υποχρεωτικώς ομοφοβία. Διάφορες ιδιότητες μπορεί να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο επίκρισης (παχυσαρκία, φαλάκρα, ελευθέρια ήθη, ομοφυλοφιλία), τούτο δε συνεπάγεται, όμως, υποχρεωτικά φοβία (λιποφοβία, ατριχοφοβία, πουτανοφοβία, ομοφοβία). Μπορεί να μιλήσει κανείς για αγένεια, έλλειψη αγωγής, προσβολή της αισθητικής, αλλά για τη φοβία και το μίσος πρέπει να διανυθεί μεγαλύτερη απόσταση. Ο κ. Κρανιδιώτης εξήγησε ότι απεκάλεσε τοιουτοτρόπως το σύντροφο του μακαρίτη του Χατζησάββα, όχι διότι μισεί τους ομοφυλόφιλους, όχι διότι θέλει να τους σαπωνοποιήσει ή να τους διαπομπεύσει στην πλατεία Ομονοίας, αλλά διότι πιστεύει ότι αποτελεί σπίλωση της μνήμης του Χατζησάββα η συμπεριφορά του συντρόφου του (από την άποψη ότι ο Χατζησάββας διεφύλαττε τα προσωπικά του και δεν τα κοινοποιούσε˙ πράγματι, ο πολύς κόσμος έμαθε μετά το θάνατο του ηθοποιού τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, ο δε σύντροφός του σίγουρα φρόντισε να τις μάθουμε, εκουσίως ή ακούσια).

Δε φαντάζομαι να νομίσει κανείς ότι συμφωνώ με τις απόψεις του κ. Κρανιδιώτη. Το κείμενο αυτό, άλλωστε, δεν απευθύνεται σε birds. Λέω, όμως, κάτι συγκεριμένο, σαφές και πεπερασμένο: η συμπεριφορά του κ. Κρανιδιώτη δε συνιστά υποχρεωτικώς ομοφοβία. Όσο για το αν συνεπάγεται φασισμό, υπερρεαλισμό, μοντερνισμό, ιμπρεσσιονισμό, εθνικοσοσιαλισμό, συμβολισμό, πριαπισμό και λοιπά, ουδέν σχόλιο. Δεν ομιλώ τη γλώσσα των birds. Με κούρασαν τα birds. Με κούρασαν.

Πάμε, τώρα, και στο ζουμί: το σημείο όπου ο κ. Κρανιδιώτης συναντάται με τους επικριτές του. Τα birds, είπαμε, ό,τι κι αν κάνει, ό,τι κι αν πει, όσο κι αν ορκιστεί ο κ. Κρανιδιώτης, αποκλείεται να πιστέψουν ότι δεν είναι ομοφοβικός. Τα birds πιστεύουν στην ομοφοβία του κ. Κρανιδιώτη όσο ο Τζιχάντι Τζον πίστευε στον Αλλάχ, ο Dawkins στον Δαρβίνο και η Ελένη Λουκά στη δημοσιότητα αθροιστικά. Από την άλλη, ο κ. Κρανιδιώτης τάσσεται κατά του Συμφώνου Συμφώνου συμβίωσης όχι επειδή δεν επιθυμεί την αναγνώριση των σχετικών αστικών δικαιωμάτων στα ομοφυλόφιλα ζευγάρια, αλλά διότι το Σύμφωνο, ως ισχυρίζεται, είναι ο προπομπός για την κατοχύρωση του δικαιώματος στην υιοθεσία από τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Όσο κι αν ορκιστούμε, όσο κι αν διαβεβαιώσουμε, όσο κι αν εξηγήσουμε ότι αυτά είναι δύο απολύτως διακριτά ζητήματα, ο κ. Κρανιδιώτης δεν πρόκειται να μας πιστέψει.


Μεγάλο πράγμα η πίστη.

24 Νοε 2015

Η Μαμά Της Ηδονής



Η επίγνωση της αλήθειας προσφέρει ό,τι και η ανάμνηση της ηδονής: τίποτα. Ας πιάσουμε, όμως, το νήμα από την αρχή.

Η εκστρατεία υπέρ της επιστήμης και της λογικής, της οποίας προΐσταται παγκοσμίως ο ζωολόγοςRichard Dawkins, προσφέρει μιαν άκρως ενδιαφέρουσα θεώρηση του κόσμου και της ζωής, η οποία, σε μία ανθρωποκεντρική ανάλυση, μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα τρία σημεία:

α) Η ύπαρξή μας δεν αποσκοπεί πουθενά. Υπάρχουμε ως αποτέλεσμα κάποιων διεργασιών που οδήγησαν στην ύπαρξή μας. Είμαστε μία έμβια οργάνωση της ύλης (βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι η αυτοσυνειδησία) για το πενιχρό διάστημα των ολίγων δεκαετιών που ζούμε.

β) Ο Αλλάχ, ο Θορ, ο Ζευς, ο Θεός των Χριστιανών και όλοι οι επί γης Θεοί και οι θρησκείες στο χώρο και το χρόνο δεν είναι τίποτε περισσότερο από μυθεύματα. Ουδεμία ένδειξη υπάρχει ότι στις θρησκευτικές δοξασίες υπάρχει Αλήθεια, το δε θρήσκευμα των ανθρώπων δεν είναι παρά το αποτέλεσμα κληρονόμησης ενός μιμιδίου από γονείς σε τέκνα.

γ) Οι συνιστώσες που προσδιορίζουν την ηθικότητα ουδεμία σχέση έχουν με τη μεταφυσική, μπορούν, δε, να αναλυθούν με όρους γενετικής, εξελικτικής βιολογίας (εξελικτικής ψυχολογίας, κοινωνιοβιολογίας, εξελικτικής ηθικής), κοινωνιολογίας και ανθρωπολογίας. Με ερμηνευτικά εργαλεία τη θεωρία της επιλογής συγγενών (kin selection), τη θεωρία της επιλογής ομάδων (group selection), τη φυσιογνωμία του γονιδιώματος, τη φυσική επιλογή, τις δυνάμεις που αναπτύσσονται στο ιδιαίτερο κάθε φορά κοινωνικό περιβάλλον, το ηθικό (αλτρουϊσμός, καθολικό ταμπού αιμομιξίας, μονογαμικότητα) και το ανήθικο (βιασμός, βία, απιστία) απεκδύονται πλήρως του μεταφυσικού τους φορτίου και εξηγούνται σε αυστηρώς νατουραλιστικό πλαίσιο.

Ας υποθέσουμε ότι τα πράγματα είναι όντως έτσι. Ας υποθέσουμε ότι είμαστε όντως προϊόντα της τυχαιότητας και της συγκυρίας, ότι η ζωή μας αρχίζει και τελειώνει εδώ, ότι τίποτα δεν μπορούμε να προσδοκούμε πέραν των ολίγων δεκαετιών που ζούμε, ότι η ηθικότητα δεν είναι οντολογικά τίποτε περισσότερο από ένα φαινότυπο, ότι ως και η βούλησή μας ίσως είναι πολύ λιγότερο (ή καθόλου) ελεύθερη απ’ ό,τι ως τώρα νομίζαμε. Εκ της πραγματικότητος αυτής, μόνο η ματαιότητα διασώζεται. Όλες οι άλλες έννοιες, η αγάπη, η μητρότητα, η προσπάθεια, η δημιουργία, η επιστήμη, η ελπίδα, η αυτοθυσία εκμηδενίζονται.

Κι η ματαιότητα μόνο την ηδονή μπορεί να κυοφορήσει.

Αρχαιοσυντηρητικός



Υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν μπορώ να εξηγήσω σε όσους αυτοπροσδιορίζονται ως «αριστεροί». Τον τρόπο που βλέπω την εκκλησία, για παράδειγμα. Πώς να εξηγήσω σε έναν υψογρονθάκια ένα συναίσθημα; Την αναγνώριση του θείου ηχοχρώματος της πρότασης «υπάρχει και Θεός». Τη συγκίνηση που με διαπερνά όταν αντικρύζω το γαλανό και το λευκό των Κυκλάδων που εναρμονίζει την ψυχή μου μ’ ένα ανείπωτο ρίγος υπό τους ήχους μιας νοητής, εκκωφαντικής ορχήστρας δέους συνοδεύουσα άπαντα τα νησιώτικα ξωκκλήσια. Την απέριττη τελειότητα των βυζαντινών εικόνων που όλες μαζί και η καθεμία χωριστά αποτελούν τη βρώση των αισθήσεων μιας Θείας Ευχαριστίας σώματος που επιμένει στην ταπείνωση και την αυταπάρνηση. Τη συμπαντική τροφοδότηση που αναγεννάται μέσα από την προσευχή, επιστρατεύοντας μυστικές αναστομώσεις της αισιοδοξίας, της ελπίδας, της δίψας για ζωή, μα και της μετάνοιας και της αμείλικτης αυτοκριτικής. Το θαυμασμό για τους ιερείς που δεν ηθικολογούν ποτέ αλλά αμίλητοι ακούν προσφέροντας  ένα άγγιγμα στον ώμο, ένα πιάτο φαγητό ή ό,τι περισσότερο μπορούν. Την ταυτότητα που κάθε Έλληνας φέρει στο στήθος του και τη σημαία του. Την αφελή πίστη των χωρικών στην καλοσύνη, την εντιμότητα, το φιλότιμο, με όλα τα θυμιατά της, την τέχνη της, τα έθιμά της, το δάκρυ της. Την απολύτως υποβλητική ατμόσφαιρα των ναών που έρχεται να σου θυμίσει ότι κάποιος διαρκώς σε κοιτάζει, ευφραίνεται όταν προοδεύεις και λυπάται όταν αποτυγχάνεις.

Δε θέλω να παρεξηγηθώ. Και για την εκκλησία μιαρός είμαι- γιατί δεν πιστεύω ότι το Ευαγγέλιο συνέγραψε ο Θεός με το φλεγόμενό του δάχτυλο, γιατί δεν πιστεύω ότι η ερωτική επαφή είναι αμαρτία, γιατί δε θεωρώ ότι όποιος επιλέγει να καίγεται αντί να θάβεται θέτει εαυτόν εκτός Εκκλησίας, γιατί δεν πιστεύω ότι η Εκκλησία πρέπει να απολαμβάνει προνομίων όπως η φορολογική ασυλία, γιατί φρονώ ότι ο δρόμος του αγνωστικισμού είναι μονόδρομος όταν κάποιος αντιμετωπίσει στην ωρίμανσή του το περί Θεού ερώτημα ως αυτό που είναι: ένα επιστημονικό ερώτημα.

Ακατανόητος για τους υψογρονθάκηδες και απόβλητος για την Εκκλησία, δε θα ήθελα να ορκιστώ με πολιτικό όρκο. Δε θα ήθελα να παντρευτώ με πολιτικό γάμο. Θα οδυρόμουν σα να έχασα μέλος του κορμιού μου αν πάθαιναν ποτέ κάτι τα νησιώτικά ξωκκλήσια τα λευκά που ’ναι όλα τους στην αγκαλιά του Ελληνικού ουρανού. Θα έκλαιγα απαρηγόρητος αν κάποιος μου έπαιρνε την ανάμνηση της μάνας μου να με λιβανίζει. Θα έστρεφα αλλού το πρόσωπό μου από αποτροπιασμό σαν ένα παιδί ρωτούσε τον πατέρα του αν ο παππούς είναι ψηλά με το Θεούλη και κείνος αποκρινόταν πως «δεν υπάρχει Θεός».

Παλιομοδίτης και αρχαιοσυντηρητικός.
Αυτός είμαι. Και δύσκολος.

Ένας Διορισμός, Μια Εκλογή Κι Ένα Βραβείο



Η έννοια της φυσικής επιλογής είναι από τις πιο δύσκολες στο πλαίσιο διδασκαλίας της Βιολογίας, και τούτο διότι η απλή διατύπωση της επιβίωσης του καλύτερα προσαρμοσμένου στο περιβάλλον οργανισμού είναι αδύνατον να αποσαφηνίσει με την απαιτούμενη προς εμπέδωση της έννοιας λεπτομέρεια, τον ακριβή μηχανισμό υπό τον οποίο η επιλογή λαμβάνει χώρα. Γύρω από τη «μονάδα» επιλογής χύνεται άφθονο μελάνι, μιας και άλλοι βλέπουν στη μονάδα κυρίαρχο το γονίδιο, άλλοι την κοινωνική ομάδα, άλλοι τον οργανισμό, οι ανεπαίσθητες, δε, μετατοπίσεις ως προς την αντίληψη της «μονάδας» που επιλέγεται προβάλλονται και καθορίζουν την αντίληψη καθ’αυτή της έννοιας της εξελίξεως, που ομολογουμένως συνιστά μια εκ των επαναστατικότερων συλλήψεων του εικοστού αιώνα.

Σχετικώς πρόσφατα δύο κορυφαίοι Βιολόγοι, ο Richard Dawkins και ο Edward Wilson, καυγάδισαν κάπως άκομψα δημοσίως εξ αφορμής ενός βιβλίου που ο τελευταίος εξέδωσε το 2013 (Η Κοινωνική Κατάκτηση Της Γης),  στο οποίο πραγματοποιείται μια απόπειρα «αντικατάστασης» μίας έως τώρα κυρίαρχης θεωρίας στο πλαίσιο της εξελικτικής Βιολογίας, αυτή της εγκλείουσας αρμοστικότητας, με τη θεωρία της πολυεπίπεδης επιλογής. Τα προεόρτια, βέβαια, είχαν ξεκινήσει μερικά χρόνια νωρίτερα, όταν ο Wilson δημοσίευσε τις ιδέες του αυτές στο κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό Nature. Ο Dawkins, στη δυσμενέστατη κριτική του για το βιβλίο του Wilson, έγραψε ότι η δημοσίευση στο Nature δε θα είχε λάβει χώρα ποτέ αν η υποβολή της μελέτης είχε πραγματοποιηθεί ανώνυμα˙ το κύρος, όμως, του ονόματος του Wilson εξασφάλισε τη δημοσίευση.

Ο Dawkins, όμως, παρόλη την επιθετική (έως εριστική) του διάθεση κατά του Wilson, δεν αμφισβητεί σε καμία περίπτωση ότι ο Wilson είναι αυθεντία, ότι γνωρίζει τις κοινωνίες των εντόμων (ειδικά των μυρμηγκιών) όσο κανείς άλλος στον πλανήτη, ότι υπήρξε ήρωας στα μάτια πολλών σύγχρονων βιολόγων, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου. Στην επιστήμη υπάρχει αυτό το-όπως και να το κάνουμε-σταθερό σημείο: η υπόσταση καθενός κρίνεται εκ του αποτελέσματος, κι όταν το αποτέλεσμα είναι πλειάδα σημαντικών επιστημονικών δημοσιεύσεων, πληθώρα βιβλίων περιεχόντων πιλοτικές σκέψεις με υψηλό δυναμικό επιρροής, δεκαετίες έρευνας και διδακτικής δραστηριότητας, δε χωρούν περιθώρια αμφισβήτησης, όχι μίας συγκεκριμένης ιδέας, αλλά της συνολικής προσφοράς, άλλως του κύρους ενός ονόματος.

Στην ποίηση, από την άλλη πλευρά, σταθερό σημείο δεν υπάρχει. Όσο μελάνι κι αν χυθεί περί αισθητικής, όσο κι αν επιθυμούμε να μετρήσουμε την ποίηση μέσα στο ποίημα, μέτρον ποιήσεως δεν έχει βρεθεί και ούτε πρόκειται να βρεθεί ποτέ. Δεδομένης, μάλιστα, της παγκόσμιας αδιαφορίας του κοινού για την ποίηση, δεν μπορούμε καν να μιλήσουμε για ισχυρή ποίηση κρίνοντας από την απήχησή της, εφόσον η ποίηση παγκοσμίως στερείται απήχησης, δεν είναι εμπορικό προϊόν και αφορά μόνο σε εκείνους που τη γράφουν.

Η ποίηση, εντούτοις, απαθανατίζεται και διδάσκεται μέσα σε σχολικά βιβλία και ανθολογίες- κάποιοι ποιητές, δε, καταφέρνουν και κερδίζουν χρήματα από αυτήν, είτε μέσω μεταφράσεων είτε διατηρώντας στήλες σε εφημερίδες ή περιοδικά είτε εκλεγόμενοι σε έδρες ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είτε ως στελέχη εκδοτικών οίκων είτε ως διδάσκαλοι σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής.

Ας μην αυταπατάται, όμως, κανείς. Αξία στην ποίηση της Δημουλά δε δίνει η θέση της Δημουλά στην Ακαδημία Αθηνών. Αξία στην ποίηση του Γκανά δε δίνει η εκλογή του Γκανά στην Εταιρεία Συγγραφέων. Αξία στην ποίηση του Βλαβιανού δε δίνει η έδρα του Βλαβιανού στο Deree College. Ομοίως, η ποίηση του Σκούτα, του Κυριαζή ή του Βολκώφ δε στερείται αξίας επειδή εσαιεί θα παραμείνει εκτός Ακαδημίας, ανθολογιών, σχολικών εγχειριδίων, ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και άλλων, περίοπτων θέσεων στα βιβλιοπωλεία, περίλαμπρων παρουσιάσεων σε ατμοσφαιρικά αμφιθέατρα, υπεριπτάμενων Zeppelin που κυρώνουν την ποίηση μέσα στις νεφέλες.

Η ποίηση προϋποθέτει το ποίημα και τον αποδέκτη. Διαδραματίζεται μοναχικά, κάθε διαμεσολάβηση τη λερώνει. Δίχως αποδέκτες, ποίηση δεν υπάρχει˙ υπάρχει μόνο ένας μακρύς κατάλογος ποιημάτων που ξεχάστηκαν κι ένας αντίστοιχα μακρύς κατάλογος ποιητών που μονομάχησαν με τους πλέον σιχαμερούς τρόπους για ένα διορισμό, ένα βραβείο ή μιαν εκλογή.

16 Σεπ 2015

H αβάσταχτη ελαφρότητα της σύνοψης



"Αν κάποιος σας πει ότι υπάρχει μονο-παραγοντική εξήγηση
για την κατάρρευση μιας κοινωνίας
τότε γνωρίζετε αμέσως πως είναι ανόητος.
Το ζήτημα είναι περίπλοκο."
Jared Diamond

Σε πρόσφατο σημείωμά του στην εφημερίδα «Το ποντίκι» ο συγγραφέας Κώστας Κουτσουρέλης γράφει: «Μπορεί η Ελλάδα να αποκτήσει εταιρείες που να μετρούν διεθνώς στην τεχνολογία, στην έρευνα, στην ενέργεια, στους τομείς δηλαδή που πράγματι μετρούν στρατηγικά; Αυτό είναι το ζητούμενο. Γιατί μόνο μια τέτοια οικονομία μπορεί να μας παράσχει όχι απλώς υψηλά εισοδήματα, αλλά πραγματική γεωπολιτική ασφάλεια, λόγο με κύρος στα διεθνή δρώμενα, διαπραγματευτική ισχύ. Και μια τέτοια οικονομία δεν στήνεται έτσι απλά, χωρίς κεντρική πολιτική βούληση και κρατικό παρεμβατισμό».

Ίσως ο ίδιος να μην το συνειδητοποιεί, αλλά με τη συνοπτική αυτή πρότασή του θα μπορούσε (εν μέρει ή και εν όλω) να συμφωνήσει περίπου ο οιοσδήποτε: ο σοσιαλδημοκράτης, ο χριστιανοδημοκράτης, ο κεντρώος, ο μικροεπιχειρηματίας, ο επιστήμονας, ο δημόσιος υπάλληλος, ο αριστερός, ο δεξιός, ο συγγραφέας, ο εισοδηματίας, ο ξενοδόχος, άνθρωποι, δηλαδή, όλων των κοινωνικών τάξεων, όλων των πολιτικών πεποιθήσεων, όλων των επαγγελματικών ενδιαφερόντων. Το έχουν αυτό οι γενικολογίες: χαϊδεύουν ώτα. Ας δούμε, μιας και είναι επίκαιροι, τους πολιτικούς μας. Δε θέλουν να στενοχωρήσουν κανέναν: ούτε τους δημοσίους υπαλλήλους ούτε τους επιχειρηματίες ούτε τους αγρότες ούτε τους συνταξιούχους... έχουν, τοιουτοτρόπως, προσαρμόσει το λόγο τους επί ξύλινης επιφανείας, επιτυγχάνοντας να ομιλούν πολύ δίχως να λένε τίποτα.

Ο κ. Κουτσουρέλης, όμως, δεν είναι τέτοιος. Η συνοπτική γενικότητα με την οποία κλείνει το σημείωμά του είναι, κατά τον ίδιο, απολύτως συμβατή με τις παρακάτω διαπιστώσεις : α) Ο ΕΝΦΙΑ είναι ένας φόρος αναπτυξιακός, διότι στρέφει τις οικονομίες των Ελλήνων στην έρευνα, την καινοτομία και τη βιομηχανία, όχι στην παρασιτική οικονομική δραστηριότητα που σχετίζεται με την οικοδομή (ξενοδόχοι, υδραυλικοί, ξυλουργοί, οικοδόμοι, βιομήχανοι παραγωγής οικοδομικών υλικών, ηλεκτρολόγοι και λοιποί), κατά συνέπειαν πρέπει να αυξηθεί και β) ο πλούτος που προέρχεται ή σχετίζεται με την οικονομική δραστηριότητα περί της οικοδομής δε μετράει το ίδιο (ενδιαφέρουσα επιλογή λέξεως) με τον πλούτο που προέρχεται από την καινοτόμο επιστημονική δραστηριότητα ή τη βιομηχανία.

Μου είναι δύσκολο να σχολιάσω τούτα, διότι το επίπεδο διαφωνίας μου εξέρχεται της σκέψης μου ως άναρθρη κραυγή, αλλά θα το αποπειραθώ. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Ο κύριος Κουτσουρέλης δε ζει σε άλλη χώρα από αυτή που ζουν όλοι οι κάτοικοι της Ελλάδος. Γνωρίζει, κατά συνέπεια, ότι βρισκόμαστε σε περίοδο ύφεσης (επομένως συρρίκνωσης του ΑΕΠ), κι ότι έχουμε συμφωνήσει προοδευτικώς αυξανόμενα πλεονάσματα με τους Ευρωπαίους εταίρους μας. Γνωρίζει, επίσης, ότι μόνο με την παρέμβαση του Δία, του Θορ ή του Γιαχβέ η Ελλάδα πρόκειται την επόμενη τριετία να αποκτήσει εταιρείες καινοτόμου βιοτεχνολογικής έρευνας και παραγωγής βιοτεχνολογικών προϊόντων, μονάδες παραγωγής προϊόντων τεχνολογίας αιχμής, αυτοκινητοβιομηχανίες και λοιπές απολύτως φρούδες, απολύτως ανεπίκαιρες ενοράσεις επί του πώς, ελλείψει ψωμιού, θα καταναλώσουμε παντεσπάνι. Γνωρίζει ότι η χώρα διαθέτει μεγάλο ποσοστό αργομίσθων στο δημόσιο τομέα, εκατοντάδες χιλιάδες πολλαπλοσυνταξιούχων, ότι η ταυτότητα της δημόσιας διοίκησής της ορίζεται από το πελατειακό κράτος των σφραγιδοκρατόρων, των διεφθαρμένων φραπεδολάγνων και των προστατευόμενων των βουλευτικών γραφείων, ότι χιλιάδες αποσπασμένων περιφέρουν εαυτούς στα βουλευτικά γραφεία. Ο κ. Κουτσουρέλης γνωρίζει άριστα τα έργα και τις ημέρες των συνδικαλιστών, την απροθυμία του πολιτικού συστήματος να προβεί σε μεταρρυθμίσεις και την εφεύρεση από μέρους του των ισοδυνάμων (που είναι ανεξαιρέτως φόροι) προκειμένου να προστατευτεί το πελατειακό σύστημα, γνωρίζει τη γραφειοκρατία και τη φορολογική αστάθεια που χαρακτηρίζει την οικονομική μας ζωή, γνωρίζει, ακόμη ακόμη, τι ωραία που οι «προοδευτικές» φοιτητικές παρατάξεις βάζουν λουκέτο σε πανεπιστημιακές σχολές, επειδή αυτές πρόκειται να απορροφήσουν ερευνητικούς πόρους ΝΑΤΟϊκής προελεύσεως.

Ενδεχομένως ο κ. Κουτσουρέλης να ήθελε οι απανταχού φιλελεύθεροι να ασχοληθούν πρωτίστως με το πώς η Ελλάς θα αποκτήσει την επόμενη τριετία μια Samsung, μια Hyundai, μια Nokia βρε αδερφέ. Οι φιλελεύθεροι, όμως, οι σοβαροί τουλάχιστον, γνωρίζουν το εξής: ότι πρέπει να έχουμε πλεόνασμα 1% φέτος, 2% του χρόνου και 3% κατά τον αμέσως επόμενο χρόνο. Μολονότι, λοιπόν, θα ήταν τουλάχιστον ενδιαφέρον έως κοσμογονικά κοσμοϊστορικό αν αυτά τα πλεονάσματα προέρχονταν από Ελληνικές εταιρείες τύπου Samsung, Hyundai ή Nokia που θα μείωναν την ανεργία και θα έφερναν τεράστια φορολογικά έσοδα στο κράτος, αυτό είναι απολύτως ανέφικτο και είναι εντελώς αστείο ακόμη και να το συζητάμε. Εφικτοί στόχοι τούτη τη στιγμή είναι οι εξής: η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, η απλοποίηση των διαδικασιών για την ίδρυση επιχείρησης, η απόλυση των αργομίσθων του δημοσίου τομέα, ο εξορθολογισμός του ασφαλιστικού μας συστήματος (κατά τον Θάνο Τζήμερο, 6,5 δις το χρόνο μπορούν να εξοικονομηθούν αν όλες οι συντάξεις κινούνται μεταξύ εύρους 750 και 2000 ευρώ μηνιαίως), η τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας σε συγγνωστά, παραδοσιακά μας πεδία (οικοδομή, τουρισμός, πρωτογενής παραγωγή), η πτώση των φόρων για την τόνωση της αγοράς υπό αντίστοιχη μείωση κρατικών δαπανών, η εφαρμογή κινήτρων για την επιστροφή των καταθέσεων των Ελλήνων από το εξωτερικό. Αυτά βραχυπροθέσμως μπορούν να δώσουν τεράστιες, ζωογόνες ανάσες στην Ελληνική οικονομία, να άρουν παλαιότατες παθογένειες της οικονομικής μας-και όχι μόνο-ζωής (αργόμισθοι, αποσπασμένοι, πελατειακές προσλήψεις, απολύτως αντιπαραγωγικοί ή και διεφθαρμένοι δημόσιοι υπάλληλοι, προώρως και σκανδαλωδώς ή παρανόμως συνταξιούχοι) ούτως ώστε τα συμφωνημένα πλεονάσματα να επιτευχθούν, η χώρα να μπει σε τροχιά ανάπτυξης και να βγει στις αγορές. Προτεραιότητα ενός σοβαρού φιλελεύθερου τούτη τη στιγμή είναι η επιβίωση, η έξοδος της χώρας από την κρίση, η αποφυγή της εξόδου της χώρας από την Ευρωζώνη ή/και την Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι η άμεση μετατροπή της Ελλάδος στην Ιαπωνία των Βαλκανίων. Οι σοβαροί φιλελεύθεροι θεωρούν ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με ΕΝΦΙΑ, έκτακτη εισφορά, τέλη επιτηδεύματος, 100% προκαταβολή φόρου στις επιχειρήσεις και αύξηση των συντελεστών φορολόγησής τους, 23% ΦΠΑ και λοιπά... «μεταρρυθμιστικά» (καταφανώς  για να μην αλλάξουμε, να συνεχίσουμε το πελατειακό κράτος που τόσα χρόνια μας καλόμαθε σε αργομισθίες, πρόωρες ή μαϊμού συντάξεις, πολλαπλές συντάξεις, προστασία συντεχνιών, κλειστά επαγγέλματα, διορισμούς από βουλευτικά γραφεία, μίζες από διεφθαρμένους κρατικούς λειτουργούς, απολύτως ασταθές φορολογικό περιβάλλον και κραταιά ιδεώδη ζωής διορισμού στο δημόσιο). Πώς να το κάνουμε... το κατεπείγον σχέδιο είναι η αντιμετώπιση των παθογενειών, η πτώση των φόρων υπό αντίστοιχη μείωση των κρατικών δαπανών για την αναζωογόνηση της αγοράς, όχι η Μεγάλη Ιδέα.

Πάμε, τώρα, και στο μακροπρόθεσμο, το «εθνικό σχέδιο επενδύσεων και ανάπτυξης» που τόσο απασχολεί τον κ. Κουτσουρέλη, και το οποίο προϋποθέτει, ούτως ή άλλως, ότι δε θα επιστρέψουμε, στο μεταξύ, στη λίθινη εποχή της εξόδου από της Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη (δε συζητώ καν το Λαφαζάνειο, Κατσανέβειο, Αλαβάνειο σχέδιο Β επιστροφής σε εθνικό νόμισμα κι αναδέχομαι κάθε χλεύη δια την απροθυμία μου αυτή). Δεδομένου ότι δεν είμαι οικονομολόγος, απευθύνω στους οικονομολόγους τα εξής ερωτήματα: α) Οι επενδύσεις στα ακίνητα (τουριστικές υποδομές, ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια) και οι επενδύσεις στην έρευνα, την καινοτομία, την τεχνολογία, τη βιομηχανία είναι αμοιβαίως αποκλειόμενες; β) Είναι σοφή στρατηγική επιλογή  για μία χώρα να παραιτείται του συγκριτικού της πλεονεκτήματος έναντι άλλων χωρών (κλίμα, φυσικό κάλλος, αρχαιολογικοί χώροι, αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον) στο επίπεδο των επενδύσεων; Καίτοι μη οικονομολόγος, απαντώ: ΟΧΙ! Ως προς τον ΕΝΦΙΑ, το φόρο που γέννησε το σημείωμα του κ. Κουτσουρέλη, δεδομένης της τοποθέτησής του περί αυξήσεως του (!), είναι περίπου αυτονόητο πως βραχυπροθέσμως μας δυσκολεύει να εξέλθουμε της κρίσης (διότι είναι υφεσιακός φόρος, συρρικνώνει το ΑΕΠ, πιέζει φυσικά και νομικά πρόσωπα που διαθέτουν ακίνητα, πιέζει τις τουριστικές επιχειρήσεις, νεκρώνει την κτηματογορά, πλήττει τα σχετιζόμενα με την οικοδομή επαγγέλματα και ταπεινώνει τα έσοδα του κράτους) μακροπροθέσμως, δε, υπονομεύει την οικονομική δραστηριότητα εντός ενός πνεύμονα της οικονομίας μας, τον οποίο ουδείς λόγος υφίσταται να καταστρέψουμε: τις τουριστικές επιχειρήσεις, τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, τα σχετιζόμενα με την οικοδομή επαγγέλματα (από τον απλό τεχνίτη έως το βιομήχανο των οικοδομικών υλικών), τις πάσης φύσεως επιχειρήσεις στων οποίων την ιδιοκτησία ευρίσκονται ακίνητα.

Αν το κράτος το επιθυμεί, μπορεί ανετότατα να λειτουργήσει ποικιλοτρόπως προκειμένου να υποβοηθήσει την έρευνα, την καινοτομία, τη βιομηχανία. Δε χρειάζεται δια τούτο να απαγορεύσει σταλινικά τη (συνταγματικά προστατευόμενη) ιδιοκτησία με υπέρογκους φόρους. Μπορεί να ενθαρρύνει τη διασύνδεση των κρατικών πανεπιστημίων με την αγορά εργασίας. Μπορεί να παρέχει φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις. Μπορεί να αυξήσει τους διαθέσιμους για ερευνητικούς σκοπούς πόρους στα κρατικά πανεπιστήμια. Μπορεί να μεγιστοποιήσει την απορρόφηση και την αποδοτικότητα των κοινοτικών κονδυλίων. Μπορεί να επιτρέψει τη λειτουργία ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, πανεπιστημιακών τε και τεχνολογικών. Μπορεί να άρει τα επιχειρηματικά του μονοπώλια (ΔΕΗ) και να επιτρέψει ιδιωτικές επενδύσεις σε νευραλγικούς κλάδους (ενέργεια). Μπορεί να αποθαρρύνει βανδαλισμούς, καταλήψεις, εγκληματικές ενέργειες σε βάρος εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, ιδιωτικές επιχειρήσεις, ξένους επενδυτές, πολυεθνικές εταιρείες. Μπορεί να άρει την εδραιωμένη πεποίθηση ότι οι επιχειρηματίες είναι κακοί άνθρωποι, οι επιχειρήσεις είναι του διαβόλου, οι ξένες επενδύσεις του σατανά, οι πολυεθνικές εταιρείες του Βεελζεβούλ κι ότι μόνο ό,τι ανήκει στο κράτος είναι άσπιλο, αμόλυντο και παρθένο.

Για να συνοψίσουμε, λοιπόν. Δε θα κλείσουμε τις παραλίες μας για να γίνουμε εργοστασιάρχες, κε Κουτσουρέλη. Όχι. Με τις παραλίες μας ορθάνοιχτες, θα φροντίσουμε να μη φεύγουν οι εταιρείες συναρμολόγησης Ιαπωνικών οχημάτων από τη χώρα, θα φροντίσουμε να επενδύσουν και άλλες εταιρείες σε αυτήν κι ενδεχομένως θα φτιάξουμε, στο απώτερο μέλλον, και δικές μας, ευνοώντας την απόκτηση τεχνογνωσίας από το έμψυχό μας δυναμικό, προσελκύοντας, παράλληλα, τους κεφαλαιούχους. Δε θα πουλήσουμε τα σπίτια μας μπιρ παρά για να γίνουμε φαρμακοβιομήχανοι, κε Κουτσουρέλη, όχι. Θα φροντίσουμε να αυξηθούν οι ερευνητικοί πόροι στα κρατικά μας πανεπιστήμια, θα ενθαρρύνουμε την ώσμωση μεταξύ αυτών με τη βιομηχανία και την αγορά εργασίας ευρύτερα, μην επιτρέποντας στους κρατιστές της κάθε κομματικής νεολαίας να τα κλείνει επειδή δε θέλει τους εταιρικούς διαβόλους, τα ΝΑΤΟϊκά κονδύλια ή τα ρυπαρά κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πανεπιστήμια. Δε θα ποινικοποιήσουμε την ιδιοκτησία, κε Κουτσουρέλη, θα αποποινικοποιήσουμε στην Ελλάδα την ιδιωτική πρωτοβουλία, θα μετατοπίσουμε τα ιδανικά μας από τους διορισμούς των βουλευτικών γραφείων στην έρευνα, την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα, θα διαλύσουμε τη γραφειοκρατική ελεφαντίαση, θα προωθήσουμε μία σύγχρονη, βασισμένη στην πληροφορική, δημόσια διοίκηση. Δε θα γκρεμίσουμε τα ενοικιαζόμενα δωμάτια των Κυκλάδων, κύριε Κουτσουρέλη, θα περιορίσουμε τις αλόγιστες κρατικές σπατάλες σε αργομισθίες, συνταξιούχους και μισθωτούς του δημοσίου. Εκεί, άλλωστε, ξοδεύουμε τα λιγοστά μας χρήματα.

Προτελευταίο σχόλιο. Η Ελλάδα διαθέτει ολίγες βιομηχανίες. Διαθέτει, ας πούμε, καπνοβιομηχανία (της έχει μείνει μία τέτοια, αν δε λανθάνω). Μπορώ να σκεφτώ άξονες επί τους οποίους αυτή η επιχείρηση «μετράει» περισσότερο από άλλες, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, ας πούμε, μεγάλα ιδιωτικά σχολεία ή εύρωστες εταιρείες διοργανώσεως συνεδρίων. Μπορώ να σκεφτώ και άξονες, όμως, επί των οποίων αυτή η καπνοβιομηχανία (όπως και όλες οι καπνοβιομηχανίες της γης) αναδύεται ως συμπαγές μίασμα της οικονομίας και της ανθρώπινης δραστηριότητας ευρύτερα. Ένα, χωρίς υπερβολή, νόμιμο έγκλημα.

Βέβαια, μολονότι δεν είμαι a priori αντίθετος στον κρατικό παρεμβατισμό, θα έβρισκα εντελώς φασιστική τη φορολόγηση των σιγαρέττων σε επίπεδο τέτοιο ώστε η καπνοβιομηχανία αυτή να κλείσει. Ενδεχομένως η συλλογιστική μου να είχε ισχυρότατη λογική βάση ως προς την εξάλειψη του καπνίσματος (να σώσω ανθρώπινες ζωές), όμως οποιαδήποτε συλλογιστική, όσο ισχυρή και αν είναι, έχει μεγάλη απόσταση να διανύσει από την περιγραφή της στην επιβολή της.

Η απόσταση αυτή έχει όνομα. Η απόσταση αυτή λέγεται ήθος. Όχι οποιοδήποτε ήθος, όμως. Το φιλελεύθερο, δημοκρατικό ήθος. Πρόκειται για το ήθος που δεν επιτρέπει τη δήμευση των περιουσιών των ανθρώπων. Πρόκειται για το ήθος που σε κάνει να σκέπτεσαι κάθε κρατική παρέμβαση χίλιες φορές. Πρόκειται για το ήθος που σε προστατεύει από το να γίνεις ο τραμπούκος του κοσμοειδώλου σου.

Ψιλά γράμματα. Ποιον απασχολεί σήμερα το ήθος. Ποια βουλή μας φιλοξενεί φιλελεύθερους.

25 Φεβ 2015

ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΣΟΛΔΑΤΟΥ


Δε γνώρισε τον άγνωστο που είμαι
αυτή που μου συστήθηκε για σένα

Δ.Ε. Σολδάτος

Το ποίημα «Για Γυναίκες Που Αγαπούν Την Ποίηση» του Σολδάτου-ενός των ωραιοτέρων νέων Ελλήνων ποιητών-μ’ έβαλε να σκέπτομαι πώς συμπεριφέρεται ένας ποιητής στον έρωτα. Βέβαια, θα πει κάποιος, τέτοια κατηγοριοποίηση είναι ανόητη. Οι ποιητές δεν αναμένεται να συμπεριφέρονται στον έρωτα αλλιώς απ’ ό,τι όσοι ποιητές δεν είναι. Σωστό, βέβαια, αυτό, όμως η ποίηση προσφέρει την ελευθερία να ομιλούμε για το λανθασμένο και το ανακριβές, εις τρόπον ώστε να μη χρειάζεται να απολογούμαστε για τις αισθήσεις και τους οραματισμούς μας. Ο ποιητής, λοιπόν, είναι δύσκολος στον έρωτα˙ κι είναι το γιατί που έχει σημασία.

α) Ο ποιητής θέλει να απομυζήσει τη γυναίκα όπως απομυζά την έμπνευση. Ούτε θέλει ούτε μπορεί να απογαλακτισθεί.

β) Ο ποιητής προβάλλει στο φως τις βαθύτερες αιμορραγίες της γυναίκας. Η ευγνωμοσύνη που η γυναίκα νιώθει για την ανάδυση αυτή περιέχει το βαθύτερο μίσος και τη βαθύτερη αγάπη.

γ) Ο ποιητής γνωρίζει ότι η γυναίκα είναι καλύτερη από τον άνδρα. Κάθε προδοσία της γνώσης αυτής στην πραγματικότητα τον στρέφει κατά της πραγματικότητας.


δ) Ο ποιητής αποτυπώνει την καρδιά της πιο ευάλωτης εκδοχής του στα γραφτά του. Στη ζωή παρουσιάζεται κακοτράχαλος γκρεμός. Τοιουτοτρόπως προστατεύει το ποίημα, δηλαδή την πραγματική του ταυτότητα.

5 Φεβ 2015

Παράπονο

Έχω γράψει και ξαναγράψει για το φταίξιμο του ωραίου μας τόπου: τον ξεφτιλοσοσιαλισμό, τις συντάξεις από τα σαράντα, τις πουλημένες ψήφους, το συνδικαλισμό του εμετού, τα προνόμια των ημετέρων, την ασυλία των νταβατζήδων και τα πολλά ακόμη τα στραβά που ζει κανείς σ’ αυτό το ευλογημένο χώμα.

Στη χειρότερή τους μέρα, τα στραβά αυτά, πολλαπλασιασμένα με τον αριθμό των άστρων, δεν μπορούν με τίποτα να φτάσουν τον όνυχα της διαστροφής που ηγείται σήμερα στην Ευρώπη.


Αναντίρρητα, είναι προς το συμφέρον του τόπου να παραμείνουμε σε αυτό το σχηματισμό της διαστροφής. Αυτούς δεν μπορούμε να τους αλλάξουμε. Ελπίζω να αλλάξουμε τους εαυτούς μας.

16 Σεπ 2014

Ανοιχτή Επιστολή στον κ. Άδωνη Γεωργιάδη


Αξιότιμε κ. Υπουργέ,

Παρακολουθώ την υπεράσπιση εκ μέρους σας του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) με ειλικρινή απορία. Έχετε κατ' επανάληψιν δηλώσει πως ο κ. Αντώνης Σαμαράς τήρησε την προεκλογική του δέσμευση περί της φορολόγησης των ακινήτων, η οποία, κατ' εσάς, συνίστατο στην κατάργηση του Έκτακτου Ειδικού Τέλους Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ) και τη θέσπιση ενός ενιαίου φόρου ακίνητης περιουσίας (επομένως ενός φόρου που καταργεί όλους τους προηγούμενους) χαμηλότερου σε ύψος από το άθροισμα του ΕΕΤΗΔΕ και του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας (ΦΑΠ).

Το πρόβλημα, κύριε Υπουργέ, είναι πως η προεκλογική δέσμευση του κ. Σαμαρά δεν ήταν αυτή. Καταγράφω επακριβώς την προεκλογική εξαγγελία: "θα αντικαταστήσουμε, επίσης, το περιβόητο χαράτσι με έναν ενιαίο νόμο για την ακίνητη περιουσία, όπως το ΕΤΑΚ, που η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατάργησε. Το νέο ΕΤΑΚ θα είναι πιο δίκαιο, πιο ελαφρύ για όλους και πιο αποδοτικό για το κράτος".

Από τη δήλωση του κ. Σαμαρά προκύπτει σαφώς ότι η τότε αξιωματική αντιπολίτευση, ερχόμενη στην εξουσία, θα καταργούσε τόσο το ΕΕΤΗΔΕ όσο και το ΦΑΠ, αντικαθιστώντας τους με έναν ενιαίο φόρο ακίνητης περιουσίας, όπως το ΕΤΑΚ, το οποίο εσφαλμένως η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατήργησε.  

Ως γνωστόν, κύριε Υπουργέ, το ΕΤΑΚ εισπράχθηκε τελευταία φορά για το έτος 2009, η δε επιβάρυνση για τους ιδιοκτήτες ήταν χαμηλότερη από το Φόρο Ακίνητης Περιουσίας, ο οποίος εισπράχθηκε για τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013, κι εν συνεχεία ενετάχθη στο λεγόμενο ΕΝΦΙΑ. Ο κύριος Σαμαράς, εν κατακλείδι, αντί να θεσπίσει έναν ενιαίο φόρο για την ακίνητη περιουσία, όπως το ΕΤΑΚ, θέσπισε τον ΕΝΦΙΑ, ενσωματώνοντας σε αυτόν το, βαρύτερο του ΕΤΑΚ, ΦΑΠ, διατηρώντας, ταυτόχρονα, και το περιβόητο "χαράτσι" με ανεπαίσθητες μικροδιαφορές.

Η ψευδολογία, κύριε Υπουργέ, την οποία χρεώνετε στην αξιωματική αντιπολίτευση αφορά στο τι και πώς αυτή θα πράξει στην περίπτωση που έλθει στην εξουσία. Πιστεύω, όμως, ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου πως κατά πολύ προκλητικότερη αυτής είναι η ψευδολογία που αφορά σε εκείνα που ήδη έχουν συμβεί.

31 Αυγ 2014

Ωδή Στις Εκφορές Της Αθανασίας


Πότε πότε οι κινηματογραφικές ταινίες χτίζονται γύρω από ένα ποίημα. Όταν συμβαίνει αυτό συγκλονίζομαι μ’ έναν τρόπο που δύσκολα περιγράφεται. Το πλησιέστερο που θα μπορούσα να πω προς απόπειρα αναπαράστασης του προκαλούμενου συναισθήματος είναι πως βιώνω το φιλμ ως βιογραφικό της δικής μου ζωής, κι ας είναι ξένο το ποίημα, κι ας είναι ξένες οι καταστάσεις, τα πρόσωπα, οι συνθήκες. Όταν ζεις για το στίχο έχεις γράψει όλους τους στίχους κι όλοι οι στίχοι γράφτηκαν για σένα. Τα έργα φέροντα ποίημα (ή αποσπάσματα ποιημάτων, για να ακριβολογήσω) στον πυρήνα τους είναι τριών ειδών: το ποίημα έχει γράψει ποιητής εγνωσμένης αξίας, το ποίημα έχει γραφτεί για τις ανάγκες του έργου και, τέλος, το ποίημα ανήκει σ’ έναν ποιητή που λησμονήθηκε.

Στην πρώτη κατηγορία ευρίσκεται το εξαίρετο φιλμ «Equilibrium» του σκηνοθέτη Kurt Wimmer. Το έργο παρουσιάζει μια μελλοντική κατάσταση κατόπιν ενός ολέθριου τρίτου παγκοσμίου πολέμου, στην οποία η ανθρωπότητα ελέγχει φαρμακευτικά τα συναισθήματά της (μίσος, οργή, θλίψη, φθόνος, έρωτας) προς αποφυγήν μίας ακόμη πολεμικής σύρραξης που θα την αφανίσει, αλλά και προς περιφρούρηση μιας κοινωνίας της οποίας τα μέλη συνυπάρχουν και συλλειτουργούν αρμονικά και ειρηνικά. Στο καθεστώς αυτό αντιτίθενται οι λεγόμενοι «παραβάτες της αίσθησης», οι οποίοι αρνούνται να λάβουν τη φαρμακευτική αγωγή που θα εκχερσώσει το συναισθηματικό τους κόσμο και οι οποίοι έρχονται σε ένοπλες συγκρούσεις με τις μονάδες καταστολής του καθεστώτος. Ο John Preston (τον οποίον υποδύεται ο έξοχος Christian Bale) και ο Partridge (το ρόλο του οποίου έχει αναλάβει ο πολύ καλός Sean Bean) είναι ανώτερα στελέχη των μονάδων καταστολής του καθεστώτος και συνεργάζονται στις εκκαθαρίσεις των «παραβατών της αίσθησης» αλλά και στις καταστροφές όλων των αντικειμένων (λογοτεχνικά βιβλία, δίσκοι βινυλίου, ζωγραφικοί πίνακες, διακοσμητικά αντικείμενα) που εγείρουν το συναίσθημα και που βρίσκονται στα χέρια των ανταρτών. Κατόπιν μιας τους εξόρμησης, ο Partridge δεν παραδίδει ως όφειλε ένα βιβλίο με ποιήματα του Yeats στις αρμόδιες αρχές, ο δε Preston αντιλαμβάνεται την παρατυπία και τρέχει να τον συναντήσει- κι εκεί, στη συνάντηση αυτή, ο Partridge, προτού εκτελεσθεί, διαβάζει στο συνεργάτη του τους στίχους:

Όμως εγώ, φτωχός ων, έχω μόνον τα όνειρά μου˙
τα όνειρά μου έχω σκορπίσει κάτω από τα πόδια σας˙
βαδίστε απαλά γιατί βαδίζετε στα όνειρά μου.

Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει το έργο «The Grey» του σκηνοθέτη Joe Carnahan. Πρόκειται για ένα φιλμ επιβίωσης μιας ομάδας εργατών στα αφιλόξενα όρη της Αλάσκας, μετά από ένα αεροπορικό δυστύχημα. Ο Ottway (τον οποίον υποδύεται ο υπέροχος Liam Neeson) μιλά στην ομήγυρη ένα βράδυ για τον πατέρα του: «ο πατέρας μου δεν ήταν χωρίς αγάπη. Όταν, όμως, ήθελε γινόταν ο κλασσικός Ιρλανδός καριόλης. Πότης, καυγατζής και τα σχετικά. Ποτέ δεν έχυσε ένα δάκρυ, παντού έβλεπε αδυναμίες. Είχε ωστόσο ένα θέμα με την ποίηση, τα ποιήματα –τα διάβαζε, τα ανέφερε– μάλλον νόμιζε ότι αυτό τον στρογγύλευε, ξέρεις. Ήταν, υποθέτω, ο τρόπος του να απολογείται. Ένα από αυτά κρεμόταν πάνω από το γραφείο του στο δωμάτιό του, και μόνον όταν είχα μεγαλώσει αρκετά κατάλαβα ότι το είχε γράψει ο ίδιος. Ήταν άτιτλο, τέσσερεις στίχοι. Το διάβασα στην κηδεία του.

Ακόμη μια φορά μες στη φιλονικία
Μες στον τελευταίο καλό καυγά κάποτε θα μάθω
Ζήσε και πέθανε αυτή τη μέρα
Ζήσε και πέθανε αυτή τη μέρα

Στην τρίτη και πλέον προσφιλή μου κατηγορία ανήκει η ταινία «Mask» του σκηνοθέτη Peter Bogdanovich. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, το έργο παρακολουθεί τον τελευταίο χρόνο της ζωής του Rocky Dennis, ενός εφήβου που έπασχε από μια σπανιότατη ασθένεια, συνέπεια της οποίας ήταν (μεταξύ άλλων) η παραμόρφωση του προσώπου, η οφειλόμενη στην εναπόθεση μεγάλων ποσοτήτων ασβεστίου στα οστά του κρανίου. Στην ταινία αναγιγνώσκεται ένα ποίημα που έγραψε ο ίδιος ο Rocky Dennis κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του, το οποίο έχει ως ακολούθως:

Αυτά τα πράγματα είναι καλά:
παγωτό και κέικ
μια βόλτα με τη Χάρλεϋ
να βλέπω μαϊμούδες στα δέντρα
η βροχή στη γλώσσα μου
κι ο ήλιος να λάμπει στο πρόσωπό μου.

Αυτά τα πράγματα είναι χάλια:
σκόνη στα μαλλιά μου
τρύπες στα παπούτσια μου
καθόλου λεφτά στην τσέπη μου
κι ο ήλιος να λάμπει στο πρόσωπό μου.


Με αυτά φθάνω στο προκείμενο, που δεν είναι άλλο από μια συμβουλή στο νέο και φιλόδοξο ποιητή. Το να δεις ένα έργο που χτίστηκε γύρω από ένα ποίημα ποιητή εγνωσμένης αξίας είναι φαινόμενο σπάνιο. Το να δεις ένα έργο που χτίστηκε γύρω από ένα ποίημα γραμμένο για τις ανάγκες του έργου είναι φαινόμενο σπανιότερο. Το να δεις ένα έργο που χτίστηκε γύρω από ένα ποίημα λησμονημένου ποιητή είναι φαινόμενο μοναδικό (και προκαλώ τους απανταχού επαΐοντες να μου υποδείξουν άλλο πέραν της «Μάσκας»). Όσο για μένα, τις αράδες αυτές έγραψα για να τις αφιερώσω σε αυτούς... τους ποιητές που δε μιλήθηκαν ποτέ.

30 Αυγ 2014

Η Δυστυχία Της Αφής Ενός Τυφλού


For being slightely more daring

Σε πρόσφατο σημείωμά του στο Protagon (αλλά και παλαιότερο, του 1990) ο Νίκος Δήμου απορεί σχετικώς με την προσοχή που έχει δοθεί στην Ελλάδα στον «Κύκλο Των Χαμένων Ποιητών», φιλμ που κατέστη επίκαιρο ξανά λόγω της αυτοκτονίας του πρωταγωνιστή Robin Williams. Η επιχειρηματολογία αποδόμησης της ταινίας μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα σημεία: α) Ο ποιητής παρουσιάζεται σε αυτήν ως ουρανοβάμων, φαντασιόπληκτος, αποσυνάγωγος, ιδιότυπος, ολίγον παράφρων, στην πραγματικότητα, όμως, οι ποιητές δεν είναι καθόλου έτσι, κυοφορούν, δε, την ποίησή τους στη σιωπή και την ενδοσκόπηση, β) Το εγχείρημα παρουσίασης ενός εμπνευσμένου δασκάλου αποτυγχάνει προσκρούοντας στις επιδεικτικά ανορθόδοξες συμπεριφορές του καθηγητή (το σκίσιμο των βιβλίων, το άλμα επί της έδρας) και γ) Το σενάριο πνίγεται στην υπερβολή (της συμπεριφοράς του καθηγητή, της σκληρότητας του σχολείου και του πατέρα αλλά και της ευαισθησίας του μαθητή που τελικώς αυτοκτονεί), επί εξόφθαλμα στημένου, δε, πλαισίου θεμελιώνει μια τραγική κατάληξη παραπέμποντας, τελικώς, σε φθηνό φωτορομάντζο. Σε αυτά προστίθεται η διαπίστωση της πνευματικής μας ένδειας που οδηγεί στην εκτίμηση των showmen από τους γνήσιους και σιωπηρούς εργάτες του πεδίου τους (ποιητές, στοχαστές, επιχειρηματίες, πολιτικούς), αλλά και η ενδιαφέρουσα αναρώτηση του γνωστού συγγραφέα επί της επιτυχίας της ταινίας στην Ελλάδα, «με ζώντα τον Ελύτη θαμπωθήκαμε απ’ τον Whitman;».

Διαβάζοντας τα δύο σημειώματα του κ. Δήμου ανεφώνησα «Excrement!» ωσάν να διάβαζα κάποια δοκιμή του δρ. J. Evans Pritchard. Μικρή, όμως, σημασία έχουν οι αναφωνήσεις, σημασία έχουν τα επιχειρήματα, οπότε ας τα δούμε αναλυτικά. Δε γνωρίζω σε ποιο σημείο του φιλμ ο κ. Δήμου εντόπισε την παρουσίαση του ποιητή, και δη ως ουρανοβάμονος, ολίγον παράφρονος και λοιπών κολακευτικών ή μη. Στην ταινία, πάντως, δεν παρουσιάζεται ο ποιητής. Παρουσιάζεται η ποίηση ως προς τη ζωή, η ποίηση ως επαναστατικός λόγος, η ποίηση ως φορέας συναισθήματος, η ποίηση ως μοχλός διδασκαλίας, η ποίηση ως καθημερινό βίωμα, η ποίηση ως αισθητική. Ο ποιητής δε σκιαγραφείται, δεν παρουσιάζεται παρά μόνο μέσα από τους στίχους του, στόχος, δε, του Keating, όπως, άλλωστε, ο ίδιος λέει στο φιλμ, δεν είναι να προετοιμάσει λογοτέχνες, αλλά σκεπτόμενους ανθρώπους.

Ας υποθέσουμε, όμως, ότι ο ποιητής παρουσιαζόταν όντως έτσι στο φιλμ. Θα έπεφτε, μήπως, η ζάχαρη στο νερό; Χρειάζεται να μιλήσω εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος στον κ. Δήμου για τον Πόε, τον Βωδελαίρο, τον Καρούζο, τον Ρεμπώ, τον Καρυωτάκη, τον Μήτσο Παπανικολάου, τον Μπουκόβσκι, τον Κέρουακ, την Γώγου, την Πλαθ; Δεν ξέρει ο κ. Δήμου ότι η ιδιορρυθμία, η αυτοκτονικότητα, η αλητεία, η εκκεντρικότητα, ο αλκοολισμός και η χρήση ναρκωτικών ουσιών αφορούν σε σημαντική μερίδα λογοτεχνών; Φυσικά και το ξέρει, οπωσδήποτε καλύτερα από μένα κι ίσως από τους περισσότερους. Ενίσταται, όμως, ωσάν να μην υπάρχει αυτή η πραγματικότητα στον κόσμο και την ιστορία της ποίησης. Εγώ, από τη μεριά μου, προτιμώ να φωτίζεται αυτή η πλευρά, μεροληπτικά έστω, από εκείνη των executives της ποίησης, των ακαδημαϊκών, των περιοδικαρχών, των επικεφαλής εύρωστων εκδοτικών οίκων, των καθηγητών πανεπιστημίου, ίσως επειδή οι καταθλιπτικοί, οι περιθωριακοί, οι φαντασιόπληκτοι, οι τρελοί και ημίτρελοι με τα πάθη, τα άλγη και τις πληγές τους μεταφέρουν στη βιογραφία τους καλύτερα την ουσία της ποίησης από τα παχυλά εισοδήματα και τα μεγαλόσχημα βραβεία των αστών και μεγαλοαστών που καταπιάστηκαν μαζί της. Αυτή, βέβαια, είναι μια προτίμηση προσωπική, όμως εγώ γνωρίζω ότι είναι τέτοια. Ως προς το πώς και πού κυοφορείται η ποίηση, δεν αμφιβάλλω ότι η κυοφορία λαμβάνει χώρα στη σιωπή με ενδοσκόπηση, τοιούτη κυοφορία, όμως, δεν είναι αποκλειστική, αφού και μέσα στις φυλακές και τα ουρλιαχτά, στο μέτωπο, στην εξορία, στα μπουρδέλα, σε πολυβουες ή ασθμαίνουσες δημόσιες υπηρεσίες όπου οι φωτοτυπίες πραγματοποιούνται εις τριπλούν και εις μάτην, σε ρωμαϊκά όργια ή συγκεντρώσεις με άφθονο αλκοόλ, καπνό και jazz ή θερινές εκδρομές μεγαλοαστών στο Μπατσί της Άνδρου κυοφορήθηκε, γράφτηκε, συνελήφθη και συνέβη ποίηση. Το ποια πτυχή επιλέγει να φωτίσει κανείς δε συνιστά στοιχείο ικανό για να κρίνει το εγχείρημα της παρουσίασης.

Πάμε στο σενάριο της ταινίας, το κατά τον κ. Δήμου υπερβολικό. Υπερβολικός, λοιπόν, ο καθηγητής που ανεβαίνει στην έδρα όρθιος και σκίζει βιβλία. Ζήτημα εκτίμησης, προφανώς. Όταν ήμουν μαθητής (σε «καλά», ιδιωτικά σχολεία, σε φροντιστήρια) είδα με τα μάτια μου καθηγητές να φτύνουν την ώρα του μαθήματος στο καλάθι της τάξης σαν ποδοσφαιριστές, να βρίζουν χυδαία, να προσβάλλουν μαθητές σε προσωπικό τόνο, να χαστουκίζουν, να σκίζουν τετράδια, να κλωτσούν θρανία, να πετούν βιβλία καταπρόσωπο, γι’ αυτό, ίσως, δε με εντυπωσιάζει το άλμα στην έδρα ή το σκίσιμο μιας εισαγωγής. Το πρώτο το βρήκα χαριτωμένο και το βίωσα με συμπάθεια, ως μια παθιασμένη απόπειρα επικοινωνίας και μετάδοσης ενός μηνύματος. Το δεύτερο, μέσα από το συμβολισμό του, έρχεται να θυμίσει ότι η ανάγνωση (ως πράξη) είναι εξίσου σημαντική με το φίλτρο της. Έρχεται, επίσης, να θυμίσει ότι στο όνομα της αυθεντίας πραγματοποιούνται εκπαιδευτικά (και όχι μόνο) εγκλήματα. Αφαιρουμένου του σκισίματος, η όλη σκηνή θα αδυνάτιζε, θα έχανε το συγκινησιακό της φορτίο, την ψυχολογική διεισδυτικότητά της και το εξαιρετικό της συμβολικό δυναμικό. Υπερβολικά ευαίσθητος είναι και ο μαθητής που τελικώς αυτοκτονεί, κατά τον κ. Δήμου. Θα μπορούσα να το δεχθώ, αποδεχόμενος, όμως, παράλληλα και υποχρεωτικά πως όλοι οι αυτόχειρες του έρωτα ή της αποτυχίας των εξετάσεων ή της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου ή μιας οικονομικής δυσμένειας είναι υπερευαίσθητοι. Δεν το νομίζω, πάντως. Φρονώ πως κάθε άνθρωπος μπορεί υπό συνθήκες να κάνει μια τρέλα. Και οι συνθήκες στην ταινία είναι πράγματι τέτοιες: ένα αυστηρό σχολείο κι ένας πατέρας που σχεδιάζει τη ζωή του γιου του χωρίς να τον ρωτήσει. Πρωτόγνωρο; Σπάνιο; Όχι βέβαια. Στον κόσμο κυκλοφορούμε κι έχουμε στοιχειώδη αντίληψη. Αυτές οι καταστάσεις (καταπιεστικοί γονείς, υπερπροστατευτικοί γονείς, δογματικοί γονείς, κακοποιητικοί γονείς, φασίζοντα περιβάλλοντα) είναι καταστάσεις καθημερινότατες κι ουχί της υπερβολής ή της εξαίρεσης. Αλίμονο.

Να δούμε λίγο και την δίψα μας για show (ελληνικό προνόμιο;). O Keating στο φιλμ είναι δάσκαλος. Ταυτοχρόνως, είναι και showman: μιμείται, χειρονομεί, έχει νεύρο, περνά από έκφραση σε έκφραση, από χροιά σε χροιά φωνής, αστεΐζεται, δημιουργεί κλίμα, υποβάλλει. Ο λόγος που αυτό αρέσει ή συγκινεί τον Έλληνα θεατή (ή οποιονδήποτε θεατή) είναι επειδή, λόγω πνευματικής ένδειας, αρεσκόμεθα σε μαϊμούδες των μπαλκονιών, σε φθηνές ποζεριές και γκλαμουράτες διακηρύξεις; Ήμαρτον! Για διδασκαλία μιλάμε, δάσκαλος είναι ο πρωταγωνιστής- και ναι, δεν είναι ο καθηγητής που ψιθυρίζει τη γνώση σε κατανυκτικό κλίμα αλληλοεκτίμησης, αλληλοσεβασμού και βασιλικού πρωτοκόλλου, είναι θεατρικός. Η θεατρικότητα στη διδασκαλία και δη της λογοτεχνίας είναι αυτονοήτως μέγιστο προσόν για το διδάσκοντα. Η διδασκαλία είναι από τη φύση της παράσταση. Διαφωνεί κανείς; Δεν ξέρω αν θα συνιστούσε, λοιπόν, κοινωνική πρόοδο η εκτίμηση χαμηλότονων και αθόρυβων πολιτικών, αλλά οι χαμηλότονοι κι αθόρυβοι δάσκαλοι, όσο εξαίρετοι επιστήμονες κι αν είναι, δεν πρόκειται ποτέ να εκτιμηθούν, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οι μύωπες των επτά βαθμών δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν πιλότοι. Ο καλός δάσκαλος ισορροπεί στη χρυσή τομή της ρητορικής και της υποκριτικής αν θέλει να είναι καλός, να εμπνεύσει, να μεταδώσει.

Άφησα τελευταία τη σύγκριση Ελύτη/Whitman. Κατ’ αρχάς να σημειώσω ότι οι Έλληνες (γενικώς) δεν ξέρουν τον Ελύτη. Τον Ελύτη (το έργο του, όχι το όνομά του), ίσως, ξέρουν κάποιοι από τους Έλληνες ποιητές (όπου Έλληνες ποιητές, το σύνολο των Ελλήνων που γράφουν ποιήματα), πόσο καλά, δε, αγνοώ. Σημειώνω πως με την ποίηση και τους ποιητές ασχολούνται μόνον οι ποιητές, φαινόμενο μάλλον διεθνές. Η ποίηση, εξ όσων γνωρίζω, είναι παγκοσμίως αντιεμπορική, οι εκδοτικοί οίκοι δεν την εκδίδουν, τουλάχιστον όχι υπό τους όρους που εκδίδουν άλλα είδη λόγου. Αν ρωτούσαμε έναν έναν τους Έλληνες ποιητές που γνωρίζουν επαρκώς και τον Ελύτη και τον Whitman, έχω την αίσθηση ότι ο Whitman θα κέρδιζε εύκολα την αναμέτρηση. Ο Ελύτης, στο βαθμό που η εντύπωσή μου δεν είναι εσφαλμένη, θεωρείται από τους περισσότερους σύγχρονους ποιητές αβαθής και τουριστικός, και, τελοσπάντων, οπωσδήποτε υποδεέστερος του Whitman. Σε τελική ανάλυση, η σύγκριση αυτή μόνο αυτονόητη δεν είναι.

Κάτι τελευταίο˙ περί υπερβολής. Η ίδια η ποίηση είναι λόγος υπερβολικός, από το πιο περίτεχνο καλολογικό ή στοχαστικό της ένδυμα έως την πλέον σπαρτιάτικη, καθημερινή της εκφορά. Ποίηση είναι ο λόγος που διευρύνει τα όρια του λόγου και της ταιριάζουν απόλυτα οι δάσκαλοι που δε βολεύονται σε κανένα εύρος αντίληψης ή συμπεριφοράς. Δάσκαλοι σαν Έλληνες, πάντα δυστυχισμένοι.

Η Θεωρία Της Πανσπερμίας Και Ο Νότης Σφακιανάκης



Ακούγοντας τον Νότη Σφακιανάκη να εκφράζει περίπου βεβαιότητα για την εξωγήινη παρέμβαση προκειμένου να φτιαχτούν οι Παρθενώνες αλλά και πίστη για την ανυπαρξία της εξελικτικής διαδικασίας, προσπάθησα να φανταστώ πώς ηχεί στα ώτα των πτυχιούχων Βιολογίας η έκφραση άποψης από το λαϊκό βάρδο. Αηδίες, αστειότητες, αυτάρεσκη κρίση μεγαλείου πιστεύω θα ήταν η αξιολόγηση των περισσότερων. Οι περισσότεροι πτυχιούχοι Βιολογίας ξέρουν καλά το ποίημά τους, το οποίο απλοϊκώς έχει ως εξής: προβιοτική σούπα, πρώτες μορφές ζωής σε αυτήν, μακρά χρονικώς εξέλιξη προς τη θαυμαστή πολυπλοκότητα που γνωρίζουμε σήμερα εκ των σύγχρονων παραστάσεων και εκ του αρχείου, φυσικά, των απολιθωμάτων.

Καλά και άγια όλα αυτά, κι ίσως, βέβαια, να ’χουν δίκιο και ως προς την προέλευση της ζωής και ως προς το λαϊκό βάρδο οι εν λόγω πτυχιούχοι. Διερωτώμαι, όμως, πόσοι εξ αυτών έχουν ακούσει για την πανσπερμία, όρο που πρωτοξεκίνησε από τα χείλη του Αναξαγόρα ταξιδεύοντας (μέσω Μπερζέλιους, Ρίχτερ, Κέλβιν και Χέλμχολτζ) μέχρι αυτά του Αρένιους στις αρχές του 20ου αιώνα, οπότε και έλαβε διαστάσεις επιστημονικής υπόθεσης, ως η περιπλάνηση της ζωής στη μορφή σπορίων από πλανητικό σύστημα σε πλανητικό σύστημα. Φυσικά, η φιλολογία και παραφιλολογία περί πανσπερμίας δεν τελείωσε εκεί. Οι Crick και Orgel (1973)* , για παράδειγμα, παρατήρησαν διαφωνία ανάμεσα στη συγκέντρωση ορισμένων στοιχείων στο σώμα των ζώντων οργανισμών και της διαθεσιμότητας των στοιχείων αυτών στη γη. Ο μόλυβδος, φερειπείν, είναι στοιχείο σημαντικό για τις ενζυμικές χημικές αντιδράσεις, εντούτοις θα ήταν αδύνατο για τους πρωτο-οργανισμούς να εξελιχθούν τοιουτοτρόπως ώστε να παρουσιάζουν εξάρτηση από το στοιχείο αυτό, δεδομένης της σπανιότητάς του στη γη.

Η πραγματικότητα είναι ότι η θεωρία της πανσπερμίας δεν μπορεί να αποκλειστεί. Έχοντας παραδεχθεί τούτο, δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε πώς προέκυψε η «μόλυνση» ενός αβιοτικού περιβάλλοντος (Γη) από τη ζωή. Πρόκειται για τυχαίο γεγονός ή γεγονός κατευθυνόμενο από λογικά όντα; Η κατευθυνόμενη «μόλυνση» ίσως ηχεί σε κάποιους υπερβολική. Για την αναρώτησή της, όμως, δε διεκδικώ πατρότητα. Το βιβλίο εξέλιξης που μέχρι πρότινος διδάσκονταν οι φοιτητές της Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών έθετε ρητά το ερώτημα** .

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι η «μόλυνση» της γης με ζωή εκ προθέσεως από εξωγήινα, λογικά όντα είναι ένα σενάριο το οποίο υπό κάποια πιθανότητα μπορεί να αληθεύει. Ερωτώ: αν τα όντα αυτά αρέσκονται σε τέτοια και άλλα παιχνίδια, τότε γιατί να μην ευθύνονται και για άλλα φαινόμενα, όπως για τη «μεταμόρφωση» ενός Homo sapiens που για το 95% και πλέον της εξελικτικής του ιστορίας ζούσε ως κυνηγός και τροφοσυλλέκτης σε αρχιτέκτονα Παρθενώνων, διαδικτυακό γκατζετάκια και ταξιδευτή της σκοτεινής πλευράς του φεγγαριού εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος; Νομίζετε ότι η απόσταση που διανύεται από τον κυνηγό-τροφοσυλλέκτη στον ταξιδευτή του διαστήματος είναι μικρότερη από αυτή της γένεσης της ζωής στη γη δια μιας παθητικής διαδικασίας έως την ύπαρξη εξωγήινης ζωής η οποία επηρέασε τις γήινες εξελίξεις;

Να μην είστε σίγουροι για τίποτε, γατάκια. Κι όταν μιλά ο Νότης να μη γελάτε.

*Crick F. H. & Orgel L. E., 1973. Directed Panspermia, Icarus 19: 341-346

**Αλαχιώτης Σ., 1992. Εξέλιξη Και Μοριακή Εξέλιξη, Συμμετρία